Είναι ένα ήμερο απόβραδο στα χρώματα της Καραϊβικής. Στις αποβάθρες της μαρίνας Χεμινγκγουέι στα περίχωρα της Αβάνας ο θερμός αέρας κινεί τα ασημένια νερά. Δύο κότερα με αμερικανική σημαία, νηολογημένα στο Τέξας και στη Φλόριντα, έχουν δέσει στο κανάλι, έρημα και εξωπραγματικά. Η ησυχία είναι σχεδόν απόλυτηΩ μόλις διακρίνεται ο ήχος μουσικής σάλσα ίσως από κάποιο ραδιόφωνο. Από τα τρία τραπέζια του μικρού οικογενειακού εστιατορίου paladar, κατά τους Κουβανούς μόνο ένα είναι κατειλημμένο. Τρεις επισκέπτες έχουν μόλις δειπνήσει με αστακό (προς 15 δολάρια το άτομο) και ένα άρωμα από πούρα Cohibas διαχέεται μέσα στη νύχτα. Στον μισοφωτισμένο πάγκο του paladar μια μελαχρινή Κουβανή κάνει τον λογαριασμό. Ο χρόνος ακινητείΩ για μια στιγμή όλα φαίνονται ιδανικά: η Κούβα όπως θα μπορούσε να είναι.
«Η Κούβα είναι όμορφη bonita, comprende», λέει πικρόχολα ο μαύρος οδηγός του πειρατικού ταξί, «αρκεί να έχεις χρήματα». Το αυτοκίνητο, μια Μπιούικ του ’50 (από αυτές που άφησαν όσοι έφυγαν μαζί με τον Μπατίστα), κινείται απελπιστικά αργά στην παράξενα έρημη από οχήματα Quinta Avenida, την Πέμπτη Λεωφόρο: επιστροφή από την ειδυλλιακή μαρίνα Χεμινγκγουέι στην ωμή πραγματικότητα της Αβάνας του ’96. Διασχίζουμε το Μιραμάρ, το θαλερό προάστιο της πόλης με τις πρεσβείες, τα σπίτια της νομενκλατούρας και τις ξένες εταιρείες εισαγωγών – εξαγωγών, που είναι μισοσκότεινο αν και η συχνότητα των διακοπών ρεύματος έχει μειωθεί. Πλησιάζοντας τις κεντρικές συνοικίες της πόλης αρχίζουμε να συναντούμε αστυνομικούς με γαλάζιες στολές και βλοσυρά πρόσωπα (ένας κάθε εκατό μέτρα), όπως και πολύ νεαρές Κουβανές, κυρίως μαύρες ή μουλάτες, που κάνουν οτοστόπ ντυμένες με φωσφορίζοντα εφαρμοστά ρούχα.
* Ζέστη και
δυσοσμία
Περνώντας ένα τούνελ η Μπιούικ βρίσκεται με ένα αγκομαχητό στο Μαλεκόν, στην παραθαλάσσια λεωφόρο που τρέχει κατά μήκος της πόλης. Ο αέρας γίνεται θερμός και υγρός, στα πεζοδρόμια η κίνηση πληθαίνει όπως και οι γυναίκες που στέκονται μόνες στα φανάρια και ακουμπούν στο ανοιχτό παράθυρο: «Amigos…». Ενα άδειο γήπεδο, ύστερα τα μεγάλα παράκτια ξενοδοχεία, που είναι προνομιακοί καταναλωτές ρεύματος: το εξωτικό ΝασιονάλΩ το Ριβιέρα της δεκαετίας του ’50Ω το ισπανικών συμφερόντων Μελία Κοΐμπα, το οποίο κτίσθηκε πρόσφατα και συμβολίζει την ευμάρεια που οι Κουβανοί προσδοκούν από τις ξένες επενδύσεις και τον τουρισμό.
