Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Εγώ, ο Ρομπέρτο Κάρλος και ο Ντενίλσον


Ο ΠΙΤΣΙΡΙΚΑΣ, ο οποίος στα μέσα της περασμένης δεκαετίας «καρφωνόταν» στις τηλεοράσεις και χάζευε τις προσποιήσεις και τις επινοήσεις του μεγάλου αριστεροπόδαρου Βασίλη Χατζηπαναγή, δεν μένει πια στο Μακροχώρι Ημαθίας. Δεν είναι καν κάτοικος Αθηνών.


Εδώ και 30 μήνες, αφού πρώτα πέρασε από την Αλεξάνδρεια, το κεφαλοχώρι της περιοχής, τη Νάουσα όπου στα 16 του έγινε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και την ΑΕΚ, στην οποία αναδείχτηκε σε ηγετική μορφή, δηλώνει κάτοικος Σεβίλλης.


Ο Βασίλης Τσάρτας του οποίου ακόμη και οι εχθροί αναγνωρίζουν ότι έδωσε ομορφιά στο παιχνίδι της ΑΕΚ, της μεγάλης ομάδας την οποία είχε κτίσει ο Ντούσαν Μπάγεβιτς και χάλασαν κάποιοι αναίτια, ήταν ο πρώτος Ελληνας που άνοιξε τα σύνορα του ποδοσφαίρου στη μετά Μποσμάν εποχή. Ανοιξε τα σύνορα για εξαγωγές, γιατί από εισαγωγές άλλο τίποτε σε αυτό τον τόπο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πάντως ότι τον επόμενο χρόνο τα εισιτήρια μειώθηκαν στη Νέα Φιλαδέλφεια κατά 30%.


Στην πρωτεύουσα της Ανδαλουσίας, εκεί όπου οι ταυρομαχίες σπάζουν ταμεία και οι ταυρομάχοι σπάζουν καρδιές, βρίσκεται από το καλοκαίρι του 1996. Παρέα με τη γυναίκα του την Κορίνα και με τη μόλις 11 μηνών αβάπτιστη κορούλα τους, η οποία το καλοκαίρι θα πάρει το όνομα Ελενα. Η ομάδα της Σεβίλλης για να τον αποκτήσει πλήρωσε τότε 500 εκατ. δρχ. στην ΑΕΚ (τυχερός ο Τροχανάς) και άλλα τόσα στον ίδιο για ένα συμβόλαιο τεσσάρων ετών.



Η ΙΣΠΑΝΙΚΗ περιπέτεια του Β. Τσάρτα ήταν από την αρχή δύσκολη. Η ομάδα του, η Σεβίλλη, τα τελευταία χρόνια περνάει μεγάλη κρίση και το 1997 υποβιβάστηκε στη Β’ κατηγορία. Από αυτή την ιστορία ο Βασίλης έχασε πολλά.


«Αν έπαιζε στην Πριμέρα Ντιβιζιόν θα ήταν ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια και το κασέ του θα είχε εκτιναχθεί στα ύψη. Γιατί μέσα στο γήπεδο είναι φιλόσοφος», μου είπαν δύο ισπανοί δημοσιογράφοι ­ προσκείμενοι μάλιστα στην Μπέτις­ την περασμένη εβδομάδα στις όχθες του Γουαδαλκιβίρ. «Ο Ρομπέρτο Κάρλος, ο βραζιλιάνος άσος της Ρεάλ, μου έχει εκμυστηρευθεί ότι θέλει να παρακολουθεί στην τηλεόραση τους αγώνες της Σεβίλλης γιατί του αρέσει ο τρόπος με τον οποίο παίζω», λέει μιλώντας στο «Βήμα» ο ίδιος ο Βασίλης Τσάρτας, χωρίς ίχνος έπαρσης.


