Αποτελούν ελληνικό επίτευγμα και γνωρίζουν όλο και μεγαλύτερη διάδοση σε διεθνές επίπεδο την τελευταία δεκαπενταετία, μετά την πρώτη εφαρμογή τους το 1989 από ειδικούς του Πανεπιστημίου της Κρήτης. Ο λόγος για τις οφθαλμολογικές επεμβάσεις με λέιζερ που διεξάγονται για τη διόρθωση των διαθλαστικών ανωμαλιών, όπως είναι η μυωπία, η υπερμετρωπία και ο αστιγματισμός. Υπολογίζεται ότι μόνο στη Βρετανία διεξάγονται περί τις 100.000 τέτοιου είδους επεμβάσεις ετησίως, ενώ πολύ μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των αμερικανών ασθενών που… πετούν τα γυαλιά τους μέσα σε λίγα λεπτά από τον «βομβαρδισμό» των οφθαλμών τους με λέιζερ. Ωστόσο, στο εξωτερικό, η αλματώδης αύξηση αυτού του είδους επεμβάσεων φαίνεται να «συσφίγγει» με έναν περίεργο τρόπο τις σχέσεις γιατρών και ασθενών οι οποίοι, μετά τη συνάντησή τους στο χειρουργείο, δίνουν σύντομα νέο ραντεβού… στο δικαστήριο. Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα η «Medical Defence Union» (MDU), ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός οργανισμός γιατρών της Βρετανίας, οι αγωγές ασθενών εναντίον των γιατρών που χρησιμοποιούν τη συγκεκριμένη τεχνική έχουν διπλασιασθεί τα τελευταία έξι χρόνια. Στη χώρα μας πάντως, όπως διαβεβαιώνουν οι ειδικοί και κυρίως αυτοί της Οφθαλμολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου της Κρήτης όπου τα τελευταία χρόνια «γεννιούνται» πολλές ιδέες που δίνουν νέο «φως» στις ζωές των ασθενών, το γεγονός ότι Ελληνες αποτελούν τους «γονείς» των καινούργιων μεθόδων, κάτι που τους χαρίζει εμπειρία σε σύγκριση με τους ξένους συναδέλφους και… μαθητές τους, σώζει από επιπλοκές και τους κάνει να μπορούν να δηλώνουν ότι «προσέχουν τους ασθενείς τους σαν τα μάτια τους»…
Θόρυβος προκλήθηκε πρόσφατα στη Βρετανία, μια από τις χώρες όπου οι διορθωτικές οφθαλμολογικές επεμβάσεις με λέιζερ παρουσιάζουν μεγάλη άνθηση, όταν στοιχεία της MDU έδειξαν ότι τα τελευταία χρόνια οι μηνύσεις κατά οφθαλμιάτρων που διεξάγουν τέτοιου είδους επεμβάσεις έχουν διπλασιασθεί. Ορισμένες από τις μηνύσεις αυτές αφορούσαν σε ιατρικά σφάλματα, ο μεγαλύτερος όμως αριθμός επικεντρωνόταν σε «προσδοκίες των ασθενών που δεν επαληθεύτηκαν» σύμφωνα με τα στοιχεία. Αν και ο συνολικός αριθμός των αγωγών – υπολογίζεται ότι αγγίζουν τις 200 – δεν θεωρείται ιδιαιτέρως μεγάλος σε σύγκριση με τις περίπου 100.000 επεμβάσεις αυτού του τύπου που διεξάγονται ετησίως στη Βρετανία, παρουσιάζει σημαντική αύξηση σε σχέση με εκείνον που καταγραφόταν όταν οι επεμβάσεις με λέιζερ για διόρθωση προβλημάτων της όρασης έγιναν νόμιμες στη χώρα τη δεκαετία του 1990. Συγχρόνως η «έκρηξη» αυτή των παραπόνων των βρετανών ασθενών, οι οποίοι φθάνουν ως τις δικαστικές αίθουσες, εγείρει ερωτήματα σχετικά με το αν και κατά πόσον ο ανταγωνισμός μεταξύ των κλινικών που διεξάγουν διορθωτικές οφθαλμολογικές επεμβάσεις με λέιζερ έχει ως γνώμονα το ρητό «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Είναι αρκετοί εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η όλο και μεγαλύτερη διάδοση που παρουσιάζει η συγκεκριμένη τεχνική έχει ως αποτέλεσμα την υπερβολική διαφήμισή της από τις κλινικές σχετικά με οφέλη τα οποία δεν παρέχει. Στην άποψη αυτή έρχονται να προστεθούν και τα αποτελέσματα νέων ερευνών τα οποία δείχνουν ότι η επέμβαση με λέιζερ στους οφθαλμούς δεν είναι τόσο «θαυματουργή» όσο ευαγγελίζονται αυτοί που την πραγματοποιούν. Σε πρόσφατο δημοσίευμα του ιατρικού εντύπου «Ophthalmology» αναφέρεται ότι τα ποσοστά αποτυχίας αγγίζουν το 10% και όχι το 1 τοις χιλίοις όπως διαφημίζουν οι κλινικές. Με έναν απλό υπολογισμό προκύπτει ότι μόνο στη Βρετανία κάθε χρόνο από το σύνολο των ασθενών που υποβάλλονται σε αυτού του είδους την επέμβαση, 10.000 δεν έχουν κανένα όφελος από αυτήν.