Περασμένα μεσάνυχτα, μα οι κάτοικοι της Αβάνας, φτωχοντυμένοι άνδρες ή γυναίκες με σορτς και σαγιονάρες, στέκονται στον δρόμο χωρίς προφανή απασχόληση: χαζεύουν, συζητούν, ακουμπούν στην κουπαστή, ατενίζουν τη θάλασσα ή είναι σκυμμένοι στις μηχανές ακινητοποιημένων αυτοκινήτων και προσπαθούν να τις επισκευάσουν. Τα σπίτια της παλιάς πόλης έχουν ευγενικές μα κατερειπωμένες προσόψεις, όντας περισσότερο λείψανα σπιτιών. Δυσκολεύεται να πιστέψει κανείς ότι μένουν εκεί οικογένειες, ώσπου βλέπει φευγαλέα μέσα από ένα χλωμά φωτισμένο παράθυρο έναν μεσήλικο με φανελάκι. Η υγρή ζέστη είναι αφόρητη και η δυσοσμία διαπεραστική. Αρκετοί άνθρωποι κάθονται στα κεφαλόσκαλα των σπιτιών τους: άραγε δεν έχουν δουλειά την επομένη; Αναλογίζεται κανείς την οικονομική κατάρρευση της Κούβας τη δεκαετία του ’90 και το φάσμα της ανεργίας σε ένα σοσιαλιστικό καθεστώς που εγγυάται πλήρη απασχόληση.
* Μια πόλη –
φάντασμα
Η Αβάνα είναι μια πόλη σταματημένη σαν τις μηχανές των εργοστασίων της που στέρεψαν από πετρέλαιο μια πόλη – φάντασμα. Στο πέλαγος μπρος στο λιμάνι της σπανίως βλέπει κανείς καράβιαΩ ο αέρας, για να θυμηθεί κανείς τον ποιητή, «φυσά μα δεν δροσίζει»Ω τέλος, τα «σαπισμένα θαλάσσια ξύλα» θα μπορούσαν να είναι οι πρόχειρες σχεδίες των balseros, αυτών που προσπαθούν να φτάσουν στο Μαϊάμι με τη βοήθεια του ανέμου. Το καλοκαίρι του ’94 ήταν περισσότεροι από 2.000 την ημέρα (ακόμη και οικογένειες με ηλικιωμένους ή παιδιά) και οι περισσότεροι από τους μισούς δεν έφθαναν στον προορισμό τους.
Πίσω από την οικονομική δυσπραγία της Κούβας και τη μαζική έξοδο των Κουβανών βρίσκεται τι ειρωνεία το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Ο annus mirabilis 1989 άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου και οι άνεμοι έφθασαν από την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια ως την ηλιόλουστη Καραϊβική. Οι πλουσιοπάροχες επιδοτήσεις που απολάμβανε η Κούβα από τη Σοβιετική Ενωση, εξασφαλίζοντας για τους κατοίκους της επίπεδο ζωής υπεράνω των δυνατοτήτων τους, μειώθηκαν δραστικά και το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1991 άφησε το καθεστώς του Φιντέλ Κάστρο χωρίς «φίλους σε υψηλές θέσεις». Κατά τα λοιπά, η αντιπάθεια του προέδρου της Ρωσίας Μπορίς Γέλτσιν για την κουβανική ηγεσία είναι γνωστή: «Ισως η καλύτερη χάρη», αναφέρεται ότι είπε, «που θα μπορούσαμε να κάνουμε στον κουβανικό λαό είναι να διακόψουμε τη συνεργασία μας με το καθεστώς του Κάστρο, ώστε το νησί να επιστρέψει στον δρόμο του πολιτισμού».
Ο Γέλτσιν το είπε και το έκανε: οι τελευταίοι Ρώσοι αποσύρθηκαν από την Κούβα το 1993 και το ψηλόλιγνο φουτουριστικό κτίριο της σοβιετικής πρεσβείας στο Μιραμάρ παραμένει τεκμήριο ενός ακόμη αλλόκοτου επεισοδίου στην ιστορία του νησιού. Για την Κούβα το «γύρισμα της τύχης» στις σχέσεις με τους πάλαι ποτέ Σοβιετικούς σημαίνει ετήσια απώλεια 6 δισ. δολαρίων οικονομικής βοήθειας, 1 δισ. δολαρίων στρατιωτικής ενίσχυσης, 10 εκατ. τόνων πετρελαίου, 6 δισ. δολαρίων εισαγόμενων αγαθών. Σημαίνει επίσης απώλεια των βασικών εμπορικών εταίρων της, δηλαδή των κρατών της Κομεκόν. Αποτέλεσμα; Η Κούβα δεν πωλεί πλέον ζάχαρη σε προνομιακή τιμή, αλλά υφίσταται την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού.
