Οταν στις 2 Αυγούστου ο κ. Κώστας Σημίτης αναχωρούσε για τις ολιγοήμερες διακοπές του, πρώτα στη Λήμνο με τον αδελφό του και μετά στη Σίφνο με τον φίλο του κ. Γιώργο Τσουγιόπουλο, μόνο τρία στελέχη του ΠαΣοΚ ήξεραν ότι το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών τον απασχολούσε σοβαρά: ήταν η υπουργός Ανάπτυξης κυρία Βάσω Παπανδρέου, ο στενός συνεργάτης του κ. Θόδωρος Τσουκάτος και ο υπουργός Οικονομικών κ. Αλέκος Παπαδόπουλος. Και τα τρία αυτά στελέχη είχαν λόγους να ελπίζουν ότι ο Πρωθυπουργός θα κατέληγε στην απόφαση των εκλογών, ίσως γιατί αυτή ήταν και η δική τους επιθυμία. Με διαφορετικό σκεπτικό το καθένα από τα τρία κορυφαία στελέχη είχε επιμείνει στην εισήγησή του προς τον Πρωθυπουργό να προκηρύξει τις εκλογές «το αργότερο στα μέσα Οκτωβρίου». Στην άποψη των πρόωρων εκλογών συνέκλινε στις τελευταίες συναντήσεις με τον Πρωθυπουργό και ο κ. Χρήστος Πρωτόπαπας επικουρώντας τα επιχειρήματα που ήδη είχαν αναπτυχθεί.
Ωστόσο κανένας, ούτε ο στενότερος των συνεργατών του, δεν είχε αποσπάσει από τον κ. Σημίτη μια ένδειξη για τις τελικές του προθέσεις. Κατά την πάγια συνήθειά του ο Πρωθυπουργός άκουσε προσεκτικά όλους, σε ορισμένες περιπτώσεις κράτησε σημειώσεις στο περίφημο σημειωματάριό του, αλλά επιφυλάχθηκε απολύτως στην εκδήλωση των δικών του σκέψεων και προβληματισμών. Αλλωστε οι περισσότεροι των στενών συνεργατών του είχαν αντίθετη άποψη: ο κ. Νίκος Θέμελης, ο κ. Τάσος Μαντέλης, ο κ. Γιώργος Πανταγιάς θεωρούσαν ότι καταλληλότερος χρόνος εκλογών θα ήταν η άνοιξη του ’97 παρά το φθινόπωρο του ’96. Προσθέτως, άλλα κορυφαία κομματικά στελέχη, όπως οι κκ. Κ. Λαλιώτης και Κ. Σκανδαλίδης, δεν έκρυβαν την προτίμησή τους για εκλογές «μετά την άνοιξη του ’97».
Η αυλαία των αποφάσεων άνοιξε την Παρασκευή 16 Αυγούστου. Ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε εκείνη την ημέρα την απόφασή του για εκλογές σε ορισμένους από τους στενότερους συνεργάτες του, όπως στον κ. Θ. Τσουκάτο καθώς και στην κυρία Βάσω Παπανδρέου, με την οποία είχαν καθορισμένη συνάντηση. Ωστόσο τίποτε δεν διέρρευσε ως τη Δευτέρα 18 Αυγούστου, οπότε ο κ. Σημίτης ανακοίνωσε την απόφασή του στον «πρωινό καφέ» στο Μαξίμου. Αμέσως μετά ο Πρωθυπουργός επισκέφθηκε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον οποίο ενημέρωσε για την απόφασή του και ανέφερε στον κ. Στεφανόπουλο ως πιθανές ημερομηνίες την 29η Σεπτεμβρίου και την 6η Οκτωβρίου. Ωστόσο συμφωνήθηκε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τούτο να μην ανακοινωθεί ούτε να διαρρεύσει.
