Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται», έγραφε στον καιρό του ο Εμμανουήλ Ροΐδης, «διότι εκεί υπάρχουσιν άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλινΩ αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου». Ομολογουμένως υπήρξε μια εξέλιξη επί τα βελτίω στη διάρκεια του αιώνα που πέρασε, αλλά σε γενικές γραμμές ακόμη δεν διαψεύσθηκε διαρρήδην ο Ροΐδης. Παρά τον συνεχή εκσυγχρονισμό που υφίσταται η ελληνική κοινωνία πλανάται ακόμη η υποψία ότι οι βουλευτές μας είναι «ομάς ανθρώπων, μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες, ενούμενοι υπό ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν’ αναβιβάσωσι αυτόν διά παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παράσχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι». Μια τέτοια μομφή πρέπει μάλλον να αποκρουσθεί το συντομότερο.
Ευτυχώς κυκλοφόρησαν ορισμένα βιβλία που αποκαλύπτουν τις πλέον μύχιες πλευρές του σώματος των βουλευτών. Δεν εννοούμε εδώ τα βιβλία πολιτικής ανάλυσης και θεωρίας του τύπου «Η κρίση του κομματικού φαινομένου», «Η κρίση της πολιτικής στην Ελλάδα», «Το τέλος της πολιτικής» και ούτω καθ’ εξής, αλλά εξονυχιστικές έρευνες που σκοπό έχουν να φωτίσουν τα πρόσωπα: τους βουλευτές, τους πρωθυπουργούς, τους αναπληρωτές υπουργούς, τους υφυπουργούς, τους υπερυπουργούς, όλους όσοι «ζώσι χωρίς να σκάπτωσι», αλλά τουλάχιστον σκέπτονται πριν από εμάς για εμάς. Ποιοι ήταν αυτοί ως σήμερα, ποιες θέσεις κατέλαβαν, από ποια γεωγραφική περιφέρεια προέρχονταν, ποια ήταν η ηλικία τους, τι σήμαινε το όνομά τους, αυτά εξετάζονται σε ευάριθμα πλην ουσιώδη βιβλία.
* Κυβερνήσεις
και πρωθυπουργοί
Κατ’ αρχήν ο όρος «πρωθυπουργός», αν και είχε επικρατήσει από τον προηγούμενο αιώνα, αναφέρεται για πρώτη φορά σε νομοθετικό επίπεδο στο Σύνταγμα του 1927, παγιώνεται στη δεκαετία του 1950 και επικρατεί πλήρως στη νομική ορολογία επί δικτατορίας, όπως μας πληροφορεί ο Γρηγόρης Τζιοβάρας, συγγραφέας του βιβλίου «Τα υπουργεία μας. Κυβερνήσεις 1833-1996» (εκδόσεις «Ποντίκι»), όπου αναφέρονται τα ονόματα 1.506 πρωθυπουργών, αντιπροέδρων, υπουργών και υφυπουργών όλων των κυβερνήσεων. Δηλαδή πρώτος ο αρχιπραξικοπηματίας Γ. Παπαδόπουλος σταμάτησε να υπογράφει ως «Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου» και υπέγραφε ως «Πρωθυπουργός». Πέραν αυτής της ατυχούς λεπτομέρειας, ο συγγραφέας μάς διαβεβαιώνει ότι τα 163 χρόνια ελεύθερου και οργανωμένου εθνικού βίου η χώρα απέκτησε 185 κυβερνήσεις, τις οποίες σχημάτισαν 89 πρωθυπουργοί. Τα πρόσωπα που σχημάτισαν τις περισσότερες κυβερνήσεις είναι: ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος με δέκα θητείες στη θέση του πρωθυπουργού, ο Ελευθέριος Βενιζέλος με εννέα, ο Δημήτριος Βούλγαρης και ο Αλέξανδρος Ζαΐμης με οκτώ, ο Χαρίλαος Τρικούπης και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με επτά. Αν εξετάσουμε όμως ποιος είχε τη μακροβιότερη παρουσία στη θέση του πρωθυπουργού, πρώτος έρχεται ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος κυβέρνησε τη χώρα επί 13 χρόνια, δύο μήνες και έξι ημέρες, και ακολουθούν ο Ελευθέριος Βενιζέλος με 12 χρόνια, πέντε μήνες και 15 ημέρες, ο Χαρίλαος Τρικούπης με δέκα χρόνια, εννέα μήνες και 14 ημέρες και ο Ανδρέας Παπανδρέου με εννέα χρόνια, 11 μήνες και 15 ημέρες. Ιδού λοιπόν οι επιδόσεις που καλείται να ξεπεράσει ο νέος πρωθυπουργός που θα προκύψει στις 23 Σεπτεμβρίου!