Οι απλοί Κουβανοί ονομάζουν, με πικρό χιούμορ, το 1989 «Αρμαγεδδών». Ο Φιντέλ Κάστρο χαρακτήρισε την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης συγκυρία χειρότερη για το νησί και από την κρίση των πυραύλων το 1962. Το καθεστώς ονόμασε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90 «Ειδική περίοδο» («Estapa Especial») σε καιρό ειρήνης και μη έχοντας σκληρό συνάλλαγμα για αγορά πετρελαίου, προμηθεύθηκε ένα εκατ. ποδήλατα από τους Κινέζους. Η Αβάνα έγινε (και εξακολουθεί να είναι) η ποδηλατική πρωτεύουσα του αμερικανικού κόσμου. Στους αγρούς τα βόδια αντικατέστησαν τα τρακτέρΩ ακόμη και τώρα σπανίως τα βλέπει κανείς ανάμεσα στα ζαχαροκάλαμα. Το χειρότερο είναι όμως ότι η οικονομική δραστηριότητα μειώθηκε κατά 40%, τα ανεπαρκή συναλλαγματικά αποθέματα δημιούργησαν έλλειψη φαρμάκων που συμπληρώθηκε από απουσία αγαθών, τη στιγμή όπου η διατροφή του πληθυσμού γινόταν με δελτίο. Το ημερήσιο σιτηρέσιο των Κουβανών έπεσε στις 900 θερμίδες και ξαφνικά το σύνθημα «Σοσιαλισμός ή Θάνατος» («Socialismo o Muerte»), που βλέπει κανείς ακόμη στους τοίχους, απέκτησε άλλο νόημα.
* Ενας αέρας
αιθαλομίχλης
Στην Αβάνα του ’96, παρά κάποιες προόδους, η ένδεια είναι ορατή διά γυμνού οφθαλμού. Η κατάσταση δεν είναι τόσο δραματική όσο το καλοκαίρι του ’94, όταν ξέσπασαν ταραχές και τα πλήθη φώναζαν «Ελευθερία» («Libertad»). Εν τούτοις, τα μισόγυμνα παιδιά στον δρόμο ζητούν διαρκώς χρήματα («moneda»), ένα μολύβι ή μια μπλούζα. Σε ένα υπαίθριο καφενείο στο θαλερό Κεντρικό Πάρκο της παλιάς Αβάνας, μπρος στο Gran Teatro Λόρκα και στο ιστορικό ξενοδοχείο Ινγκλατέρα, ένας ρακένδυτος άνδρας μαζεύει τα απομεινάρια από τα πιάτα των θαμώνωνΩ οι σερβιτόροι σηκώνουν τους ώμους. Στον ιστορικό δρόμο Ομπίσμπο, μπρος στο φαρμακείο Τζόνσον, ένας προσηνής μεσήλικος απορεί με την παρουσία Ελλήνων, προσφέρει για πώληση μετάλλια με τον Τσε Γκεβάρα, ύστερα ένα φύλλο της εφημερίδας «Granma», τέλος δείχνει λίγα μέτρα πιο πέρα τη νύφη του με το μωρό της.
Εξίσου ορατή είναι η πτώση της ποιότητας ζωής. Εργαζόμενοι που πηγαίνουν στη δουλειά περπατώντας χιλιόμετρα με τα πόδια εξαιτίας της ανεπάρκειας μεταφορικών μέσων όταν δεν κάνουν οτοστόπ στα Lada που κυκλοφορούν. Μια πόλη με μόνιμα πικρή οσμή και έναν αέρα αιθαλομίχλης από το φτηνό πετρέλαιο που καίνε τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Τα στελέχη του κουβανικού καθεστώτος δεν αποσιωπούν την πραγματικότητα. Στο γραφείο του στο Βεδάδο, ανάμεσα στην παλιά Αβάνα και στο Μιραμάρ, ο Ρομπέρτο Παβόν, διευθυντής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΑΙΝ), δεν αρνείται τη δυσπραγία που έχει προκαλέσει η απώλεια των σοβιετικών επιχορηγήσεων. Ενας μικρόσωμος λευκός άνδρας με μουστάκι, ο Παβόν σερβίρει γλυκό κουβανικό καφέ από ένα θερμός και δεν παραλείπει να επισημάνει τα εντυπωσιακά επιτεύγματα της κουβανικής επανάστασης. Την άνοδο του μέσου όρου ζωής, που ξεπερνά πλέον τα 70 χρόνιαΩ την εξάλειψη του αναλφαβητισμούΩ τις κοινωνικές παροχές και την ιατρική περίθαλψη (ένας γιατρός για κάθε πεντακόσιους αρρώστους)Ω τη δωρεάν παιδεία που είναι ανοιχτή σε όλουςΩ τα κτίρια με τις εργατικές κατοικίες πλάι στους φοίνικες της ενδοχώρας.