Δεν είναι κρυφό άλλωστε στη Σεβίλλη ότι ο Τσάρτας είναι ο μοναδικός παίκτης της ομώνυμης ομάδας που θα ήθελαν να έχουν στη δική τους οι οπαδοί της Ρεάλ Μπέτις, η οποία εκπροσωπεί τώρα την πόλη τους στην Α’ κατηγορία. Σε αυτή παίζει ο βραζιλιάνος άσος Ντενίλσον, από τον οποίο μάλιστα δεν είναι καθόλου ευχαριστημένοι. Και όταν στην Ισπανία λέμε Σεβίλλη και Μπέτις είναι σαν να αναφερόμαστε σε Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό.


Η αντιπαλότητα είναι μεγάλη. «Η Μπέτις, που είναι πιο λαϊκή ομάδα σε σχέση με τη Σεβίλλη, ισχυροποιήθηκε πολύ με τον σημερινό πρόεδρό της, τον Μανουέλ Λοπέρα, που χάλασε δισεκατομμύρια και όλοι απορούν πού τα βρήκε».


Από την άλλη πλευρά η Σεβίλλη ζει μόνο με τις αναμνήσεις ενός πρωταθλήματος Ισπανίας προ 50 ετών και κάποιων κυπέλλων προ δεκάδων ετών. Παντού έχει προβλήματα. Διοικητικά και οικονομικά. Πριν από τέσσερα χρόνια η ομάδα υποβιβάστηκε στη Γ’ κατηγορία, γιατί δεν ήταν εντάξει στις οικονομικές υποχρεώσεις της αλλά η απόφαση της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας ανακλήθηκε όταν 100.000 οπαδοί της απείλησαν να «τα κάψουν» και έκανε προσωπική παρέμβαση ο ίδιος ο Φελίπε Γκονζάλες, πρωθυπουργός για 14 χρόνια (1982-1996) ο οποίος είναι Σεβιλλιάνος.


Αυτά όλα τα βρήκε μπροστά του ο Ελληνας παίκτης που πέρυσι και εφέτος είναι ο κορυφαίος της ομάδας. Αυτή την περίοδο έχει πετύχει επτά γκολ και έχει δώσει 11 τελικές πάσες για γκολ. Εχει δηλαδή συμμετοχή στα 18 από τα 31 γκολ της ομάδας που σήμερα είναι πάνω από τη μέση της βαθμολογίας και έχει ακόμη ελπίδες ανόδου.


«Παρ’ όλα αυτά δεν μετάνιωσα ποτέ που ήρθα στην Ισπανία. Και εμένα και άλλους συμπαίκτες μου δεν μας χώραγαν τότε πολλά πράγματα στην ΑΕΚ. Βλέποντας τη φυγή του Μπάγεβιτς και τη διάθεση του Τροχανά να με πουλήσει, κοίταξα και εγώ το συμφέρον μου» λέει ο Β. Τσάρτας.


Στη συζήτηση, στην ελληνική ταβέρνα του Στράτου, μιλήσαμε για την υπόθεση της επιστροφής του πριν από μήνες στην Ελλάδα. Αλλά η απάντηση του ήταν αποστομωτική: «Πράγματι παρ’ ολίγο το καλοκαίρι να φύγω από τη Σεβίλλη αλλά πιο κοντά στην απόκτησή μου ήταν η ισπανική Ρασίγκ Σαταντέρ που παίζει στην Α’ κατηγορία. Ηταν σοβαρή πρόταση αλλά οι οπαδοί της Σεβίλλης δεν άφησαν τη διοίκηση να με παραχωρήσει. Στον Ολυμπιακό μόνο ο Μπάγεβιτς με ήθελε. Δεν προχώρησε όμως η μετεγγραφή για λόγους που δεν γνωρίζω. Επίσημη πρόταση δεν υπήρξε. Για την ΑΕΚ έγιναν κάποιες επαφές το καλοκαίρι και αργότερα είχα κάποιες κουβέντες με τον Μελισσανίδη, που είναι ο άνθρωπος που με είχε πάει στη Φιλαδέλφεια, αλλά η ομάδα μου ζήτησε 8 εκατ. δολάρια (δύο και πλέον δισ. δρχ.). Για να γίνουν σήμερα μετακινήσεις καλών ποδοσφαιριστών πρέπει να πληρώσεις. Υπάρχει διαφορά από το να πεις “θα πάρω κάποιον” ώσπου να τον πάρεις. Στην Ελλάδα και ο Ρονάλντο έρχεται αν πληρωθεί ανάλογα».


