Ο ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ κ. Η. Βαλαβάνης, ιδιοκτήτης της θεσσαλικής υαλουργίας, στη διάρκεια των τελευταίων ημερών ζει διαρκώς με το άγχος και την αγωνία μήπως η βιομηχανία του μείνει από καύσιμα ­ από ημέρες τώρα παρατηρείται σχετική έλλειψη καυσίμων στην περιοχή της Λάρισας ­ και παγώσει το υγροποιημένο γυαλί στους λέβητες του εργοστασίου.


Δεν είναι ο μόνος. Οι θεσσαλοί βιοτέχνες, που δουλεύουν φασόν την παραγωγή ετοίμων ενδυμάτων και αυτές τις ημέρες ήταν γεμάτοι παραγγελίες από το εξωτερικό, είναι όλη την ημέρα κρεμασμένοι στο τηλέφωνο. Από την μια πλευρά προσπαθούν να διαπραγματευθούν τις υποχρεώσεις τους προς τις τράπεζες ­ και είναι αρκετές ­ και από την άλλη επιχειρούν να διασώσουν τις συνεργασίες τους με τις ξένες επιχειρήσεις.


Αλλά και οι ποινικές ρήτρες που περιλαμβάνονται στα επιχειρηματικά συμβόλαια δεν είναι μικρό πράγμα. Αντιθέτως μάλιστα. Και μέσα σε όλα αυτά εμφανίσθηκε, όπως μάλλον ήταν αναμενόμενο, η «μαύρη αγορά» στα καύσιμα. Και συγκεκριμένα στο υγραέριο, το οποίο χρησιμοποιείται για τη λειτουργία ορισμένων βιοτεχνικών και βιομηχανικών μονάδων της περιοχής. Από τις 65 δραχμές το λίτρο, η τιμή του στις ημέρες του «μπλόκου» ανήλθε στις 125 δρχ!


Αλλά και αυτές οι μάλλον μικρές ποσότητες που κατόρθωσαν μέσω της «μαύρης αγοράς» να εξασφαλίσουν ορισμένες επιχειρήσεις δεν τους έλυσαν το πρόβλημα της λειτουργίας, αφού ήταν κακής ποιότητας και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμη ύλη. Εκτός των άλλων, όμως, από μέρα σε μέρα επίκειται ανακοίνωση των 48 βιοτεχνιών παραγωγής ετοίμων ενδυμάτων ότι αδυνατούν να καταβάλουν μισθούς και δώρο στους 2.000 εργαζομένους που απασχολούν, ενώ ζήτησαν ήδη από τους αρμόδιους παράγοντες να ανασταλούν για ένα τρίμηνο οι υποχρεώσεις τους προς τα ασφαλιστικά ταμεία και το Δημόσιο.


Επίσης ζήτησαν να παγώσουν άμεσα οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των επιχειρήσεων προς τις τράπεζες και να τους χορηγηθούν άτοκα κεφάλαια κίνησης μικρής διάρκειας. Εν τω μεταξύ 10 μεγάλες επιχειρήσεις της περιοχής είτε ανέστειλαν τη λειτουργία τους ώσπου να λήξει ο αγροτικός αποκλεισμός είτε λειτουργούν δύο – τρεις ημέρες την εβδομάδα. Πρόκειται για τη βιομηχανία ζυμαρικών Μέλισσα ΑΕ, την κεραμοποιία Σολωμός, την Exalco, την Albio, τη Βιοτεξτίλ, την εταιρεία Πλαστικά Λαρίσης, την Ιντραμέτ, τη ΒΕΧ και τη Ραπτέξ.