Τώρα όμως το θαυμαστό εποικοδόμημα της κουβανικής επανάστασης υπονομεύεται από τους τριγμούς της βάσης: οι εκπαιδευμένοι γιατροί (κάποτε η Κούβα ήταν πόλος ιατρικού τουρισμού) δεν έχουν φάρμακα να γράψουν στους ασθενείς τους. Μετανιώνει άραγε ο Παβόν για την, με πελατειακούς όρους, πρόσδεση της Κούβας στο άρμα της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ενωσης; Ο συνομιλητής μας σκέπτεται για μια στιγμή και ύστερα επισημαίνει χαμογελώντας ότι κατά τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου η Κούβα δεν είχε άλλη επιλογή από το να ενταχθεί στη λογική του διπολισμού.
* Μαντόνα και
μπέιζμπολ
Το τέλος του διπολισμού φέρνει μοιραία τη συζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μερικά τετράγωνα μακρύτερα από την ΑΙΝ, στο κτίριο του κουβανικού ραδιοφώνου ο βουλευτής Πέντρο Μαρτίνες ομιλεί για το Ράδιο Αβάνα Κούβα, που εκπέμπει σε όλο τον κόσμο και την αντιπαράθεσή του με το Ράδιο Μαρτί των αντικαθεστωτικών: ο πόλεμος της προπαγάνδας. Οπως συμβαίνει συχνά στις συζητήσεις με στελέχη της κουβανικής νομενκλατούρας, αναρωτιέται κανείς αν κινητήρια δύναμη του καθεστώτος δεν είναι ο κομμουνισμός (άλλωστε τα σφυροδρέπανα έχουν εξαφανιστεί από την Κούβα) όσο ένα ιδιότυπο μείγμα κουβανικού εθνικισμού και αντιαμερικανισμού.
Εν τούτοις, η κουβανική στάση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες μοιάζει αθεράπευτα αμφίθυμη. Την ώρα όπου στελέχη της παλαιότερης γενιάς χαρακτηρίζουν κατ’ ιδίαν την εισβολή των αμερικανών πεζοναυτών αναπόφευκτη και ομιλούν για αντίσταση μέχρις εσχάτων, στο Μαλεκόν οι απλοί Κουβανοί των νεότερων ηλικιών κυκλοφορούν αμέριμνοι φορώντας φανέλες με τα χρώματα των Ηνωμένων Πολιτειών, εκφράζουν την άποψή τους για τη Μαντόνα και λατρεύουν το μπέιζμπολ ως εθνικό σπορ: αυτονοήτως, η νίκη επί των Αμερικανών στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα πανηγυρίστηκε δεόντως. Ομολογουμένως, ο αντιαμερικανισμός είναι χρήσιμος. Σε μια ανεπίσημη μεσημεριανή συνάντηση στο μπαρ ενός ξενοδοχείου στο Βεδάδο, ένας, επίσης παλαιότερης γενιάς, αξιωματούχος παρατηρεί κυνικά: «Οσο τηρείται το εμπάργκο μπορούμε να φορτώνουμε στους Αμερικανούς την οικονομική δυσπραγία. Αν όμως ξαφνικά σταματήσει, τι θα πούμε σε όλον αυτόν τον κόσμο που θα θέλει δύο αυτοκίνητα, σπίτι, τηλεόραση και βίντεο;».
