Παράγων που γνωρίζει καλά την υπόθεση «Ολυμπιάδα 2004» έλεγε την περασμένη Τετάρτη στο «Βήμα»: «Η κατάσταση δεν είναι τόσο κακή όσο φαίνεται. Είναι χειρότερη». Την ίδια ημέρα ο πρωθυπουργός κ. Κ. Σημίτης συγκαλούσε για τρίτη κατά σειρά εβδομάδα τη Διυπουργική Επιτροπή, παρουσία της προέδρου της Οργανωτικής Επιτροπής κυρίας Γιάννας Αγγελοπούλου και του διευθύνοντος συμβούλου κ. Κ. Μπακούρη, επιχειρώντας όχι απλώς να βάλει σε τάξη τα πράγματα, αλλά και να αποσοβήσει την επέκταση μιας «κρίσης» που είχε αρχίσει να εκδηλώνεται σε επί μέρους μέτωπα. Η αντιπρόεδρος κυρία Νίκη Τζαβέλλα «πήρε το καπελάκι της και έφυγε», καθώς διαπίστωνε ότι εφόσον ουδείς είχε πρόθεση να αξιοποιήσει τα προσόντα της που την κατέστησαν μέλος της Επιτροπής, δεν είχε νόημα να υπερβεί ένα δύσκολο προσωπικό της πρόβλημα. Ο δήμαρχος Αθηναίων κ. Δημ. Αβραμόπουλος καβγάδιζε στα ραδιόφωνα με τον πρόεδρο της Ελληνικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων κ. Λ. Νικολάου με πρόφαση την ατυχή τελετή αφής της Ολυμπιακής Φλόγας. Και εκείνοι που θα έδιναν, υποτίθεται, νέους ρυθμούς στην υπόθεση, άρχισαν να εισέρχονται στην παραδοσιακή θερινή ραστώνη τους. «Τι γίνεται εδώ πέρα;» πρέπει να σκέφθηκε ο Πρωθυπουργός, ο οποίος μία ημέρα νωρίτερα εξερχόμενος από τη συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κ. Στεφανόπουλο επαναβεβαίωσε ότι η «υπέρτατη αρχή» στην υπόθεση της Ολυμπιάδας είναι εφεξής ο ίδιος, προσωπικώς.
Τρεις μόλις εβδομάδες μετά τη «θριαμβευτική» επιστροφή της κυρίας Αγγελοπούλου στο τιμόνι της Ολυμπιάδας, το ερώτημα είναι ακριβώς αυτό: Τι γίνεται εδώ πέρα; Μία απάντηση είναι ότι γίνονται πλέον πολλά. Μία άλλη είναι ότι πάλι δεν γίνεται τίποτε. Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Υστερα από τον λήθαργο των δύο ετών, το «καμπανάκι» που χτύπησε με τον γνωστό τρόπο ο κ. Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ έδειξε να επιταχύνει τις εξελίξεις και η «πρόσκληση» προς την επικεφαλής τής Επιτροπής Διεκδίκησης να αναλάβει και τη διοργάνωση των αγώνων, παρ’ ότι είχε αποκλεισθεί προεκλογικώς γι’ αυτό τον ρόλο, ήταν η πρώτη ένδειξη της επιτάχυνσης. Ωστόσο «κάθε θαύμα κρατάει τρεις ημέρες». Η τέταρτη άρχισε να προσγειώνει τους πάντες σε μια πραγματικότητα, η διαχείριση της οποίας απαιτεί πολλές ανατροπές για τις οποίες είναι αμφίβολο αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις. Η «νευρικότητα» που επικράτησε σε ορισμένες στιγμές της τελευταίας συνεδρίασης της Διυπουργικής για επί μέρους θέματα μάλιστα προσέθεσε την πρώτη νότα ανησυχίας. Οι άλλες προέρχονται από τη διαπίστωση ότι σε κρίσιμους τομείς της διοργάνωσης τα πράγματα είναι ακόμη όπως ήταν πριν από δύο μήνες. Και αυτοί οι τομείς είναι συγκεκριμένοι.