Ο Πρωθυπουργός είχε ήδη επικοινωνήσει με τον κ. Ακη Τσοχατζόπουλο, ο οποίος συμφώνησε με την απόφαση του κ. Σημίτη, ενώ, πλην των αρχικών αντιδράσεων του κ. Ευ. Γιαννόπουλου, όλα τα άλλα κορυφαία στελέχη συστρατεύθηκαν αμέσως στην απόφαση του Πρωθυπουργού. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι ο κ. Απ. Κακλαμάνης συνέπεσε απολύτως με τον κ. Σημίτη στην άποψη ότι δεν πρέπει να υπάρξει παρατεταμένη εκλογική περίοδος και ότι πρέπει να οριστεί μια σύντομη ημερομηνία των εκλογών.
Ως το Σάββατο 24 Αυγούστου το ΠαΣοΚ είχε ολοκληρώσει όλο τον κύκλο της επίσημης κινητοποίησης εν όψει των εκλογών: συνεδριάσεις του Εκτελεστικού Γραφείου, κοινή συνεδρίαση Κεντρικής Επιτροπής και Κοινοβουλευτικής Ομάδας και ήδη από τη Δευτέρα 26 Αυγούστου υπήρχε πλήρης διάταξη μάχης στην κορυφή. Το Εκτελεστικό Γραφείο όρισε την Κεντρική Επιτροπή Εκλογικού Αγώνα, η οποία έφθανε τα 20 στελέχη. Η Κεντρική Επιτροπή Εκλογικού Αγώνα, στην πλήρη της σύνθεση, με τον ίδιο τον κ. Σημίτη επικεφαλής, τα μέλη της Πολιτικής Γραμματείας, τον κ. Γ. Αρσένη κλπ. συνεδρίασε μία – δύο φορές, κυρίως για να καθορίσει τις πολύ γενικές και ουσιώδεις «γραμμές» του εκλογικού αγώνα. Αμέσως μετά όπως συμβαίνει πάντα η επιτροπή συρρικνώθηκε στο πραγματικό εκλογικό επιτελείο, που ήταν αρκετά διαφορετικό από την επίσημη πρόβλεψη και ανακοίνωση.
Επικεφαλής του εκλογικού αγώνα του ΠαΣοΚ ήταν ο ίδιος ο κ. Κώστας Σημίτης, ο οποίος επέβαλε την προσωπική του σφραγίδα στην ανάπτυξη της εκλογικής τακτικής. Για παράδειγμα, δύο διαφορετικά στελέχη του εκλογικού επιτελείου του ΠαΣοΚ (ο ένας μάλιστα θεωρείται «προεδρικός») στην ερώτηση «γιατί άργησαν να περάσουν στην αντεπίθεση στα εφτά σημεία του κ. Εβερτ» έδωσαν ταυτόσημη απάντηση: «Πρώτον, το κυβερνών κόμμα έχει άλλες προτεραιότητες. Ενα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν έχει τι άλλο να κάνει παρά να αντιπολιτεύεται. Και εμείς άλλωστε το ’93 ήμασταν πιο έτοιμοι από τη Νέα Δημοκρατία. Δεύτερον, όμως και πιο σημαντικό , ο Σημίτης δεν μας επέτρεψε ούτε μια στιγμή να νιώσουμε την “ελευθερία” του συνθήματος. Απαιτούσε για όλα λεπτομερές πρόγραμμα και θέσεις. Υπήρχε περίπτωση όπου του παρουσιάζαμε ένα μέτρο που λέγαμε ότι θα κοστίσει 35 δισ. και έβγαζε το κομπιουτεράκι και έλεγε ότι είναι παραπάνω και να κάνουμε νέα επεξεργασία, γιατί αυτός υποσχέσεις που δεν θα εφαρμοστούν δεν πρόκειται να δώσει ποτέ…».