Προς το παρόν, το ενδεχόμενο κατάργησης του εμπάργκο που κρατεί από το 1962 φαίνεται αμφίβολο. Αναλυτές του κουβανικού υπουργείου Εξωτερικών, όπως ο Ραφαέλ Νταουσά της Διεύθυνσης Βορείου Αμερικής, επισημαίνουν ότι για τις Ηνωμένες Πολιτείες η Κούβα αποτελεί πλέον «ζήτημα εσωτερικής πολιτικής» κάτι που δεν αρνείται ούτε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Αλλωστε, 90 μίλια (χιλιοστά, κατά τον γνωστό αστεϊσμό του Κάστρο) από την Αβάνα οι Κουβανοί της εμιγκράτσιας του Μαϊάμι πιέζουν την Ουάσιγκτον να σκληρύνει τη στάση της. Στην πράξη, πάντως, τα νομοθετήματα Τοριτσέλι και Χελμς Μπάρτον δεν εμποδίζουν τους επισκέπτες της Κούβας να απολαύσουν Κόκα κόλα που έρχεται από το Μεξικό. Τα κόκκινα τενεκεδάκια της Coke στις παραλίες υποδεικνύουν την γκρίζα πραγματικότητα του εμπάργκο. Λίγο σαν τα αμερικανικά κότερα στη μαρίνα Χεμινγκγουέι: οι ιδιοκτήτες τους τα φέρνουν στην Κούβα, τα επισκευάζουν με χαμηλό κόστος και τα μεταπωλούν σε διπλή τιμή πίσω στο Μαϊάμι. «Πφφφ… Ποιο εμπάργκο;», σαρκάζει ένας Κουβανός στις αποβάθρες. Παρ’ όλα αυτά ο εμπορικός αποκλεισμός έχει, σύμφωνα με υπολογισμούς, στοιχίσει στους Κουβανούς περίπου 44 δισ. δολάρια.
* Η ώρα της
apertura
Τριαντάρης και με τέλεια γνώση της αγγλικής, ο Νταουσά φαίνεται τυπικός εκπρόσωπος μιας νέας γενιάς στελεχών. Είναι αυτοί, με κορυφαίο τον σύμβουλο του Κάστρο Κάρλος Λάγκε, που διαχειρίζονται την έξοδο από την κρίση του ’89. Η συνταγή περιλαμβάνει άνοιγμα (η περίφημη apertura) στο ξένο κεφάλαιοΩ περιορισμένη υιοθέτηση της ιδιωτικής οικονομίας (η περίπτωση των paladares)Ω νομιμοποίηση, από το 1993, του δολαρίου ως μέσου συναλλαγών. Οι ξένες επενδύσεις είναι της τάξεως των 700 εκατ. δολαρίων, προέρχονται κυρίως από τον Καναδά και την Ισπανία και αφορούν, αντίστοιχα, τους τομείς της μεταλλωρυχίας και του τουρισμού. Πρόκειται για μεικτές επιχειρήσεις μεταξύ του κουβανικού κράτους, που συνεισφέρει τα πάγια και την εργατική δύναμη, και των ξένων εταιρειών που κομίζουν τα κεφάλαια, την τεχνογνωσία και την αγορά. Οι Κουβανοί δίνουν ιδιαίτερη σημασία στον τουρισμό, όπως εξηγεί ένας άλλος νηφάλιος τριαντάρης, ο Μανουέλ Γκαρσία του οργανισμού Publicitur. Η Κούβα αποκόμισε το 1995 1 δισ. δολάρια από τον τουρισμό (δεύτερη μεγαλύτερη πηγή εσόδων μετά τη ζάχαρη) και αναμένει φέτος σχεδόν 1 εκατ. τουρίστες από 700.000 πέρυσι.
* Μισθοί
6-10 δολαρίων
Η μαζική όμως είσοδος ξένων εταιρειών και τουριστών σε μια κοινωνία που από το 1965 ως το 1973 υποδεχόταν μόλις 3.000 επισκέπτες τον χρόνο δεν είναι χωρίς συνέπειες. Ιδίως όταν είναι συνδεδεμένη με την εισαγωγή του δολαρίου ως μέσου συναλλαγής. Με μισθούς 120-200 πέσος (6 με 10 δολάρια) ο μέσος Κουβανός είναι καταδικασμένος σε ένδεια, καθώς τα δελτία αγαθών που διανέμει το κράτος σπανίως επαρκούν. Μια από τις παραδοξότερες εμπειρίες στην Αβάνα είναι να επισκεφθεί κανείς ένα πλήρως εξοπλισμένο σουπερμάρκετ (super mercado), όπου όλα πωλούνται σε δολάρια, αφού πρώτα περάσει από ένα κρατικό πρατήριο με ουρές και άδεια ράφια.