* Υπηρεσίες -φαντάσματα
Πρώτον, οι υποδομές. Οσοι γνωρίζουν καλά τα πράγματα ισχυρίζονται ότι είναι δύσκολο να κερδίσουμε τον χαμένο χρόνο. Μερικοί πάνε ακόμη παραπέρα και προβλέπουν ότι είναι ίσως και αδύνατον. Υπερβάλλουν; Οχι ακριβώς. Η επιχειρηματολογία τους εστιάζεται στη διαπίστωση ότι «δεν υπάρχουν αυτά που έπρεπε ήδη να έχουν υπάρξει». Ποια; Δεν υπάρχουν οι οριστικές μελέτες των έργων, δεν έχουν περιέλθει ακόμη στην κυριότητα του Δημοσίου οι χώροι στους οποίους θα γίνουν, δεν υπάρχουν οι φορείς εκτέλεσης των έργων και δεν υπάρχει το προσωπικό που θα οργανώσει την Ολυμπιάδα. Δεν υπάρχουν επίσης οι 50.000 εθελοντές, χωρίς τους οποίους είναι αδύνατο να οργανωθεί μια Ολυμπιάδα. Ο κ. Π. Φασούλας, ο οποίος είχε ορισθεί ως επικεφαλής τους, μεταπήδησε στη Βουλή και η ΕΤΕΒΑ, που ανέλαβε την οργάνωση του εγχειρήματος, το μόνο που εξασφάλισε ως τώρα είναι η συμμετοχή του καθηγητή κ. Κ. Τσουκαλά. Αν ένας από τους λόγους για τους οποίους χάνει κάποιος έναν πόλεμο είναι ότι δεν έχει πολεμοφόδια, δεν είναι ανάγκη να αναζητηθούν και οι υπόλοιποι.
Αυτή τη στιγμή κανένας από τους τέσσερις φορείς που έχουν αναλάβει την εκτέλεση των έργων το ΥΠΕΧΩΔΕ, η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, ο ΟΕΚ και ο ΟΔΙΕ δεν έχει θέσει σε λειτουργία τις εταιρείες που θα αναλάβουν την εκτέλεση. Π.χ. οι Ειδικές Υπηρεσίες Δημοσίων Εργων για τα αθλητικά έργα και για τις μεταφορές υπάρχουν μόνο στα χαρτιά. Δεν έχουν διοίκηση, προσωπικό, γραφεία και τηλέφωνα, λεφτά και οργανόγραμμα. Η ΓΓΑ χρειάσθηκε να κάνει υπερωρίες για να συστήσει μία ακόμη τέτοια εταιρεία. Ουδείς έχει αναζητήσει αν η χώρα διαθέτει το κατασκευαστικό και επιστημονικό δυναμικό που απαιτούν η προετοιμασία και η διεξαγωγή της Ολυμπιάδας και δεν υπάρχει ούτε ένας κατάλογος με στελέχη που θα χρειασθεί να «επιστρατευθούν», έστω την τελευταία στιγμή. Είναι όμως σίγουρο ότι διαθέτει τη γραφειοκρατία που είναι ικανή να επιβάλει καθυστερήσεις και αναβολές. Μένει να αποδειχθεί αν ο «σαρωτικός» χαρακτήρας του κ. Θ. Πάγκαλου, ο ενθουσιασμός και η εργατικότητα του κ. Γ. Φλωρίδη και η εποπτεία από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό μπορούν να κατανικήσουν τον μανδαρινισμό και τις λοιπές αδυναμίες του ελληνικού Δημοσίου.
