Η «17 Νοέμβρη» έζησε και πέθανε μπροστά στα μάτια μας. Η αναμέτρησή της με τη δημοκρατία διήρκεσε σχεδόν τρεις δεκαετίες. Στο διάστημα αυτό, μια τρομοκρατική οργάνωση δρούσε ανεμπόδιστη, ανέγγιχτη, απρόσβλητη. Γιατί κράτησε τόσο πολύ; Γιατί η ελληνική κοινωνία την ανέχτηκε τόσα χρόνια; Ποιες ανομολόγητες συνενοχές εξύφαναν μια περίεργη ασυλία; Θα είχε υπάρξει οργάνωση «17 Νοέμβρη» χωρίς μια «κοινωνία της 17 Νοέμβρη»; Σε αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί (μεταξύ άλλων) να απαντήσει το βιβλίο του Γιάννη Πρετεντέρη «Η αναμέτρηση: ζωή και θάνατος της 17 Νοέμβρη», το οποίο μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία και του οποίου «Το Βήμα» παρουσιάζει σήμερα ένα απόσπασμα.



Η «17Ν» ίσως να είχε υπάρξει ούτως ή άλλως. Αλλά σίγουρα δεν θα είχε διαρκέσει χωρίς μια «κοινωνία της 17ης Νοέμβρη». Η απορία, άρα, δεν αφορά τη δημιουργία ή τη δράση αλλά τη διάρκεια.


Κατ’ αρχάς αξίζει να θέσουμε ένα βασικό ερώτημα: Τι ήταν η «17Ν»; Επί αυτού δεν νομίζω ότι υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ή αμφισβήτηση: η «17Ν» ήταν μια αριστερή τρομοκρατική οργάνωση.


Οχι μόνο επειδή η ίδια πέραν πάσης αμφισβήτησης τοποθετούσε αυτάρεσκα τον εαυτό της στο χώρο της επαναστατικής Αριστεράς. Ο Κουφοντίνας, λόγου χάρη, μιλούσε για «πίστη στην οικοδόμηση ενός επαναστατικού κινήματος και το όραμα για μια σοσιαλιστική κοινωνία» (5 Σεπτεμβρίου 2002). Ενα μήνα αργότερα (στις 5 Οκτωβρίου 2002) ο Γιωτόπουλος διατύπωσε σε μια εφημερίδα της Λαμίας ένα πολιτικοϊδεολογικό συμπίλημα διεκδικώντας απερίφραστα την αυθεντία της «πραγματικής Αριστεράς»: μιλούσε για ανατροπή του καπιταλισμού και εγκαθίδρυση ενός «αντι-γραφειοκρατικού» σοσιαλισμού. Ούτε απλώς επειδή τα κείμενά της γράφονταν με την ορολογία της Αριστεράς, αναφέρονταν στο γενικό ιδεολογικό πλαίσιο της Αριστεράς και επέλεγαν τη βασική εννοιολογία και τα βασικά αξιακά της συστήματα.


Αλλά κυρίως επειδή ξεπήδησε, μαζί με τις άλλες τρομοκρατικές οργανώσεις, μέσα από αυτή την πανσπερμία αριστερών ή αριστερίστικων οργανώσεων που συλλάβιζαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 τη στρατηγική της «ένοπλης επαναστατικής βίας». Προέκυψε, δηλαδή, μέσα από μια γενικότερη ιδεολογική και πολιτική αναταραχή του ευρύτερου αριστερού χώρου. Στην Ευρώπη αυτού του τύπου οι στρατηγικές ήταν τότε κάτι ανάμεσα σε μόδα και σε επιδημία.


Την ίδια στιγμή η Ελλάδα έβγαινε από την επταετή δικτατορία. Δεν ξέρω αν θα πρέπει να αναζητηθούν οι ρίζες της τρομοκρατίας και στον αντιδικτατορικό αγώνα. Το βρίσκω υπερβολικό. Αυτή η μυθοποίηση του Παρισιού ως «μητέρας όλων των επαναστάσεων» που επιχειρήθηκε το τελευταίο διάστημα αγγίζει πλέον τα όρια της αστειότητας.


Μπορώ από προσωπική πείρα να βεβαιώσω τον αναγνώστη ότι τη διετία 1972-1974 μερικές χιλιάδες Ελληνες στο τρίγωνο Γαλλία – Γερμανία – Ιταλία σκότωσαν ατελείωτες φοιτητικές ώρες και κατανάλωσαν χιλιάδες καφέδες κουβεντιάζοντας εξαντλητικά πάνω στο δίλημμα «ένοπλη πάλη ή μαζικός αγώνας», «αντάρτικο πόλεων ή αντάρτικο βουνού». Δεν νομίζω ότι πολλοί από αυτούς έπιασαν ποτέ όπλο στα χέρια τους. Στη συντριπτική τους πλειονότητα, ακόμη και οι φανατικότεροι υπέρμαχοι του ένοπλου σκέλους, γύρισαν ήσυχα στα σπίτια και στις οικογένειές τους μόλις γύρισε κι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Εξ όσων γνωρίζω, μάλιστα, κανένα περισσότερο ή λιγότερο γνωστό στέλεχος του φοιτητικού και του αντιδικτατορικού κινήματος δεν εξελίχτηκε σε Κουφοντίνα.