Τι γίνεται στην Ελλάδα
Στη χώρα μας, προς το παρόν, τέτοιου είδους επεμβάσεις διεξάγονται μόνο από ιδιωτικά κέντρα – περίpου 10 σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και στο Ηράκλειο της Κρήτης – αν και αναμένεται σύντομα και τα δημόσια νοσοκομεία να αρχίσουν την εφαρμογή τους καλύπτοντας όμως, σύμφωνα με πληροφορίες, περί το 50% του συνολικού κόστους το οποίο κυμαίνεται 900-1.800 ευρώ για κάθε μάτι, αναλόγως της σοβαρότητας του προβλήματος.
Δεδομένου του υψηλού κόστους μιας τέτοιας επέμβασης καθώς και των νέων «ενοχοποιητικών» στοιχείων σχετικά με αυτήν που είδαν το φως της δημοσιότητας, το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο. Μήπως τελικώς οι οφθαλμολογικές επεμβάσεις με λέιζερ αποτελούν μια άχρηστη – αν όχι επιβαρυντική – διαδικασία για την υγεία μιας σεβαστής μερίδας ασθενών, η οποία το μόνο που καταφέρνει είναι να αδειάσει τις τσέπες τους; Οχι, απαντούν οι έλληνες ειδικοί και εξηγούν πως σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα μεταξύ Ελλήνων και ξένων υπάρχει ειδοποιός διαφορά που περικλείεται σε μια λέξη: εμπειρία. Και η εμπειρία δεν ανήκει στους γιατρούς του εξωτερικού, κάτι που έχει αναχθεί σε κανόνα για ό,τι αφορά τις εξελίξεις σε πολλούς τομείς της επιστήμης, αλλά στους Ελληνες που αποτελούν τους δασκάλους των νέων μεθόδων στον χώρο της οφθαλμολογικής χειρουργικής. Δάσκαλοι που για ακούσουν οι συνάδελφοί τους περνούν ωκεανούς και διανύουν χιλιάδες χιλιόμετρα!
«Στη χώρα μας οι καταγγελίες από ασθενείς σχετικά με τέτοιου είδους επεμβάσεις δεν ξεπερνούν τις δύο τρεις σε διάστημα δεκατεσσάρων ετών και σε σύνολο περίπου εκατό χιλιάδων επεμβάσεων» αναφέρει ο καθηγητής, διευθυντής της Οφθαλμολογικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. I. Παλλήκαρης, ο οποίος μαζί με τους συνεργάτες του θεωρείται ο «πατέρας» των οφθαλμολογικών επεμβάσεων με λέιζερ. Και εξηγεί για ποιους λόγους συμβαίνει αυτό: «Το μεγάλο πλεονέκτημα των ελλήνων ειδικών είναι ότι ήταν πρωτοπόροι στον συγκεκριμένο τομέα, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν μεγαλύτερη εμπειρία σε σύγκριση με τους ξένους συναδέλφους τους και να έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν τους ασθενείς οι οποίοι υπεβλήθησαν στην επέμβαση σε μάκρος χρόνου. Στη Βρετανία, όπως και στις ΗΠΑ, η εφαρμογή επεμβάσεων τέτοιου είδους παρουσίασε ξαφνική άνθηση χωρίς όμως οι γιατροί να έχουν παρακολουθήσει τι συνεπάγονται αυτές μακροπρόθεσμα, οπότε υπήρχαν επιπλοκές που ίσως δεν γνώριζαν. Ετσι δεν μπορούσαν ούτε να ενημερώσουν τους ασθενείς τους σχετικά με αυτές ούτε να τις αντιμετωπίσουν ». Για τον λόγο αυτό και γιατροί από όλες τις γωνιές του πλανήτη έρχονται στη χώρα μας προκειμένου να… καθήσουν στα θρανία και να λάβουν τα «φώτα» των ελλήνων επιστημόνων προτού δώσουν… φως στους ασθενείς τους. «Τέτοιου είδους σεμινάρια γίνονται στην Κρήτη τέσσερις φορές τον χρόνο. Αυτά που οι γιατροί του εξωτερικού πληρώνουν αδρά προκειμένου να τα παρακολουθήσουν ταξιδεύοντας μάλιστα χιλιάδες χιλιόμετρα, οι Ελληνες τα παρακολουθούν στη χώρα τους και με ελάχιστο, αν όχι μηδενικό, κόστος» σημειώνει ο καθηγητής και προσθέτει ότι αυτή είναι η κύρια αιτία για την οποία οι έλληνες ειδικοί που εφαρμόζουν τη μέθοδο είναι καλά καταρτισμένοι.