* Μια άχρηστη εταιρεία
Δεύτερον, η οργάνωση. Εκεί βασιλεύει το χάος. Η κυρία Αγγελοπούλου παρέλαβε στην πραγματικότητα μια «άχρηστη» εταιρεία. Ως τώρα έχουν προσληφθεί μέσω ειδικευμένων υποτίθεται εταιρειών επιλογής προσωπικού περί τα 120 άτομα, οι περισσότεροι εκ των οποίων είναι αμφίβολο αν έχουν τα προσόντα και τις ικανότητες άρα και θέση σε μια τόσο σημαντική «επιχείρηση». Και σαν να μην έφθανε αυτό, η απόφαση να συσταθεί Εκτελεστική Επιτροπή με υπερεξουσίες προσκρούει αφενός σε εσωτερικές έριδες και ατομικές φιλοδοξίες αλλά και σε νομικά κωλύματα. Το ένα είναι ότι η σύσταση μια τέτοιας Επιτροπής δεν προβλέπεται από τον ιδρυτικό νόμο του οργανισμού «Αθήνα 2004» και γι’ αυτό απαιτήθηκε η ειδική νομοθετική ρύθμιση που θα εισαγάγει οσονούπω στη Βουλή ο υπουργός Πολιτισμού. Μένει η απορία γιατί χρειάστηκαν δύο χρόνια για να ληφθεί η απόφαση. Το δεύτερο νομικό πρόβλημα είναι «διεθνές» και αφορά τις σχέσεις με τη ΔΟΕ, η οποία αξιώνει να μετέχει σε μια τέτοια Επιτροπή οπωσδήποτε ένας «αθάνατος» ή, άλλως, ο πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων. Ο κ. Λ. Νικολάου συγκεντρώνει και τις δύο ιδιότητες, αλλά στους παροικούντες είναι γνωστό ότι «ουδείς τον θέλει στην Εκτελεστική». Ευφυώς ο κ. Πάγκαλος προσέφυγε στη μέθοδο των «δύο συνθέσεων». Ητοι το Διοικητικό Συμβούλιο ονομάζεται «ευρεία σύνθεση» και η ΕΕ «τακτική σύνθεση». Μένει να το δεχθεί ο κ. Σάμαρανκ. Αλλως πρέπει να επιστρατεύσει η κυρία Αγγελοπούλου το κύρος και την επιρροή της στους κύκλους της ΔΟΕ για να τροποποιηθεί στο σημείο αυτό ο όρος «executive» που περιλαμβάνεται στο «συμβόλαιο» ανάθεσης των αγώνων. Επειδή όμως ο έτερος των συμβαλλομένων είναι η «πόλη των Αθηνών» στο θέμα προστίθεται και ο «παράγων Αβραμόπουλος» και η διένεξή του αυτές τις ημέρες με τον κ. Νικολάου τα λέει όλα.
* Το μοντέλο των σεισμών
Τρίτον, ο συντονισμός. Οταν η κυβέρνηση επέλεγε τη λύση των «πολλών μηχανισμών» με τη σύσταση του διυπουργικού οργάνου, τη συγκρότηση της Ομάδας Διοίκησης Εργου και την αναμόρφωση της Οργανωτικής Επιτροπής το μοντέλο που είχε υπόψη της ήταν το «μοντέλο των σεισμών» της 9ης Σεπτεμβρίου 1999. Ενα παρόμοιο σχήμα είχε υιοθετηθεί τότε και δούλεψε, οπότε, παρά τη διαφορά κλίμακας, εκρίθη ότι θα δουλέψει και τώρα. Η ιδέα δεν είναι άσχημη και, όπως λέει ο κ. Φλωρίδης, «μ’ αυτό το σχήμα όλοι είναι υποχρεωμένοι να δράσουν». Ωστόσο η, κατ’ αρχήν, γενική αποδοχή της κυρίας Αγγελοπούλου ως επικεφαλής της Επιτροπής και το εκτόπισμα του κ. Πάγκαλου στην «πολιτική διεύθυνση» της υπόθεσης εμπόδισαν να φανούν οι λοιπές εγγενείς δυσχέρειες, που έχουν τη βάση τους τόσο στο νομικό πλαίσιο της διοργάνωσης όσο και στους ρόλους και στις αρμοδιότητες εντός της Οργανωτικής Επιτροπής, ίσως και εντός της κυβέρνησης. Το νομοσχέδιο του υπουργείου Πολιτισμού επιχειρεί να δώσει τις αναγκαίες λύσεις, αλλά πολλά πράγματα θα κριθούν στην εφαρμογή τους. Π.