Xαμηλότερη ανάπτυξη, ακριβή ενέργεια, επίμονος πληθωρισμός και πολύ στενά περιθώρια αντίδρασης. Αυτοί είναι οι φόβοι που κατακλίζουν τα οικονομικά επιτελεία κυβερνήσεων και διεθνών οργανισμών. Το ΔΝΤ έκοψε την πρόβλεψη για την παγκόσμια ανάπτυξη του 2026 στο 3,1% και ανέβασε τον παγκόσμιο πληθωρισμό στο 4,4%, ενώ για την ευρωζώνη βλέπει ανάπτυξη μόλις 1,1% και πληθωρισμό 2,6% ακόμη και στο βασικό σενάριο με μικρή διάρκεια της κρίσης. Πηγές που παρακολουθούν τις διαβουλεύσεις περιγράφουν ότι το ζήτημα πλέον είναι πόσο βαθιά θα περάσει το σοκ από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο στις τιμές, στη βιομηχανία και τελικά στις αποφάσεις της ΕΚΤ.

Στο παρασκήνιο, οι θεσμοί δεν δουλεύουν με το σενάριο της γρήγορης εκτόνωσης αλλά με την πιθανότητα να κρατήσουν για μήνες οι πληγές στην εφοδιαστική αλυσίδα και στις ενεργειακές υποδομές. Η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα μιλά για μόνιμο “scar” στην παγκόσμια οικονομία, η Παγκόσμια Τράπεζα υπολογίζει ότι το πλήγμα στην ανάπτυξη μπορεί να φτάσει από 0,3 έως 1 ποσοστιαία μονάδα, ενώ στην Ευρώπη η συζήτηση μετατοπίζεται ήδη από τη διαχείριση της ακρίβειας στη συγκράτηση της οικονομικής δραστηριότητας. Το σήμα που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις είναι ότι η αρχική ενεργειακή αναταραχή έχει αρχίσει να περνά σε δεύτερο κύμα, με μεγαλύτερο κόστος για τη μεταποίηση, ακριβότερη χρηματοδότηση και αυξανόμενο κίνδυνο να παγιωθούν οι πληθωριστικές προσδοκίες πάνω από τον στόχο.

Για την Ελλάδα, το σενάριο γίνεται ακόμη πιο ορατό στις εκτιμήσεις. Το ΔΝΤ προβλέπει ανάπτυξη 1,8% το 2026 από 2,1%, πληθωρισμό 3,5% και έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στο -6,4% του ΑΕΠ, ενώ η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε τον Μάρτιο πληθωρισμό 3,9%, με άλματα 27,4% στα άλλα καύσιμα, 24,6% στο πετρέλαιο θέρμανσης, 22,8% στο πετρέλαιο κίνησης και 8,1% στις μεταφορές. Κυβερνητικές και ευρωπαϊκές πηγές θεωρούν ότι αυτό είναι το πιο ανησυχητικό σημείο της εικόνας: η ανάπτυξη χαμηλώνει την ίδια στιγμή που η ενέργεια ξαναμπαίνει στο καλάθι τιμών, στα κόστη των επιχειρήσεων και στις προσδοκίες των νοικοκυριών.

Η ανησυχία δεν επικεντρώνεται μόνο στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά κυρίως στη μετάδοση του σοκ στην πραγματική οικονομία. Οι αναλύσεις που φτάνουν στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δείχνουν ότι η ενεργειακή αναταραχή έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει το κόστος παραγωγής, τις μεταφορές και την εφοδιαστική αλυσίδα, δημιουργώντας πιέσεις που δεν αποτυπώνονται ακόμη πλήρως στους δείκτες τιμών.

Η εμπειρία των προηγούμενων κρίσεων λειτουργεί ως οδηγός για τις τρέχουσες εκτιμήσεις. Σε εσωτερικές αναλύσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής γίνεται αναφορά σε «τρία κύματα μετάδοσης»: το πρώτο αφορά την άμεση άνοδο της ενέργειας, το δεύτερο τη μετακύλιση στις πρώτες ύλες και τη βιομηχανία και το τρίτο τη διάχυση στην κατανάλωση. Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται δείχνουν ότι η οικονομία βρίσκεται ήδη στη μετάβαση προς το δεύτερο στάδιο, με αυξανόμενα κόστη για τις επιχειρήσεις και περιορισμό της παραγωγικής δραστηριότητας σε κρίσιμους τομείς.

