Από τα δύο σκάνδαλα της περασμένης Κυριακής σε δύο σκανδαλισμένα ποιήματα του καιρού μας σήμερα. Γέφυρα: η σκανδαλιστική δεύτερη αποδημία του Οδυσσέα, διπλασιασμένη μάλιστα στο έπος της Οδύσσειας. Πρώτη εμφάνιση του θέματος: στη Μεγάλη Νέκυια της ένατης ραψωδίας. Δεύτερη, σχεδόν ταυτόλεξη: στο πλαίσιο της εικοστής τρίτης ραψωδίας, σαν κερασάκι της συζυγικής ομιλίας Οδυσσέα και Πηνελόπης, λίγο πριν πέσουν οι δυο τους στο αμετακίνητο κρεβάτι, ύστερα από είκοσι χρόνια χωρισμού.
Να θυμίσω όμως τα συμφραζόμενα και το περιεχόμενο της σκανδαλοθηρικής αυτής υπόθεσης. Στη Μεγάλη λοιπόν Νέκυια ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Αδη, με σύσταση της ηδονικής Κίρκης, για να ακούσει από το στόμα του Τειρεσία (του μόνου έμφρονα, ακόμη και στον κάτω κόσμο) την εξέλιξη και το τέλος του πολυπλάνητου νόστου του. Ο τυφλός μάντης (για την ακρίβεια: η σκιά του) ανταποκρίνεται στο κρίσιμο ερώτημα του ήρωα, καταλήγει όμως με μια παράδοξη εντολή: ο Οδυσσέας οφείλει να εγκαταλείψει για δεύτερη φορά την Ιθάκη· μ’ ένα κουπί στο χέρι να αποδημήσει στο εσωτερικό τώρα της απέναντι στεριάς· σε κάποια χώρα, που οι κάτοικοί της ιδέα δεν έχουν από θάλασσα, κουπιά κι αλάτι· σ’ αυτή τη νέα περιπλάνησή του θα συναντήσει κάποιον που θα νομίσει πως το κουπί στον ώμο του είναι λιχνιστήρι· εκεί να σταματήσει, θυσιάζοντας στον Ποσειδώνα ένα κριάρι, έναν κάπρο κι έναν ταύρο· μόνον έτσι θα εξασφαλίσει τον οριστικό του πια νόστο στην Ιθάκη· όπου τον περιμένουν ήσυχα χρόνια και βαθιά γεράματα· εκεί θα τον βρει ανώδυνος θάνατος, κάπου μακριά ωστόσο από το νερό της θάλασσας.
Αυτή είναι η λοξή ιστορία της δεύτερης αποδημίας του Οδυσσέα, στην οποία επιμένει, δύο μάλιστα φορές, ο ποιητής της Οδύσσειας, ενώ θα μπορούσε και να την αγνοήσει. Προς τι όμως αυτή η διπλασιασμένη επιμονή; Προτείνω δική μου υπόθεση, αμφίβολη ίσως αλλά όχι και εντελώς απίθανη.
Στην εντεταλμένη από τον Τειρεσία δεύτερη αποδημία του ήρωα αντικρίζονται και αντιπαρατίθενται προφανώς η θάλασσα και η στεριά. Δύο κόσμοι χωριστοί, καθένας με τα δικά του σύνεργα και σύμβολα: ανοιχτός και ριψοκίνδυνος ο ένας, κλειστός και ασφαλής ο άλλος. Αυτοί οι δύο χωρισμένοι κόσμοι, το νερό και το χώμα, πρέπει τώρα να φιλιώσουν· ο θαλασσινός Οδυσσέας να γίνει και στεριανός. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, το νερό μάς ταξιδεύει, με κίνδυνο και να μας καταποντίσει· ενώ το χώμα μάς στεριώνει, εντέλει για να μας χωνέψει. Περί αυτού ίσως πρόκειται, οπότε το σκάνδαλο της δεύτερης αποδημίας βρίσκει κάποιο νόημα, μάλλον βαθύ κι απρόβλεπτο.
Και πάμε σε πιο κοντινά μας ποιήματα, τα οποία σκόνταψαν στο δυσερμήνευτο τούτο θέμα. Μοιράζονται κι αυτά στα δύο: κάποιοι ποιητές (πρώτος ο Δάντης και στα χρόνια μας ο Μπρόντσκι) ματαιώνουν ακόμη και τον πρώτο νόστο του Οδυσσέα στην Ιθάκη· μέχρι τέλους τον αφήνουν μέσα στο νερό, στη θαλασσινή του δηλαδή επιλογή και εμμονή. Αλλοι όμως ποιητές (λ.χ. ο Τέννυσον, ο Καβάφης, ο Καζαντζάκης, ο Χάινερ Μύλλερ) αποδέχονται την οδυσσειακή δεύτερη αποδημία, αλλά σκοπίμως την παρερμηνεύουν, καθένας με τον τρόπο του. Το κοινό τους πάντως επιχείρημα είναι: η πλήξη που αισθάνεται ο Οδυσσέας, μετά την εγκατάστασή του στο νησί του νόστου· η ένστικτη απώθησή του για την οικογενειακή θαλπωρή· η ανανεωμένη νοσταλγία της θάλασσας, με τίμημα έστω την άφιλη μοναξιά.
Μ’ αυτά όμως και μ’ αυτά, πήγε περίπατο η αρχική μου υπόσχεση να μιλήσω για δύο ομόθεμα ποιήματα του καιρού μας. Στο νου μου έχω: ένα ποίημα του Χάινερ Μύλλερ (επιγράφεται: «Οδυσσέας»), μεταφρασμένο άρτια από την Ελένη Βαροπούλου· κι ένα δεύτερο του Μπρόντσκι, εύστοχα μεταφρασμένο και σχολιασμένο από την Irina Kovaleva. Γι’ αυτά όμως ίσως μιλήσουμε την άλλη Κυριακή· αν στο μεταξύ δεν μου απολείψει ολότελα το κέφι για ποιητικές διαφυγές από την τρέχουσα παραπολιτική και παραπολιτιστική βαβούρα που μας δέρνει τελευταία.



