Διαβάζοντας στο «Βήμα» το ρεπορτάζ σχετικά με τη χρησιμοποίηση βατράχων ως ανιχνευτών ουσιών ντόπινγκ, «ασύλληπτων» με άλλη μέθοδο, μου ξανάρθε στον νου η εικόνα που έχω ανεξίτηλα χαραγμένη από την εποχή, δηλαδή εδώ και 40 και κάτι χρόνια, των Ολυμπιακών Αγώνων της Ρώμης (1960) όπου το ντοπάρισμα με τον θάνατο ποδηλάτη έγινε πρωτοσέλιδο θέμα. Οτι δηλαδή πρόκειται για ένα παιχνίδι – και ταυτοχρόνως δράμα της επιστημονικής συνείδησης -, όπως εκείνο το παιδικό μας «κλέφτες και αστυνόμοι».
Οι «καλοί» κυνηγούν τους «κακούς», κάποιους πιάνουν αλλά το παιχνίδι είναι δίχως τέλος. (Αν και πολλές φορές μπερδεύονται οι μεν με τους δε.) Αυτή η αρχικυνηγός στην ανίχνευση με τα δερμικά κύτταρα του αφρικανικού βατράχου που αλλάζουν χρώμα όταν τους γίνει ένεση με δείγμα αίματος από χρήστη διώξιμης ουσίας μη ανιχνεύσιμης με άλλο τρόπο κυρία Ανίκα Κάρλσον, από τη Σουηδία, ανήκει στο στρατόπεδο των «καλών». Ταυτοχρόνως όμως εκφράζει και αυτή την τραγική πλευρά της επιστήμης. Αριστοι γνώστες αναζητούν μη ανιχνεύσιμες ή καλυπτόμενες επιτυχώς ουσίες που προσπορίζουν στους πρωταθλητές και στις πρωταθλήτριες χρήμα και δόξα και άλλοι, εξίσου ικανοί, ασχολούνται (άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε όχι) με τα αποκαλυπτήρια. Φυσικά η κλίμακα δεν κλείνει με τους χρήστες αλλά είναι ποικίλα τα παράπλευρα συμφέροντα της «βιομηχανίας της αθλητικής διάκρισης».
Δυστυχώς από τότε που οι μπίζνες – και σε προσωπικό και σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο – αποτελούν την κινητήρια δύναμη (φυσικά όχι τη μοναδική) του πρωταθλητισμού και του μεγάλου θεάματος, το παιχνίδι όλο και χοντραίνει, όλο και γίνεται πιο ριψοκίνδυνο και κερδοφόρο. Φυσικά ο νέος πρόεδρος της ΔΟΕ Ζακ Ρογκ, λόγω και της ιατρικής του ιδιότητας, ανήκει στους «καλούς». Αλλά και ο πιο «καλός» μπορεί να εξοντώσει το δόγμα «παντός ανθρώπου μέτρο χρήμα»; Το ερώτημα μένει αναπάντητο αλλά υπαρκτό. Εκτός από περιπτώσεις αφέλειας και ανοησίας αθλητών που νομίζουν (δίχως να έχουν το σωματομετρικό έρμα ακόμη και την ψυχολογική ροπή) ότι παίρνοντας τα χαπάκια θα γίνουν αστέρες, όλοι όσοι ντοπάρονται προσδοκούν κέρδη οικονομικά σε πρώτη επιλογή και συναισθηματικά στη δεύτερη. Δίχως την πρώτη επιλογή η δεύτερη δεν θα είχε πέραση, με την έννοια του ρίσκου υγείας.
Οι αθλητές που κάνουν χρήση απαγορευμένων ουσιών χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: Η πρώτη καλύπτει τους περισσότερους και είναι αυτοί που εν γνώσει τους και χάριν του πολλαπλού συμφέροντος (πρώτιστα οικονομικού) γνωρίζουν τι παίρνουν και από ποιους τα παίρνουν (άλλοτε «θεράποντες» ειδικούς επιστήμονες και άλλοτε αυτοσχέδιους μάγους της προπονητικής). Η δεύτερη αφορά αυτούς που γνωρίζουν μικρό μέρος του κινδύνου της υγείας τους ιδιαίτερα σε βάθος χρόνου. Ετσι ξεπερνούν τα όρια με έναν πλαστό εφησυχασμό. Τέλος, η τρίτη είναι αυτοί – και μάλλον είναι λίγοι – που αγνοούν τον κίνδυνο (δεν τον αψηφούν αλλά δεν τον γνωρίζουν). Ερευνες που έχουν γίνει στο εξωτερικό συγκλίνουν σε έναν κυνισμό των χρηστών καθώς πολλοί δεν δίστασαν να πουν ότι γνωρίζουν το τι, ενδεχομένως, μπορεί να πάθουν, αλλά αξίζει τον κόπο το ρίσκο! Εδώ πια δεν έχουμε να κάνουμε με μια κακή και μοιραία συνήθεια αλλά με μια συνειδητή εξάρτηση, ένα από τα δύο πλοκάμια, το πιο δηλητηριώδες της Λερναίας Υδρας του αθλητισμού κερδοσκοπίας.
Θα είχε πολύ ενδιαφέρον ένα «γκάλοπ» με ένα και μόνο ερώτημα προς τους «φιλάθλους» (για να δούμε και την άλλη πλευρά του λόφου): Δέχεστε να μην έχουμε (αυτό δεν αφορά μόνο τον τόπο μας) χρυσά μετάλλια από αθλητικό υλικό (αθλητές κτλ.) 100% καθαρό;