Παράλληλα, η εικόνα που έρχεται από τις αγορές ενέργειας ενισχύει αυτό το σενάριο. Οι τιμές για άμεση παράδοση καυσίμων κινούνται σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τα προθεσμιακά συμβόλαια, γεγονός που αποτυπώνει την ένταση της ζήτησης και την αβεβαιότητα για την επάρκεια. Ευρωπαϊκές πηγές επισημαίνουν ότι αυτή η απόκλιση αποτελεί ένδειξη βαθύτερης ανισορροπίας, η οποία αναμένεται να μεταφερθεί με χρονική υστέρηση στην ευρύτερη οικονομία.

Νέα σενάρια για την ανάπτυξη

Η μεταβολή του περιβάλλοντος έχει ήδη οδηγήσει σε αναθεωρήσεις των προβλέψεων για την ανάπτυξη, με τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης να επανεξετάζουν τους στόχους τους για το 2026. Στο Eurogroup, σύμφωνα με πληροφορίες, η συζήτηση επικεντρώνεται πλέον στη διατήρηση της σταθερότητας και όχι στην επίτευξη υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης, καθώς οι πιέσεις από την ενέργεια και την κατανάλωση περιορίζουν τις προοπτικές.

Ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχολούν τις ευρωπαϊκές αρχές είναι η επίδραση αυτών των εξελίξεων στη νομισματική πολιτική. Οι πληροφορίες από τη Φρανκφούρτη δείχνουν ότι η ΕΚΤ εξετάζει πλέον σενάρια μεγαλύτερης διάρκειας των πληθωριστικών πιέσεων, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια για χαλάρωση της πολιτικής της.

Η αύξηση των τιμών ενέργειας επηρεάζει άμεσα τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό, ενώ η μετακύλιση των αυξήσεων σε ευρύτερους τομείς της οικονομίας ενισχύει τον κίνδυνο δευτερογενών επιπτώσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αποφάσεις για τα επιτόκια αποκτούν μεγαλύτερη πολυπλοκότητα, καθώς οι κεντρικές τράπεζες καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα τον πληθωρισμό και την επιβράδυνση της ανάπτυξης.

Πηγές από ευρωπαϊκούς θεσμούς επισημαίνουν ότι το βασικό σενάριο που εξετάζεται δεν αφορά πλέον μια προσωρινή διαταραχή, αλλά μια πιο επίμονη κατάσταση, όπου η οικονομία κινείται με χαμηλές ταχύτητες και οι τιμές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα.

Οι κυβερνήσεις μπροστά σε νέα δεδομένα

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι κυβερνήσεις καλούνται να προσαρμόσουν τη στρατηγική τους σε νέα δεδομένα. Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες καταγράφεται έντονη κινητικότητα, με συζητήσεις για μέτρα στήριξης, παρεμβάσεις στην αγορά ενέργειας και εργαλεία περιορισμού των ανατιμήσεων.

Οι πληροφορίες δείχνουν ότι η έμφαση δίνεται πλέον στη διαχείριση της διάρκειας της κρίσης και όχι μόνο στην άμεση αντιμετώπισή της. Σε αρκετές περιπτώσεις εξετάζονται παρεμβάσεις που στοχεύουν στη συγκράτηση της ζήτησης ενέργειας, στην ενίσχυση των αποθεμάτων και στη στήριξη των πιο ευάλωτων ομάδων.

Το κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις συζητήσεις είναι η αναγνώριση ότι η κρίση δεν έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της. Τα δεδομένα που συγκεντρώνονται από την αγορά, τους διεθνείς οργανισμούς και τα εθνικά επιτελεία δείχνουν ότι οι επιπτώσεις θα συνεχίσουν να εκδηλώνονται τους επόμενους μήνες, με αυξανόμενη ένταση. Στις εσωτερικές αναλύσεις των θεσμών, το συμπέρασμα που κυριαρχεί είναι ότι η οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, όπου η ισορροπία μεταξύ ανάπτυξης και πληθωρισμού γίνεται πιο εύθραυστη.

Πηγή ΟΤ