H επίσημη τελετή που έγινε πρόσφατα για τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης (EE) με νέα κράτη-μέλη στην αρχαία αθηναϊκή Αγορά, και πιο συγκεκριμένα στη Στοά του Αττάλου, μου έδωσε το έναυσμα για το θέμα της σημερινής επιφυλλίδας. Συμβαίνει όμως η σημερινή μέρα να είναι και επετειακή, αφού πριν από 72 ακριβώς χρόνια άρχισαν οι συστηματικές ανασκαφές στην αρχαία Αγορά, στην καρδιά της πολιτικής, θρησκευτικής και οικονομικής ζωής της Αθήνας, από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών. Πρόκειται για έναν χώρο τον οποίο το ελληνικό κράτος, από τα πρώτα κιόλας χρόνια του ελεύθερου βίου του, φιλοδοξούσε να τον ανασκάψει, ωστόσο ουδέποτε ήταν έτοιμο, κυρίως από οικονομική άποψη, να αναλάβει ένα τέτοιο εγχείρημα. Είναι αξιοσημείωτο ότι στο πρώτο κιόλας πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, που εκπονήθηκε το 1833 από τους Στ. Κλεάνθη και Ed. Schaubert – και που αν εφαρμοζόταν έστω και κατά το ήμισυ η Αθήνα θα ήταν σήμερα μια πολύ πιο ανθρώπινη πόλη -, προβλεπόταν να απαλλοτριωθεί όλος ο χώρος βόρεια της Ακρόπολης με σκοπό να ερευνηθεί η αρχαία Αγορά. Το 1887 ο Χαρ. Τρικούπης καθιστά το λαχείο της Αρχαιολογικής Εταιρείας μονοπωλιακό ώστε με τα έσοδά του «να πληρωθεί ο διακαής πόθος του να εξαγορασθώσιν αι προς βορράν της Ακροπόλεως από του Θησείου μέχρι του Πύργου των Ανέμων ιδιωτικαί οικίαι, όπως αποκαλυφθώσιν ούτως αι αρχαίαι Αθήναι, και του να αγορασθή προς τούτοις άπας ο προς μεσημβρίαν και δυσμάς της Ακροπόλεως μέχρι του μνημείου του Φιλοπάππου και της Πνυκός χώρος και μεταβληθή εις δάσος, όπως μη εν τω μέλλοντι κτισθώσί ποτε εκεί οικείαι και ούτως επαναληφθή και ενταύθα ό,τι ατόπως προς B της Ακροπόλεως το πάλαι εγένετο».
Και αν ο ελληνικός λαός… ψήφιζε Τρικούπη και όχι Γουλιμή, δεν αποκλείεται το έργο της ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας, που αποσπασματικά και μετ’ εμποδίων εκτελείται στις μέρες μας, να ήταν απείρως πιο ουσιαστικό και εύκολο. H μικρασιατική καταστροφή και τα επακόλουθα οξύτατα προβλήματα της αποκατάστασης των προσφύγων έκαναν ορατό τον κίνδυνο τα ερείπια της αρχαίας Αγοράς να παραμείνουν για πάντα θαμμένα κάτω από θεμέλια σπιτιών. Ετσι, η ελληνική πολιτεία ανέθεσε την ανασκαφή της Αγοράς στους αμερικανούς αρχαιολόγους, οι οποίοι διεξάγουν ως σήμερα το εξαιρετικής σημασίας αυτό έργο με υποδειγματικό τρόπο και με σπουδαία αποτελέσματα. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι είχαν προηγηθεί στο χώρο αυτό κάποιες ανασκαφικές έρευνες κυρίως από Ελληνες αλλά και από ξένους αρχαιολόγους.
Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην αρχαία Αγορά εντάσσεται και η αναστήλωση ή καλύτερα η ανακατασκευή της Στοάς του Αττάλου, που πραγματοποιήθηκε στην τριετία 1953-1956, με κύριους χρηματοδότες τους J. D. Rockefeller Jr. και W. Μ. Canaday. Το κτίριο αυτό είχε ανασκαφεί από το 1860 κ.ε. από την Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία, με πρώτο ανασκαφέα τον Στέφ. Κουμανούδη, έναν από τους μεγαλύτερους και πιο φωτισμένους γνώστες της αρχαίας Ελλάδας. Είναι αυτός που βρήκε και την επιγραφή από την οποία έγινε γνωστό ότι η μεγαλόπρεπη αυτή διώροφη στοά (έχει μήκος πάνω από 110 μ., πλάτος γύρω στα 20 μ. και ύψος περίπου 12 μ.), ήταν μια δωρεά του βασιλιά του Περγάμου Αττάλου του B’ (159-138 π.X.) προς την πόλη των Αθηνών. Ο ηγεμόνας αυτός είχε σπουδάσει στα νιάτα του στην Αθήνα, κάτι σύνηθες για τους γαλαζοαίματους της τότε εποχής, και επιστρέφοντας στην πατρίδα του θέλησε να ανταποδώσει τις οφειλές του προς την πνευματική του πατρίδα. Ετσι, γύρω στο 150 π.X., ανέλαβε την πολυέξοδη δαπάνη της κατασκευής αυτού του κτιρίου, που με τα 42 καταστήματά του μπορεί να θεωρηθεί ως μια προδρομική μορφή κτιστών αγορών, πολύ γνωστών και στις μέρες μας.
H ανακατασκευή της Στοάς Αττάλου, φυσικά με υλικά ως επί το πλείστον παρόμοια με τα αυθεντικά, αποφασίστηκε μετά από πολλές συζητήσεις. Για την απόφαση καθοριστικό ρόλο έπαιξε το ότι κρίθηκε από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ως το καταλληλότερο κτίσμα για να στεγάσει το Μουσείο της Αγοράς με τα πολυάριθμα σημαντικά ευρήματα από τις ανασκαφές της. Προηγουμένως είχαν αναζητηθεί άλλες λύσεις, όπως π.χ. να κτιστεί εντός του χώρου ένα νέο Μουσείο. Σε όποιο σημείο όμως έσκαβαν για τη θεμελίωσή του, έπεφταν πάνω σε αρχαιότητες. Επιπλέον όλοι συμφωνούσαν ότι δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση η συνύπαρξη ενός σύγχρονου κτίσματος με τα αρχαία ερείπια. Ετσι προχώρησαν στην ανακατασκευή της Στοάς για την οποία, χάρις στην έρευνα των ειδικών – ανάμεσα σε αυτούς ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στον αρχιτέκτονα I. Τραυλό -, ήταν γνωστές όλες οι κατασκευαστικές της λεπτομέρειες. Κάποιες σοβαρές παρεκκλίσεις από το αρχαίο σχέδιο, όπως π.χ. η κατασκευή υπογείων, η κατάργηση ενδιαμέσων τοίχων μαγαζιών ή η διεύρυνση των παραθύρων, έγιναν σκόπιμα για τις νέες λειτουργικές ανάγκες του κτιρίου, ενώ λιγοστά είναι τα λάθη και ήσσονος σημασίας. Εντονες αντιδράσεις προκάλεσε το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιήθηκε όλο το σωζόμενο αρχαίο υλικό και κυρίως η αποσπασματική αναθηματική του επιγραφή. Ωστόσο λαμβάνοντας υπόψη τα συν και τα μείον του όλου εγχειρήματος, σαφώς υπερέχουν τα πρώτα. Γιατί όχι μόνον έχουμε σήμερα μια ολοκληρωμένη εικόνα του όγκου και της εξωτερικής μορφής ενός αρχαίου κτίσματος, αλλά έχουν δημιουργηθεί και κατάλληλοι χώροι για ένα από τα διδακτικότερα αρχαιολογικά μουσεία της χώρας, μοναδικό μάλιστα για το δημόσιο και ιδιωτικό βίο των αρχαίων Ελλήνων και επιπλέον έχουν βρει στέγη ποικίλες δραστηριότητες των ανασκαφέων, των μελετητών και των στελεχών της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας χωρίς να προσβάλλεται ο περιβάλλων χώρος. Τέλος, δεν είναι τυχαίο ότι η Στοά του Αττάλου προτιμήθηκε ως το καταλληλότερο κτίσμα της σημερινής Αθήνας για να φιλοξενήσει τους ηγέτες της EE σε μια κορυφαία πράξη τους, δίνοντας στην όλη τελετή κάτι από τη λάμψη της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας!
Ο κ. Μιχάλης A. Τιβέριος είναι καθηγητής της Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.