Το σπίτι του είναι στο κέντρο της πόλης στην πιο ακριβή ίσως περιοχή, τη Νερβιόν. Η Σεβίλλη, που έχει 800.000 κατοίκους και είναι η τρίτη μετά τη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη πόλη της Ισπανίας, του αρέσει πολύ.


«Περνάμε καλά. Βέβαια η ζωή δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα. Εμαθα πολύ γρήγορα τα ισπανικά αν και δεν ήξερα ούτε λέξη. Εκανα πολλούς φίλους, ο κόσμος με αγαπάει. Υπάρχει αναγνώριση. Αλλά ειλικρινά μου λείπει το ποδόσφαιρο της ΑΕΚ του 1995. Δεν έχω ευχαριστηθεί ποδόσφαιρο γιατί η Β’ κατηγορία είναι Β’ κατηγορία· πώς να το κάνουμε».


Το συμβόλαιο του είναι ως τον Ιούνιο του 2000. Η ομάδα του προσπαθεί από τώρα να τον κρατήσει. Ο πρόεδρος Ραφαέλ Καριόν δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι τον θέλουν και του προσφέρουν από τώρα όσα του έδινε η Ρασίγκ. Ο παίκτης δεν έχει ακόμη αποφασίσει.


«Θα εξαρτηθούν πολλά από το αν ανέβει η ομάδα. Ο πρόεδρος μου έκανε πρόταση. Με τον προπονητή μου, παλιό παίκτη της Μπαρτσελόνα, τον Μάρκους Αλόνσο τα πάμε πολύ καλά. Οι φίλαθλοι είναι στο πλευρό μου αλλά εγώ θέλω στο χέρι ένα μεγάλο συμβόλαιο. Είμαι πολύ αισιόδοξος για το μέλλον».


Η μικρή αμυντική του προσφορά ήταν το σημείο όπου εστιάζονταν οι κριτικές όταν έπαιζε στην ΑΕΚ. Οταν τον ρωτήσαμε αν προσαρμόστηκε στα δεδομένα του ισπανικού ποδοσφαίρου απάντησε: «Εδώ έχω ωριμάσει, έγινα πραγματικός επαγγελματίας. Το ποδόσφαιρο είναι πιο γρήγορο. Ασφαλώς και πρεσάρω αλλά εντός των ορίων… Δεν μου ζητάνε να κατεβαίνω στην άμυνα και να κόβω πόδια. Η κύρια δουλειά μου είναι να έχω καθαρό μυαλό για την επίθεση».


Για την περυσινή περιπέτειά του με την Εθνική Ελλάδος, ο Β. Τσάρτας σχολιάζει: «Ηταν πολύ κακό που δεν πήγαμε στο Μουντιάλ. Δεν έχασα εγώ, η Ελλάδα έχασε. Αν δεν ξυπνήσουν κάποιοι για να βοηθήσουν, θα μείνουμε στα ίδια, ρομαντικοί. Και οι επόμενες γενιές θα το πληρώσουν. Η Εθνική έχει και καλούς παίκτες και καλό προπονητή. Αλλά χρειάζεται στήριξη. Δεν έχει στηριχθεί ποτέ ως τώρα και πάντα τα φορτώνουν όλα στους παίκτες».