Πώς αντιμετωπίζουν την κατάσταση αυτή οι Κουβανοί; Οι ελάχιστοι που εργάζονται σε ξένες εταιρείες αμείβονται συνήθως με έναν δεύτερο μισθό «κάτω από το τραπέζι» σε δολάρια, αφού τον πρώτο τον εισπράττει το κράτος που τους πληρώνει σε πέσος. Τους βλέπει κανείς με τα κινητά τηλέφωνα στα καλά εστιατόρια, όπως στο ισπανικό Ελ Αλχίμπε στο Μιραμάρ. Για τους άλλους η λύση είναι μια δουλειά σε συνάρτηση με τον τουρισμό. Επιστήμονες και δικηγόροι γίνονται σερβιτόροι και μπάρμεν, προσδοκώντας τα φιλοδωρήματα των επισκεπτών που αποφέρουν 5 ή 6 δολάρια την ημέρα, αξιόλογο ποσό για τα δεδομένα της Αβάνας.
* Πίσω στο
«τσα τσα τσα»
Προς τον τουρισμό προσανατολίζονται και οι γυναίκες. Αλλες προσκολλώνται στους τουρίστες για μερικές ημέρες (είναι οι περίφημες jineteras) με αντάλλαγμα τη διατροφή τους ή ένα ξένο άρωμα. Αλλες κάνουν πεζοδρόμιο ή πλημμυρίζουν τις παράκτιες ντισκοτέκ. Ο Κάστρο και οι επαναστάτες είχαν θέσει στόχο να βάλουν τέλος στο «τσα τσα τσα», αλλά η τουριστική Αβάνα αρχίζει ξαφνικά να θυμίζει επικίνδυνα την εποχή του Μπατίστα, όταν οι 100.000 πόρνες έκαναν το νησί να θεωρείται ο «οίκος ανοχής της Καραϊβικής».
Το καθεστώς εισήγαγε πρόσφατα αυστηρότερη νομοθεσία και επέτεινε την αστυνόμευση, αλλά η ένδεια και το δέλεαρ εσόδων από 60 ως 200 δολάρια τη νύχτα έχει οδηγήσει στα πεζοδρόμια δασκάλες, νηπιαγωγούς, βιβλιοθηκάριους και φοιτήτριες.
Για ένα τουλάχιστον τμήμα της κουβανικής νεολαίας η πορνεία φαίνεται να αποτελεί συμπλήρωμα εισοδήματος. Δεδομένου ότι έχει πλέον απαγορευθεί η είσοδος Κουβανών στα ξενοδοχεία, έχει δημιουργηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός από πειρατικά ταξί και αυτοκίνητα που κυκλοφορούν στους θεοσκότεινους εσωτερικούς δρόμους γύρω από το Μαλεκόν μεταφέροντας κοπέλες και πελάτες σε δωμάτια ιδιωτικών σπιτιών του Βεδάδο ή του Μιραμάρ, που νοικιάζονται από οικογένειες προς 30 δολάρια. Αλλωστε, η παράνομη μίσθωση δωματίων σε ξένους είναι ένας άλλος τρόπος να αποκτήσουν οι Κουβανοί δολάρια. Αν η Αβάνα είναι μια πόλη που δεν κοιμάται ποτέ, στο τουριστικό Βαραδέρο, με πληθυσμό 18.000, οι πόρνες, που έρχονται από όλα σημεία του νησιού, αριθμούν 8.000.