Το σχήμα λειτουργίας του εκλογικού αγώνα του ΠαΣοΚ ήταν σε γενικές γραμμές ο συνδυασμός της Επιτροπής Προγράμματος με την Επιτροπή Επικοινωνίας. Η Επιτροπή Πολιτικών Θέσεων – Προγραμματικών Κατευθύνσεων στην επίσημη εκδοχή είχε επικεφαλής τους κκ. Κ. Σκανδαλίδη και Τάσο Μαντέλη. Στην πράξη, όμως, το βάρος των προγραμματικών θέσεων το ανέλαβε το επιτελείο του Πρωθυπουργού: ο κ. Νίκος Θέμελης, οι κκ. Ν. Χριστοδουλάκης και Τ. Γιαννίτσης, ο κ. Α. Αγγελίδης και ο κ. Π. Τήνιος μαζί με τον κ. Τ. Μαντέλη έδιναν την προγραμματική κατεύθυνση των εκλογικών στόχων. Από ένα σημείο και μετά και κατόπιν κάποιων ευλόγων αντιδράσεων σε θέματα οικονομίας και ανάπτυξης εκλήθησαν η κυρία Βάσω Παπανδρέου και ο κ. Αλέκος Παπαδόπουλος για να δώσουν την κατεύθυνση στους τομείς ευθύνης τους και τον γενικότερο τόνο στα σχετικά ζητήματα.
Τα στελέχη του πρωθυπουργικού Γραφείου συνεδρίαζαν κάθε πρωί στις 7.30 με την Επιτροπή Επικοινωνίας, της οποίας επικεφαλής είχαν οριστεί οι κκ. Κ. Λαλιώτης, Στ. Μανίκας και Θ. Τσουκάτος. Στην πράξη, όμως, το σχήμα της κοινής συνάντησης Επιτροπής Επικοινωνίας – Προγράμματος αποτελούσε το καθημερινό επιτελείο της εκλογικής μάχης του ΠαΣοΚ. Κάθε πρωί στις 7.30 στον 6ο όροφο της Χαριλάου Τρικούπη στην αίθουσα συσκέψεων του Εκτελεστικού Γραφείου συνεδρίαζαν οι: Κ. Λαλιώτης, Ν. Θέμελης, Γ. Πανταγιάς, Στ. Μανίκας, Θ. Τσουκάτος, Δ. Καρύδης, Ν. Αθανασάκης, Α. Χριστοδουλίδης, Μ. Γκίβαλος, Γ. Ρουμπάτης. Ορισμένες φορές προσετίθεντο οι ευρωβουλευτές κ. Γ. Κατηφόρης και κυρία Ρένα Λαμπράκη και ο κ. Γ. Σουλαδάκης, ο οποίος ήταν και ο εκπρόσωπος του ΠαΣοΚ στη Διακομματική.
Μετά τη σύσκεψη, που διαρκούσε ως τις 9.30, οι κκ. Λαλιώτης, Θέμελης, Τσουκάτος και Πανταγιάς κατευθύνονταν στο Μαξίμου, όπου σε σύντομη συνήθως σύσκεψη υπό τον πρωθυπουργό κ. Σημίτη κατέληγαν στις οριστικές επιλογές για όλα τα θέματα.
Ωστόσο και πάλι η συλλογικότητα των επιτροπών θα μπορούσε να καταλήξει σε δύο ονόματα – κλειδιά του εκλογικού επιτελείου του ΠαΣοΚ, δηλαδή στους κκ. Κώστα Λαλιώτη και Θόδωρο Τσουκάτο. Ο κ. Λαλιώτης, μετά τις πρώτες ταλαντεύσεις της καμπάνιας, ανέλαβε αποφασιστικά την ανασύνταξη των «μετώπων» και τη συσπείρωση της παράταξης στη λογική της ευθείας αντιπαράθεσης με τη Νέα Δημοκρατία και τον κ. Εβερτ προσωπικά. Ο κ. Τσουκάτος κρατούσε όλο το σκέλος της πολιτικοοργανωτικής κινητοποίησης του κομματικού μηχανισμού: από την οργάνωση των 27 εξορμήσεων του Πρωθυπουργού ως τη «μυρμηγκίσια» δουλειά με νομάρχες, δημάρχους και κοινοτάρχες για τη συσπείρωση του ΠαΣοΚ και το «ξήλωμα» του κ. Τσοβόλα.