Τα «όπλα» των γιατρών
Με «όπλα» τη γνώση και την εμπειρία, οι έλληνες επιστήμονες είναι ένα βήμα μπροστά από τα προβλήματα των οφθαλμών, βρίσκοντας λύση ακόμη και στα πιο πολύπλοκα. «Γενικώς, όσο μικρότερο είναι το πρόβλημα του ασθενούς τόσο καλύτερα είναι τα αποτελέσματα από τη διεξαγωγή της επέμβασης με λέιζερ. Σε ασθενείς με μυωπία υψηλότερη των 10 βαθμών, παραδείγματος χάριν, η επιτυχία της είναι αμφισβητήσιμη. Ωστόσο ανάλογα με την περίπτωση ακόμη και πολύ υψηλή μυωπία, ως και 20 βαθμών, μπορεί να μηδενισθεί» λέει ο κ. Παλλήκαρης. Με ποιον τρόπο; «Απλώς χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση την οποία κατακτά κάποιος με σύμμαχο τον χρόνο. Χρειάζεται συνδυασμός διαφορετικών επεμβάσεων. Παραδείγματος χάριν, μια νέα κατηγορία διαθλαστικών επεμβάσεων αφορά την τοποθέτηση εντός του οφθαλμού ενός πολύ μικρού μόνιμου φακού επαφής από βιοσυμβατό υλικό, ο οποίος ενδείκνυται για μεγάλες μυωπίες. Ετσι ελαττώνεται η ανάγκη διεξαγωγής επέμβασης με λέιζερ σε άτομα με μεγάλο πρόβλημα που ίσως να μην είχε και αποτελέσματα, αφού είναι προτιμότερη η χρήση του φακού». Και αυτό το νέο επίτευγμα ανήκει στους ειδικούς του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Βεβαίως, όπως επισημαίνει ο καθηγητής, παρ’ ότι η Ελλάδα εισήγαγε στη διεθνή αγορά την τεχνική αυτή, δεν μπορούμε να πούμε ότι στη χώρα μας η μέθοδος είναι τόσο διαδεδομένη όσο στη Βρετανία ή στις ΗΠΑ, όπου εφαρμόστηκε με καθυστέρηση έξι ετών, αλλά παρουσίασε «έκρηξη» με τα νούμερα των ασθενών που υποβάλλονται σε αυτήν ετησίως να «απογειώνονται». Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι στη χώρα μας απαγορεύεται η ιατρική διαφήμιση.