Το σημειώνω διότι δεν χρειάζεται να εντρυφήσει κανείς στον Κουέντιν Σκίνερ για να αντιληφθεί ότι είναι όχι μόνο πολιτικό λάθος αλλά και μεθοδολογικός αναχρονισμός να συγχέουμε μια εποχική και αφελή ρητορική με μια συγκεκριμένη τρομοκρατική δράση. Να αποδίδουμε, δηλαδή, σε ένα γενικότερο κλίμα αγωνιστικότητας και – μάλλον ανέξοδης – επαναστατικότητας, που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο αντιδικτατορικό στρατόπεδο του «εξωτερικού», την ιδεολογική ευθύνη για τη συγκρότηση κάποιου κινήματος Ελλήνων Τουπαμάρος.


Πόσο μάλλον που, όπως προκύπτει τώρα, οι πρωτεργάτες της «17Ν» και των άλλων τρομοκρατικών οργανώσεων, οι «παππούδες», για να δανειστώ την έκφραση που καθιερώθηκε, έκαναν ελάχιστα αισθητή την παρουσία τους στην αντίσταση κατά της Χούντας. Κατά κανόνα εκδήλωσαν τα επαναστατικά φρονήματά τους εκ των υστέρων και μάλλον εκ του ασφαλούς.


Διότι, όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στοιχεία, οι «στρατηγικές ένοπλης βίας» που οδήγησαν τελικά στη «17Ν», στον «ΕΛΑ» κτλ. συζητήθηκαν και συγκεκριμενοποιήθηκαν από διάφορα στελέχη και μικρο-οργανώσεις του χώρου της άκρας Αριστεράς, σε αλλεπάλληλα επίπεδα, μόνο μετά την πτώση της δικτατορίας, και κυρίως το διάστημα 1974-75 (…)


Δεν θα σταθώ στις προσωπικές, πολιτικές ή ιδεολογικές διεργασίες που οδήγησαν εκεί αυτούς τους ανθρώπους. Δεν είναι άλλωστε το ζήτημα που με απασχολεί εδώ. Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι λάθος να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: η τρομοκρατία στην Ελλάδα δεν προήλθε από άμωμο σύλληψη. Δεν είναι κατασκεύασμα ξένων πρακτόρων ούτε μυστικών υπηρεσιών. Είναι συγκεκριμένο δημιούργημα μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου κι ενός συγκεκριμένου ιδεολογικού χώρου.


Ακόμη και αν δεν ήταν σε καμία περίπτωση η προέκταση του αντιδικτατορικού αγώνα, όπως ενδεχομένως τους άρεσε να παρουσιάζονται, αποτελούσε σίγουρα ένα ακραίο προϊόν του «αριστερού κλίματος» που έπνευσε στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση. (…)


Πόσο μάλλον που οι φυσικοί αυτουργοί ουδέποτε έκοψαν τον ομφάλιο λώρο με τη μήτρα που τους γέννησε. Εδρασαν μέσα σε έναν ευρύτερο αντεξουσιαστικό χώρο της άκρας – και της λιγότερο ακραίας – Αριστεράς, ο οποίος επί τρεις περίπου δεκαετίες τους προσέφερε πολιτική και νομική κάλυψη, ηθική αλληλεγγύη, υποψηφίους για στρατολόγηση, μηχανισμούς υποστήριξης ή ιδεολογικής ανοχής και, κυρίως, κοινό μέτωπο απέναντι στις διωκτικές Αρχές. Θα συμφωνήσω ότι τελικά ήταν ελάχιστοι αυτοί που πήραν τα όπλα. Αλλά ήταν πολύ περισσότεροι αυτοί που τους χτύπησαν φιλικά την πλάτη.


Δεν παραβλέπω ασφαλώς ότι η «17Ν» έδρασε κι ως συμμορία κοινών εγκληματιών, με κλοπές, ληστείες, ενδεχομένως και με «συμβόλαια θανάτου».


Ούτε σε αυτό, όμως, πρωτοτύπησε: οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» στην Ιταλία, η «RAF» στη Γερμανία, η βασκική «ΕΤΑ», ακόμα και οι περισσότερες αραβικές τρομοκρατικές οργανώσεις έχουν αποδείξει ότι συνήθως η διαφορά ανάμεσα στην επαναστατική οργάνωση και στην κοινή συμμορία είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτη.


Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Ακόμη, δηλαδή, κι αν η ιδεολογία επιστρατεύεται ως πρόσχημα ή ως άλλοθι, αυτό σημαίνει ότι επιζητούν και ένα πρόσχημα και ένα άλλοθι. Καλώς ή κακώς, η «17Ν» δεν ήταν η αλβανική ούτε η ρώσικη Μαφία, ακριβώς όπως οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» δεν ήταν μια οργάνωση του Λάκυ Λουτσιάνο και της οικογένειας Κορλεόνε. Ηταν κάτι διαφορετικό, έστω κι αν πολλές φορές δρούσε με τον ίδιο τρόπο.