«Οι εκλογές αιφνιδίασαν το ΠαΣοΚ περισσότερο από ό,τι τη Νέα Δημοκρατία». Η διαπίστωση αυτή της Ρηγίλλης έδειχνε πειστική ως το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου. Ως εκείνη τη στιγμή, είτε τα «επτά σημεία» του κ. Εβερτ είτε ο βομβαρδισμός των σποτ της «αρνητικής καμπάνιας» της Νέας Δημοκρατίας έτειναν να δώσουν τον τόνο των εκλογών. Ξαφνικά, η εικόνα άρχισε και πάλι να αντιστρέφεται. Η πρωτοβουλία ξαναγύρισε στο ΠαΣοΚ, ο κ. Σημίτης άρχισε να κερδίζει τη μάχη του μπαλκονιού, ο «πόλεμος των σποτ» εξισορρόπησε στην τηλεόραση και ο κ. Λαλιώτης βρέθηκε εκ νέου στον κλασικό ρόλο του «κίλερ» των τελευταίων ημερών στη Χαριλάου Τρικούπη. Ποιοι ήταν όμως οι άνθρωποι πίσω από τις κουίντες που καθόρισαν τις εκλογικές τακτικές και των δύο κομμάτων; Ποιοι σήμερα βράδυ θα πανηγυρίζουν και ποιοι θα μπουν στο στόχαστρο, ανάλογα με το αποτέλεσμα; Διότι, ως γνωστόν, η ήττα είναι ορφανή και η νίκη έχει πολλούς πατέρες, ιδίως στις εκλογές… Τα σφάλματα του κ. Εβερτ
Ο κ. Εβερτ, ανεξαρτήτως τελικού εκλογικού αποτελέσματος, μπορεί να ισχυριστεί βασίμως ότι όχι μόνο δεν αιφνιδιάστηκε από την κήρυξη των πρόωρων εκλογών αλλά ότι είχε διατάξει εγκαίρως όλες τις δυνάμεις της Νέας Δημοκρατίας για την αντιμετώπισή τους. Από τον Ιούνιο ήδη συνέστησε την Κεντρική Επιτροπή Εκλογικού Αγώνα και πραγματοποίησε την εθνική συνδιάσκεψη, ώστε να θέσει το κόμμα σε εκλογικό συναγερμό. Τότε είχε κατηγορηθεί ότι επρόκειτο περισσότερο για εσωκομματικό ελιγμό παρά για πραγματικό πολιτικό στόχο. Ωστόσο φαίνεται ότι το εκλογικό ενδεχόμενο ήταν πράγματι παρόν στη σκέψη του κ. Εβερτ. Απόδειξη είναι ότι στις 17 Ιουλίου έγινε η πρώτη ανάθεση σε διαφημιστική εταιρεία για την έκδοση των προγραμμάτων ανά νομό της Νέας Δημοκρατίας.
Η ετοιμότητα απεδείχθη και στο μπαράζ των «σποτ» και στις εύστοχες επιλογές που επέδειξε το στενό επιτελείο του κ. Εβερτ, αμέσως μετά την επίσημη κήρυξη των εκλογών. Το πρώτο δεκαπενθήμερο μάλιστα φαινόταν να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων η Νέα Δημοκρατία, πράγμα που επέτεινε και η στάση του κ. Μητσοτάκη και η παρουσία της κυρίας Ντόρας Μπακογιάννη στην Α’ Αθηνών.
