Αν κάποιος ήθελε να τιμωρήσει για λίγες ώρες τους έξι υπουργούς της κυβέρνησης που υπογράφουν τον νόμο για τις ενισχύσεις των ιδιωτικών επενδύσεων για την οικονομική και περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας θα τους ζητούσε ένα πράγμα: «Διαβάστε τον νόμο και δώστε μου να καταλάβω τι επιδιώκετε». Διότι μόνο τότε θα συνειδητοποιούσαν από μόνοι τους ότι υπέγραφαν κάτι, με βεβαιότητα πάντως όχι πρόταση νόμου, που δεν έχει εσωτερική συνοχή και φιλοσοφία.
Ας προβληματιστούμε λοιπόν λίγο γύρω από τις βασικές αδυναμίες του συγκεκριμένου σχεδίου νόμου. Βασική αρχή κάθε θεσμικού νόμου είναι να έχει ορισμένους στόχους. Στην περίπτωση του νόμου που συζητάμε οι στόχοι είναι αγαθοί και δεδομένοι. Περιφερειακή ανάπτυξη, νέες θέσεις εργασίας ανταγωνιστικότητα, διείσδυση των ελληνικών επιχειρήσεων στον ευρύτερο διεθνή χώρο και αναδιάρθρωση της παραγωγής. Από καταβολής ελληνικού κράτους οι στόχοι αυτοί είναι δεδομένοι και δεν αμφισβητούνται.
Οι θεσμικοί όμως οικονομικοί νόμοι δεν αποτελούν περιγραφή γενικών επιδιώξεων αλλά εργαλεία μηχανισμούς μέσω των οποίων το κράτος επιδιώκει να πετύχει με το μικρότερο κόστος για το σύνολο το μέγιστο αποτέλεσμα στους στόχους που έχει προκαθορίσει. Και η εσωτερική συνοχή των νόμων αξιολογείται με βάση αυτήν ακριβώς την αρχή και όχι τους προφανείς στόχους.
Η κριτική ξεκινά λοιπόν από το ότι το συγκεκριμένο σχέδιο αντιστρατεύεται αυτή την αρχή όταν αντί να ενισχύει επενδύσεις που εξυπηρετούν τους στόχους ενισχύει κατά περίπτωση επενδύσεις συγκεκριμένων κλάδων της παραγωγής ανεξάρτητα αν και σε ποιο βαθμό εξυπηρετούν τους στόχους.
Για παράδειγμα, ενώ θα περίμενε κανείς ότι βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση των επενδύσεων από το κράτος θα ήταν, π.χ., η συμβολή τους σε νέες θέσεις εργασίας ή στη διείσδυση των ελληνικών επιχειρήσεων στη βαλκανική ανεξάρτητα από τον φορέα πραγματοποίησης της επένδυσης, μέσα από το σκεπτικό του νόμου επιτρέπεται ενίσχυση των επενδύσεων μόνο μεταποιητικών επιχειρήσεων και δεν επιτρέπεται ενίσχυση επενδύσεων, π.χ., ελληνικών τραπεζών στα Βαλκάνια.
Ενώ φιλοσοφικά λοιπόν ένας νόμος κινήτρων για επενδύσεις θα έπρεπε να λειτουργεί σύμφωνα με το δόγμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», δηλαδή δεν υπάρχουν καλές και κακές θέσεις εργασίας αλλά μόνο θέσεις εργασίας, εδώ ερχόμαστε και λέμε ότι επενδύσεις που δημιουργούν θέσεις εργασίας στη μεταποίηση είναι καλές και ενισχύονται και επενδύσεις που δημιουργούν θέσεις εργασίας στους υπόλοιπους κλάδους, π.χ. στις υπηρεσίες, είναι κακές και δεν ενισχύονται.
Η ακατανόητη λογική επάνω στην οποία βασίζεται το νομοσχέδιο έρχεται να ανατρέψει ένα σημαντικό ενδογενές για την ανάπτυξη κάθε οικονομίας κίνητρο. Αυτό της κάθετης και οριζόντιας διαφοροποίησης των επιχειρήσεων.
Συγκεκριμένα θα περίμενε κανείς ότι ένας νόμος κινήτρων θα επεδίωκε την ανάπτυξη όλων, χωρίς δηλαδή ταυτότητα δραστηριότητας, των επιχειρήσεων που πραγματοποιούν επενδύσεις σε κάθετες ή οριζόντιες δραστηριότητες. Παρέχω κίνητρα σε όσες, π.χ. εμπορικές, επιχειρήσεις επενδύουν σε δίκτυα διανομής ή και σε βιομηχανικές μονάδες με σκοπό να μειώνουν το κόστος παραγωγής όπως και αντίθετα σε όσες βιομηχανικές συνεργάζονται και δημιουργούν επιχειρήσεις μεταφορών ή και εμπορικών δραστηριοτήτων.
Δυστυχώς όμως ο νομοθέτης και στο θέμα αυτό έχει άποψη. Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο των υπηρεσιών κάνουν «κακές» επενδύσεις έστω και αν γίνονται στη βιομηχανία, ενώ επενδύσεις της βιομηχανίας είναι «καλές» έστω και αν γίνονται στις υπηρεσίες.
Και αν κάποιοι μου πουν ότι σκαλίζω πληγές υπενθυμίζοντας ότι ο Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων λειτουργεί ακόμη, θα κλείσω με μια διαπίστωση, όχι δική μου αλλά των αρμόδιων υπουργών, που βρίσκεται στην εισηγητική έκθεση και επιβεβαιώνει την αρχική παρατήρησή μου: «Σε μια περίοδο όπου η μείωση της ανεργίας έχει υψηλή προτεραιότητα και παράλληλα υπάρχει σοβαρός προβληματισμός για την αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα να υποκαταστήσει τους ιδιώτες επιχειρηματίες στην ανασυγκρότηση των προβληματικών επιχειρήσεων, το προτεινόμενο καθεστώς (κινήτρων) επιδιώκει την έγκαιρη προσφορά κατάλληλων ενισχύσεων… που οδηγεί σε μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα». ο.ε.δ.
Ο κ. Νίκος Γ. Χαριτάκης είναι επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.