* Το παρόν
και το μέλλον
Τα στελέχη του κουβανικού καθεστώτος δεν αρνούνται ότι ο τουρισμός και η είσοδος ξένου κεφαλαίου δημιουργούν ανισότητες, αλλά σηκώνουν τα χέρια: ο κόσμος δεν μπορεί να είναι ιδανικός. Επικαλούνται ως αντιστάθμισμα το δελτίο κρατικών παροχών, την περίθαλψη και την παιδεία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν ανησυχούν: «Οι επενδύσεις είναι για το μέλλον, προς το παρόν έχουμε να αντιμετωπίσουμε την πείνα». Εν τούτοις, υπάρχουν αναλυτές που εκφράζουν αμφιβολίες αν ακόμη και αυτή η στρατηγική θα μπορούσε να βγάλει την Κούβα από το τούνελ της κρίσης. Κεφάλαια και τουρίστες έρχονται από την μακρινή Ευρώπη, που παραδοσιακά έχει στενούς δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες ώστε να μην είναι διατεθειμένη να έρθει σε αντιπαράθεση μαζί τους. Ακόμη περισσότερο: υπολογίζεται ότι η Κούβα αδυνατεί να συγκρατήσει περισσότερο από 30% των εσόδων από τον τουρισμό, ενώ οι ξένες εταιρείες επαναπατρίζουν σε μεγάλο βαθμό τα κέρδη τους. Τέλος, η ευημερία παραμένει άπιαστο όνειρο για γειτονικές οικονομίες της Καραϊβικής (όπως η Τζαμάικα) με ανάλογο προφίλ υπηρεσιών και εξαγωγών. Πίσω στην Αβάνα η μέρα τελειώνει και τα φώτα χαμηλώνουν. Στο Μαλεκόν ο κόσμος κάνει ουρές για ένα hellado, ένα παγωτόΩ λίγο πιο πέρα αστράφτει η αντιπροσωπεία της Φίατ. Τα κρατικά συνθήματα ζητούν από τους κατοίκους να διατηρήσουν την ευδιαθεσία τους («Defendemos la allegria»), αλλά η ατμόσφαιρα είναι βαριά. Το σλόγκαν «Σοσιαλισμός ή θάνατος» έχει πλέον μετονομασθεί σε «Δολάρια ή θάνατος». Καλά που υπάρχουν και οι «απέναντι», οι συγγενείς των κουβανών στο Μαϊάμι, που έστειλαν 800 εκατ. δολάρια σε εμβάσματα και επισκέπτονται το νησί φορτωμένοι δώρα και άλλα αγαθά. Το βράδυ προχωράει και τα παραλιακά κέντρα ανοίγουν τις εισόδους τους. Είναι ίσως τα μόνα στον κόσμο όπου οι γυναίκες χρειάζεται να συνοδεύονται για να μπορούν να μπουν! Οι Κουβανές εξοικονομούν τα πέντε ή δέκα δολάρια της εισόδου προκειμένου να γνωρίσουν ξένους.
* Φτώχεια
και αξιοπρέπεια
Στην πίστα της ντισκοτέκ του ξενοδοχείου Κόμοντορ δεκαεξάχρονες κοπέλες χορεύουν με ιταλούς ιδιωτικούς υπάλληλους από την Κρεμόνα ή τη Βιτσέντζα. Μια νεαρή Κουβανή ζητάει πέντε δολάρια για να πάρει μια Κόκα κόλα και μετά από λίγο φέρνει μόνη της πίσω τα ρέστα: παρά την κρίση και τις δυσκολίες, οι Κουβανοί έχουν έναν τρόπο να κρατούν την αξιοπρέπειά τους. Είναι δασκάλα από τη Σάντα Κλάρα, όπου ζει με τη μητέρα της, και βρίσκεται, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού τον Αύγουστο, σε δεκαπενθήμερες διακοπές. Εχει έναν μώλωπα στο πόδι: μικρό ατύχημα με το ποδήλατο. Ο μισθός της είναι 120 πέσος, αλλά στοιχειώδεις ανάγκες διατροφής δείχνει το στομάχι της δεν καλύπτονται με λιγότερα από 60 δολάρια. Ο λόγος για τον οποίο βρίσκεται καλοκαιριάτικα στην Αβάνα είναι προφανής, αλλά το χειμώνα τι γίνεται: η μητέρα της ράβει και πουλάει φουστάνια. Και τα βράδια του χειμώνα στη Σάντα Κλάρα βγαίνει καθόλου, βλέπει τηλεόραση; Οχι, δεν κάνει τίποτε. Και αν είχε τηλεόραση, υπάρχουν πάντα οι διακοπές ρεύματος. «Εδώ, ξέρεις, είναι Κούβα, δεν είναι Ελλάδα».