Ωστόσο και στη Νέα Δημοκρατία όπως και στο ΠαΣοΚ ο εκλογικός αγώνας δεν καθοδηγήθηκε από την επίσημη Κεντρική Επιτροπή Εκλογικού Αγώνα. Τα 37 μέλη αυτής της Επιτροπής καθιστούσαν απαγορευτική την αποτελεσματική λειτουργία της. Στην πράξη το εκλογικό επιτελείο πήρε πολύ διαφορετική μορφή από την επίσημη δομή. Ενα τμήμα κομματικής, κυρίως, κινητοποίησης δυνάμεων παρέμεινε υπό την ευθύνη του κ. Τζαννή Τζαννετάκη και του κ. Κ. Γριβέα. Ενα άλλο τμήμα όμως έλαβε εντελώς διαφορετική μορφή. Για παράδειγμα κανένας δεν γνωρίζει πώς ακριβώς σχηματίστηκαν τα ψηφοδέλτια. Κοινή πεποίθηση είναι ότι, τελικά, αποφασιστικό ρόλο έπαιξε ο κ. Ν. Μπάλιος που εισηγήθηκε στον κ. Εβερτ την καταλληλότερη σύνθεση ανά νομό.
Η προσωπική στρατηγική και οι επιλογές του κ. Εβερτ δεν συζητήθηκαν στην Κεντρική Εκλογική Επιτροπή, αλλά ήταν αποτέλεσμα εισηγήσεων ενός πολύ στενού κύκλου προσωπικών συνεργατών. Κορυφαίο ρόλο έπαιξαν οι κκ. Προκόπης Παυλόπουλος και Πάνος Λουκάκος, ενώ στην επεξεργασία της στρατηγικής συνέβαλε τόσο ο κ. Γιάννης Λούλης όσο και ο κ. Κ. Παναγόπουλος της εταιρείας ALCO που είχε αναλάβει τις δημοσκοπήσεις για λογαριασμό της Νέας Δημοκρατίας. Στον ίδιο στενό κύκλο ανήκει και ο κ. Γιάννης Αδριανός, ο οποίος έχει κατορθώσει να οικοδομήσει αξιόπιστες σχέσεις με τους δημοσιογράφους, έτσι ώστε να μπορεί να γίνεται και διάμεσος αμφίδρομα χρήσιμης πληροφόρησης.
Σε ορισμένες συσκέψεις χρήσιμες θέσεις εισηγήθηκαν επίσης οι κκ. Κ. Καραμανλής και Δ. Σιούφας, προτού στραφούν ειδικότερα στον αγώνα στις εκλογικές τους περιφέρειες.
Στα αρνητικά των προεκλογικών χειρισμών του κ. Εβερτ καταγράφονται από ορισμένες εσωκομματικές πλευρές τρία σημεία: πρώτον, η απομάκρυνση του αμερικανού συμβούλου κ. Γκλικ, που θεωρείται «αναντικατάστατος και πολύτιμος»Ω δεύτερον, η έλλειψη μέριμνας στον τομέα των ετεροδημοτών, όπου αναγνωρίζεται σαφές προβάδισμα και υπεροχή του αντίστοιχου τομέα του ΠαΣοΚΩ τρίτον και βαρύτερο, ότι «έχασε την ψυχραιμία του την κρίσιμη τελευταία βδομάδα, δίνοντας την εικόνα ότι χάνουμε, με μάχες επί της διαδικασίας και πολώνοντας τα μικρότερα κόμματα εναντίον μας».
Αυτές οι κριτικές δεν στερούνται σημασίας. Αναλόγως με το ποσοστό που θα επιτύχει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ενδέχεται να τεθεί ακόμη και θέμα ηγεσίας στη Νέα Δημοκρατία. Στενοί συνεργάτες του κ. Εβερτ, όμως, αρνούνται καν να συζητήσουν το θέμα. Οχι μόνο διότι πιστεύουν το καλύτερο για το σημερινό αποτέλεσμα αλλά γιατί θυμίζουν με νόημα «πόσες αναμετρήσεις χρειάστηκε ο κ. Μητσοτάκης για να φθάσει το κόμμα σε νίκη;».