Οπως ανέφερε μιλώντας προς «Το Βήμα» ο διευθυντής του Συνδέσμου Βιοτεχνών Ειδών Ενδυσης κ. Ι. Κολοβός, «κατά την περίοδο 10 Οκτωβρίου ως 31 Δεκεμβρίου παράγεται το 40% της ετήσιας συνολικής ζήτησης σε ενδύματα. Η περίοδος αυτή σε σχέση με προηγούμενα χρόνια συμπιέζεται ακόμη περισσότερο, διότι λόγω της γενικότερης κρίσης στην αγορά οι εντολείς επιχειρούν οικονομίες, περιορίζοντας τα αποθέματά τους στις αποθήκες και λειτουργώντας με άμεσες, σύντομες και επαναληπτικές παραγγελίες».


Και διευκρινίζει ότι «σε εβδομαδιαία βάση στην περιοχή μας την περίοδο αυτή κατασκευάζονται ενδύματα αξίας 300-350 εκατομμυρίων δραχμών. Το 75-80% των χρημάτων αυτών αποτελούν υποχρεώσεις μισθοδοσίας και κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων».


Από την πλευρά του ο κ. Η. Βαλαβάνης, πρόεδρος του Συνδέσμου Θεσσαλικών Βιομηχανιών, επεσήμανε ότι «η απώλεια τζίρου και αγορών για τα ελληνικά προϊόντα είναι δεδομένη, κυρίως για προϊόντα εποχιακού χαρακτήρα, όπως είναι τα έτοιμα ενδύματα, μάλλινα, τάπητες, χαλιά, φιάλες κλπ.». Παράλληλα ο ίδιος υπογράμμισε ότι «η εύθραυστη χρηματοοικονομική ισορροπία των επιχειρήσεων στην αγορά υπονομεύεται από τις συνέπειες του αποκλεισμού». Και πρόσθεσε ότι «διαθέτουμε πλέον καύσιμα για λίγες μόνο ημέρες».


Πέραν όμως της θεσσαλικής πρωτεύουσας, οξύτατο πρόβλημα, όπως είναι γνωστό, αντιμετωπίζουν οι βορειοελλαδίτικες επιχειρήσεις και κυρίως αυτές που είναι εγκατεστημένες στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας. Αντιθέτως μικρότερες είναι οι συνέπειες του αποκλεισμού σε εταιρείες που είναι εγκατεστημένες στη Δυτική Μακεδονία και κυρίως στους νομούς της Κοζάνης και της Καστοριάς. Οπως ανέφερε μιλώντας προς «Το Βήμα» ο κ. Ι. Παπακωνσταντίνου εκ μέρους του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος, 140 επιχειρήσεις – μέλη του ΣΕΒΕ υπέστησαν ζημίες ύψους 12,25 δισ. δραχμών.


Ειδικότερα από το ποσό αυτό τα 7 δισ. είναι άμεση ζημία και προέρχεται από την αδυναμία εξαγωγής ετοίμων προϊόντων, ενώ τα 5,25 δισ. προέρχονται από τις ακυρώσεις παραγγελιών και την αδυναμία εισαγωγής πρώτων υλών. Επίσης οι ζημίες αυτές κατά 30% προέρχονται από τον κλάδο των τροφίμων και κυρίως από τους τομείς των οπωροκηπευτικών, νωπών και κονσερβοποιημένων, καθώς και των κατεψυγμένων και κονσερβοποιημένων ψαριών.


Ακόμη το 30% προέρχεται από τους κλάδους της κλωστοϋφαντουργίας και του έτοιμου ενδύματος, το 10% προέρχεται από τον κλάδο παραγωγής χημικών προϊόντων και το υπόλοιπο 30% αφορά την υπόλοιπη αγορά (κλάδοι αλουμινίου, κεραμικών κλπ.). Ο κ. Α. Γενίτσαρης, πρόεδρος του ΣΕΒΕ, μιλώντας προς «Το Βήμα» επεσήμανε ότι πέραν των οικονομικών απωλειών που έχουν οι επιχειρήσεις αυτή την περίοδο, το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ο ορατός πλέον κίνδυνος να χαθούν συγκεκριμένες αγορές για τα ελληνικά προϊόντα.


ΔΗΜ. ΧΑΡΟΝΤΑΚΗΣ