Κατά τα άλλα, το «θηλυκό πρόσωπο της εξουσίας», όπως θα έλεγε και η κυρία Μαρία Δαμανάκη, εμφανίζεται από χλωμό ώς πελιδνό: ο συγγραφέας μέτρησε τις γυναίκες από καταβολής ελληνικού κράτους και μας λέει απεριφράστως ότι «από τα 1.506 πρόσωπα που διορίστηκαν σε υπουργικές θέσεις τα τελευταία 163 χρόνια, ήταν 1.487 άνδρες και μόλις 19 γυναίκες, από τις οποίες μόνον πέντε ονομάστηκαν υπουργοί (οι υπόλοιπες 14 έφθασαν μέχρι υφυπουργοί)». Από αυτές τις πέντε, οι τέσσερις διορίστηκαν μετά τη Μεταπολίτευση: μία στην πρώτη περίοδο Παπανδρέου (1981-89), μία στην κυβέρνηση Τζαννετάκη, τρεις στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, μία στη δεύτερη κυβερνητική θητεία Παπανδρέου και μία στην κυβέρνηση Σημίτη! Ισως φταίει το γεγονός ότι η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε υπουργικό χαρτοφυλάκιο στην Ελλάδα, η Λίνα Τσαλδάρη, υπουργός Κοινωνικής Προνοίας στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή, ορκίστηκε σε δίσεκτη ημέρα: στις 29 Φεβρουαρίου 1956…
Εν τέλει ο Γρηγόρης Τζιοβάρας μάς πληροφορεί για εκείνους τους βουλευτές που ανέλαβαν έργο στα υπουργεία μας δίνοντας μέσα από καταιγισμό ονομάτων, ημερομηνιών, στατιστικών στοιχείων και πληροφοριών μια καθαρή εικόνα του πολύπαθου ελληνικού κράτους: σε ποιο υπουργείο άρχισε την καριέρα του ο Ανδρέας Παπανδρέου, τι υπουργός έγινε και πότε ο Νίκος Καζαντζάκης, ποιος άσκησε καθήκοντα πρωθυπουργού για μία ημέρα, πόσοι ανασχηματισμοί έγιναν μετά το 1974, ποιος ήταν ο πρώτος υπουργός Τύπου, ποιος ήταν ο πρώτος αναπληρωτής υπουργός και άλλα διεγερτικά ερωτήματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν το υλικό ενός θαυμάσιου επιτραπέζιου παιχνιδιού για ενηλίκους.
Αν θέλουμε ωστόσο να μάθουμε ποιοι είναι οι βουλευτές που κατελάμβαναν, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, τα βουλευτικά έδρανα, θα πρέπει να προμηθευθούμε το νέο «Who’s Who των ελλήνων βουλευτών. Βιογραφικό λεξικό των μελών της Βουλής των Ελλήνων και της Ευρωβουλής» (εκδόσεις «Μέτρον»), έκδοση 1995-96. Αυτό το «Who’s Who» μάλλον εκδόθηκε σε λάθος στιγμή και θα πρέπει να υποθέσουμε ότι εδώ έπιασε ο λεγόμενος «αιφνιδιασμός» του κ. Σημίτη, αφού πολύ σύντομα τα βιογραφικά θα πρέπει να διορθωθούν και να εμπλουτισθούν ώστε να κυκλοφορήσει το λεξικό σε νέα έκδοση. Ούτως ή άλλως ελλείψεις υπάρχουν και στην παρούσα έκδοση αφού κατόπιν προχείρου ελέγχου ανακαλύψαμε ότι λείπει (άκουσον, άκουσον) το βιογραφικό του κ. Σημίτη!
* Ετυμολογία
των επωνύμων
Τι σημαίνει όμως Σημίτης; Σημαίνει «αυτός που τρώει πολλά κουλούρια», εκ του τουρκικού simit = κουλούρι, και από αυτή την άποψη το Σημίτης είναι συνώνυμο με το Κουλούρης, μας αιφνιδιάζει ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Τρυφερούλης στο βιβλίο του «Ετυμολογική ακτινογραφία των ονομάτων των ελλήνων προέδρων, πρωθυπουργών, βουλευτών και ευρωβουλευτών (1974-1995)» (εκδόσεις «Επικαιρότητα»). Το «Εβερτ», από την άλλη πλευρά, είναι «ευρέως διαδομένο ανθρωπωνύμιο σε όλη τη Γερμανία και τις γερμανόφωνες περιοχές» και σημαίνει κάπρος, αγριόχοιρος. Το Λαλιώτης επίσης προκύπτει να είναι ξενικής προέλευσης: αφετηρία του επωνύμου, μας λέει ο Τρυφερούλης, είναι το χωριό Λάλα της Ηλείας που έκτισαν Τουρκαλβανοί στις αρχές του 18ου αιώνα, ενώ σήμερα στον επίσημο κατάλογο των ΕΛΤΑ έχει τον τύπο του αρσενικού «ο Λάλας». Ομοίως το Σουφλιάς προέρχεται από το τοπωνύμιο Σουφλί, που προέρχεται από το λατινικό subula, που σημαίνει το σουβλί. Σε καλύτερη μοίρα βρίσκεται ο Μαγκάκης, που προέρχεται από το μάγκας, το οποίο με τη σειρά του αναπλάθει το μαγκιόρος, που προέρχεται από το ιταλικό maggiore (= μεγαλύτερος). Ούτε λίγο ούτε πολύ, οι περισσότεροι βουλευτές μας προκύπτουν να έχουν ονόματα ξενικής προελεύσεως! Μήπως πρόκειται για ξένο δάκτυλο; Οχι, μας καθησυχάζει ο κ. Τρυφερούλης.