H ενημέρωση του ασθενούς
Οι ειδικοί τονίζουν πάντως ότι όπως συμβαίνει με όλες τις ιατρικές πράξεις, έτσι και στις οφθαλμολογικές επεμβάσεις με λέιζερ υπάρχει πάντα ο κίνδυνος επιπλοκών. Το «κλειδί» είναι ο ειδικός να είναι ενήμερος για αυτές και να τις συζητά διεξοδικά με τον ασθενή του. Οπως σημειώνει ο χειρουργός οφθαλμίατρος κ. I. Δατσέρης: «Το θέμα είναι ο γιατρός να ενημερώνει τον ασθενή και να του διεξάγει εξονυχιστικό προεγχειρητικό έλεγχο προκειμένου να δει αν είναι κατάλληλος να υποβληθεί στην επέμβαση». Παραδείγματος χάριν, η μέθοδος δεν εφαρμόζεται σε άτομα με κερατόκωνο, πάθηση του κερατοειδούς για την οποία αντεδείκνυται η επέμβαση με λέιζερ. Σε γενικές γραμμές, οι επιπλοκές συνδέονται με το σημείο της επέμβασης που αφορά την εκτομή του κερατοειδούς – ο ειδικός προχωρεί σε μια μικρή τομή με μαχαιρίδιο στο κατάλληλο σημείο του προστατευτικού αυτού καλύμματος του οφθαλμού πριν από την εφαρμογή του λέιζερ. Οι πλέον συχνές επιπλοκές είναι μικρής βαρύτητας, όπως η ξηροφθαλμία που παρατηρείται κυρίως σε γυναίκες λόγω του ευάλωτου ορμονικού συστήματός τους, η οποία όμως υποχωρεί μετά την πάροδο περίπου τριών μηνών. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να προκληθεί μόλυνση του οφθαλμού, ακόμη και μεγάλης βαρύτητας, η οποία όμως σε γενικές γραμμές αντιμετωπίζεται. H σοβαρότερη επιπλοκή από τη διεξαγωγή τέτοιου είδους επεμβάσεων είναι η κερατεκτασία, η οποία είναι όμως σπάνια. Ωστόσο αν συμβεί τέτοια επιπλοκή – σύμφωνα με διεθνείς μελέτες η συχνότητά της δεν ξεπερνά τη μία περίπτωση ανά εκατομμύριο – είναι πιθανό να οδηγήσει ακόμη και σε ανάγκη μεταμόσχευσης κερατοειδούς.
Τα ποσοστά των επιπλοκών
H αντιμετώπιση όλων αυτών των προβλημάτων έχει και πάλι τη βάση της στην εμπειρία, σύμφωνα με τον κ. Παλλήκαρη: «Οι έμπειροι χειρουργοί που διεξάγουν μερικές χιλιάδες τέτοιες επεμβάσεις ετησίως αναφέρουν ποσοστά επιπλοκών της τάξεως του ένα ως δύο τις χιλίοις. Ωστόσο κάποιοι άπειροι ίσως και να δίνουν ποσοστά επιπλοκών που αγγίζουν το 20%. Δεν είναι τόσο θέμα ικανότητας όσο εμπειρίας. Ετσι ίσως εξηγούνται και τα ποσοστά που παρουσιάστηκαν στο “Ophthalmology” και τα οποία βασίστηκαν σε στοιχεία του εξωτερικού».
Τελικώς αποδεικνύεται ότι, όπως συμβαίνει με όλες τις ιατρικές πράξεις, αυτό που πρέπει να επικρατεί είναι το μέτρο. «Γενικώς πρέπει να παραδεχθούμε ότι τουλάχιστον σε ό,τι αφορά διορθωτικές οφθαλμολογικές επεμβάσεις οι οποίες δεν είναι απαραίτητες για τον ασθενή η καλύτερη λύση θα ήταν η εφαρμογή γυαλιών, ούτε καν φακών αφού και οι φακοί επαφής αυξάνουν τις πιθανότητες για πρόκληση μολύνσεων» σημειώνει ο κ. Δατσέρης. Οταν όμως ο ασθενής ενημερωθεί κατάλληλα και φροντίσει να έχει «τα μάτια του δεκατέσσερα» πριν από την επέμβαση, μπορεί να έχει μεγάλο όφελος από την εφαρμογή νέων τεχνικών που υπόσχονται καλύτερη ποιότητα ζωής.
Ζωντανός φακός επαφής
Οι ειδικοί του Πανεπιστημίου της Κρήτης ανέπτυξαν μια νέα μέθοδο η οποία στοχεύει ακριβώς στο να εξαλείψει τα πιθανά προβλήματα που μπορεί να προκύψουν από την εκτομή του ματιού πριν από την εφαρμογή του λέιζερ. H τεχνική αυτή συνίσταται στον μηχανικό διαχωρισμό του επιφανειακού στρώματος του κερατοειδούς (του επιθηλίου) με τη χείρα βοηθείας ειδικής μικρονανοτεχνολογίας και στην επανατοποθέτησή του μετά την επέμβαση με τη μορφή ενός… ζωντανού φακού επαφής προκειμένου να επιτευχθεί ταχεία αποκατάσταση της όρασης μετεγχειρητικά. Στην Κρήτη η νέα τεχνική έχει εφαρμοσθεί ήδη σε 30 ασθενείς το τελευταίο εξάμηνο με πολύ καλά αποτελέσματα. Στο τέλος Ιουλίου αναμένεται η έγκριση του Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (Food and Drug Administration, FDA) και τον Αύγουστο αυτή της αντίστοιχης αρμόδιας αρχής της Ευρώπης. Στις αρχές του φθινοπώρου η νέα τεχνολογία αναμένεται να αποτελέσει ευρεία κλινική πράξη.