«Στην Ισπανία το πρωτάθλημα είναι ανοικτό…»


«ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Ισπανία είναι τεράστιες. Το πρόβλημα δεν είναι τι μπορεί να γίνει στην Ελλάδα αλλά τι θα αφήσουν κάποιοι. Τα πάντα γίνονται παντού. Αλλά πρέπει να το θέλουν αυτοί που διοικούν το ποδόσφαιρο. Εχουμε κουραστεί να τα λέμε. Εδώ στη χώρα της Ρεάλ και της Μπαρτσελόνα το πρωτάθλημα είναι ανοικτό. Το διεκδικούν πολλές ομάδες. Στην Ελλάδα τα πάντα κρίνονται γύρω από τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό και την ΑΕΚ. Γι’ αυτό εδώ τα γήπεδα που είναι προσεγμένα σαν χαλιά γεμίζουν ως τις σημαίες, ακόμη και όταν δείχνει τους αγώνες η τηλεόραση, ενώ στην Ελλάδα είναι άδεια με ή χωρίς τηλεόραση. Η Σεβίλλη στη Β’ κατηγορία έχει 20.000 διαρκείας και μέσο όρο 30.000 εισιτήρια. Οσα δηλαδή κόβει όλη η Α’ Εθνική στην Ελλάδα. Εδώ, αν στις 30 Ιουνίου μια ομάδα χρωστάει σε προπονητές ή παίκτες, υποβιβάζεται».


«Σχέσεις οργής» με τα μέσα ενημέρωσης


ΜΕ ΤΟΝ ΤΥΠΟ ο Β. Τσάρτας είχε πάντα μετρημένες κουβέντες. Από τότε που έπαιζε στην ΑΕΚ. Δεν άλλαξε λοιπόν ούτε στη Σεβίλλη. Ισα ίσα εκεί είναι πιο προσεκτικός.


«Με τους δημοσιογράφους δεν κάνω φιλίες. Επιλέγω πού θα μιλήσω και πότε. Συνήθως προτιμώ να μιλάω μέσα στο γήπεδο. Στη Σεβίλλη το ρεπορτάζ είναι πιο κουτσομπολίστικο και οι απόψεις είναι ακραίες. Ασπρο-μαύρο. Δεν μπορεί την μια Κυριακή να σε παρουσιάζουν ήρωα και την άλλη “χώμα”. Γι’ αυτό συμφωνώ με τους παίκτες της Ρεάλ που κάνουν επί ένα μήνα εμπάργκο στις δηλώσεις. Πρέπει να υπάρχει σεβασμός στον άνθρωπο-παίκτη».


Αυτή η συζήτηση μας έφερε στο μυαλό την απόφαση του παίκτη, όταν έπαιζε στην ΑΕΚ, να συνεργαστεί με μάνατζερ και για τις σχέσεις του με τον Τύπο. Ηταν ο πρώτος που το έκανε και προκάλεσε πολλές αντιδράσεις.


«Κάποιοι τότε με είχαν χλευάσει, αλλά τα πράγματα εκ των υστέρων με δικαίωσαν. Τα επαγγελματικά αθλήματα πάνε προς τα εκεί. Για ένα διαφημιστικό που παίζεται στην τηλεόραση οι τρεις Βραζιλιάνοι Ρομπέρτο Κάρλος, Ντένιλσον και Ριβάλντο πήραν από 100 εκατ. Βλέπετε και στην Ελλάδα γίνονται τώρα αρκετά διαφημιστικά. Δεν μπορεί κάποια περιοδικά να σου ζητάνε να φωτογραφηθείς γυμνός ή να απαντήσεις σε μη αθλητικές ερωτήσεις για να πουλήσουν και εσύ να λες ναι. Στη σωστή συνεργασία πρέπει όλοι να κερδίζουν. Ποτέ όμως δεν έθεσα ζήτημα για το ρεπορτάζ των αγώνων. Για το καθαρά αθλητικό θέμα».