Μπορεί ο ένας στους τρεις βουλευτές μας να έχει ξένο επώνυμο, και συγκεκριμένα 35 λατινογενούς προέλευσης, 34 τουρκικά και αραβοπερσικά, 12 εβραϊκά, 9 σλαβικά, 9 αλβανικά, 4 γερμανικά και 7 ακατάτακτα, αλλά… «κανένα ευρωπαϊκό έθνος δεν έχει τη δική μας ομοιογένεια», καταλήγει ο συγγραφέας. Από γλωσσολογικής απόψεως, «από τα 270 επώνυμα των οποίων η ετυμολογία είναι εξακριβωμένη, τα 160 είναι ελληνικά και τα 110 ξενικά, με αντίστοιχα ποσοστά 59,26% και 40,74%. Τα προαναφερόμενα ποσοστά βρίσκονται σε αναντιστοιχία με τα ποσοστά που δίνουν τα ετυμολογικά και ερμηνευτικά λεξικά της ελληνικής γλώσσας. Εγιναν λεπτομερείς καταμετρήσεις. Κανένα λεξικό δεν παρουσιάζει το ποσοστό των ξένων λέξεων πάνω από 15%». Αυτές είναι ιδιοτροπίες της γλώσσας και μάλιστα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι «το επώνυμο και γενικά το ανθρωπωνύμιο έχει τη δική του δυναμική. Ισχύς του είναι το εντυπωσιακό, το ανεπανάληπτο, το ξεχωριστό, με μια λέξη, η ιδιαιτερότητα. Και τα γνωρίσματα αυτά περιέχουν κατ’ εξοχήν οι ξένες λέξεις». Ετσι ολοκληρώνεται και η ονοματολογική εξέταση του σώματος των βουλευτών, για να περάσουμε στο τελευταίο μείζον ζήτημα: από πού κρατάει η σκούφια τους;
* Η ανανέωση
της Βουλής
Στο θέμα αυτό ειδικεύεται, ως γνωστόν, ο πρώην βουλευτής κ. Μανόλης Δρεττάκης (εκ του βενετικού dreto = ίσιος, που πέρασε στην κρητική διάλεκτο ως Ντρέττος, Ντρεττάκης και σε εξελληνισμένη φωνητικά μορφή Δρεττάκης). Η μελέτη του «Η ανατομία της Βουλής. 1974-1990», παρ’ ότι αριθμεί ήδη κάποια χρόνια έκδοσης, αποτελεί μοναδικό έργο στο είδος του (εκδόσεις «Gutenberg»). Εξετάζει τα βασικά χαρακτηριστικά των βουλευτών, το φύλο, την ηλικία και την οικογενειακή κατάσταση, τον τόπο καταγωγής και τον τόπο εκλογής, το επάγγελμα και την επανεκλογή των βουλευτών κατά φύλο, ηλικία, επάγγελμα και κόμμα. Βεβαίως όλα αυτά σταματούν στις εκλογές του 1990, αλλά η συνολική εικόνα απηχεί εν πολλοίς και τη σημερινή πραγματικότητα. Παραδείγματος χάριν, πληροφορούμαστε ότι στα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, με μικρές αυξομειώσεις, ο μέσος όρος ηλικίας του συνόλου των βουλευτών το έτος εκλογής τους κυμάνθηκε από τα 52 στα 49 έτη, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχει μια πολύ σημαντική ανανέωση της Βουλής. Οσον αφορά τον τόπο καταγωγής των βουλευτών, οι στατιστικοί πίνακες του κ. Δρεττάκη δείχνουν ότι «σε όλες τις εκλογές πάνω από το 50% του συνόλου των βουλευτών κατάγονταν ή κατάγονται από τρία γεωγραφικά διαμερίσματα: Περ. Πρωτεύουσας, Πελοποννήσου και Μακεδονίας».
Τέλος, για να κλονίσουμε τη μομφή του Ροΐδη περί αέργων βουλευτών, τουλάχιστον για το διάστημα μετά τη Μεταπολίτευση, θα ανατρέξουμε πάλι στο βιβλίο του Μ. Δρεττάκη όπου φαίνεται ότι «το ποσοστό που αντιπροσώπευαν ή αντιπροσωπεύουν οι βουλευτές που ασκούσαν ή ασκούν τα επαγγέλματα του δικηγόρου, του γιατρού, του μηχανικού ή αρχιτέκτονα, του οικονομολόγου και του καθηγητή πανεπιστημίου ήταν σε όλες τις Βουλές πάνω από 74%». Ολα δείχνουν ότι το επίπεδο των τριακοσίων δεν πρόκειται να πέσει, όχι δραματικά τουλάχιστον, στις επερχόμενες εκλογές.