χ. η θέση του κ. Μπακούρη θεωρείται «ακλόνητη» όχι μόνο γιατί έχει την υποστήριξη της ΔΟΕ, αλλά και γιατί όταν διαπραγματευόταν το συμβόλαιό του συνοδευόταν από ελβετό δικηγόρο! Η «υπαγωγή» του στην πρόεδρο παρέχει την ευχέρεια αποψίλωσης των αρμοδιοτήτων του, αλλά η πρόθεση «υπαγωγής» και της προέδρου στην κυβέρνηση, που σε τελευταία ανάλυση φέρει το βάρος της διοργάνωσης, δεν δείχνει να είναι ανέφελη. Ωστόσο ο κ. Πάγκαλος υπήρξε σαφής: η κυρία Αγγελοπούλου θα έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες, αλλά δεν θα είναι «παντοκράτωρ». Μένει να αποδειχθεί αν στις αρμοδιότητές της ανήκει και η εισήγηση για τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής, τα οποία κατά το νομοσχέδιο ορίζει και παύει μόνον ο Πρωθυπουργός. Ηδη, όμως, από το περιβάλλον της προέδρου εκδηλώνονται κάποιες προτιμήσεις σε πρόσωπα, αλλά και δυσφορία για το ενδεχόμενο συμμετοχής συγκεκριμένου συμβούλου του κ. Σημίτη, που φέρεται ως υποψήφιο μέλος του Δ.Σ. στο πλαίσιο της συμπλήρωσής του με τρία ακόμη μέλη.
Ποιος θα διοργανώσει τους Αγώνες;
Στον κοινό παρονομαστή όλων αυτών υπάρχει ένα ερώτημα: Ποιος θα διοργανώσει τους Αγώνες; Το πρόβλημα των υποδομών, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα αντιμετωπισθεί ό,τι και αν σημαίνει αυτό για το τελικό κόστος τους και για την ένταξή τους στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της Αττικής ή για τη χρήση τους μετά την Ολυμπιάδα. Από εκεί και πέρα όμως αναζητούνται τα στελέχη που θα αναλάβουν «να διοργανώσουν 28 παγκόσμια πρωταθλήματα ταυτοχρόνως», και εκείνοι που που θα διαπραγματευθούν, επ’ ωφελεία της χώρας, τους οικονομικούς όρους σε κάθε τομέα της διοργάνωσης. Ως τώρα δεν μπήκε κανείς στον κόπο να αναζητήσει «ό,τι καλύτερο» διαθέτει η χώρα όχι μόνο για την οργανωτική προετοιμασία της Ολυμπιάδας, αλλά και για τη διεκδίκηση μέρους των κολοσσιαίων «πακέτων» που αφορούν τις μεταφορές, τον τουρισμό, τη διαμονή και τα εμπορικά προϊόντα. Ούτε καν οι ελληνικοί τηλεοπτικοί σταθμοί δημόσιοι και ιδιωτικοί κατόρθωσαν να συμπήξουν μια συμμαχία για να διεκδικήσουν ένα τμήμα από την «πίτα» που επιδιώκει να διανείμει ο «πολύς» κ. Μ. Ρομέρο. Ετσι, πολλά πράγματα θυμίζουν τους «κυνηγούς της χαμένης κιβωτού». Και δεν είναι λίγοι αυτοί που θα συνυπέγραφαν πρόθυμα μία φράση του επικεφαλής της Επιτροπής που συνέταξε τον φάκελο της διεκδίκησης κ. Π. Συναδινού σε πρόσφατη τηλεοπτική εκπομπή: «Αραγε ξέρουμε για ποιον λόγο διεκδικήσαμε τους Αγώνες;».



