Στο μέρος του επαγγελματικού μου βίου που σχετίζεται με τον οίνο, αντιμετωπίζω συχνά ερωτήματα του τύπου «το 1990 ήταν καλή χρονιά;» ή παρατηρήσεις όπως «το 1991 ήταν κακή χρονιά», αυτές οι τελευταίες συνήθως διατυπούμενες κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αντιρρήσεις, ουδέ φυσικά διάλογο. Κατ’ αναλογία προς τα fashion victims, τα οποία ακολουθούν και αναπαράγουν ακρίτως τις επιταγές των διαφόρων «ταγών και διαμορφωτών» της κοινωνικής συμπεριφοράς, εμφανίζονται και στον χώρο του οίνου τα… vintage victims! Οπαδοί εκ πεποιθήσεως και ζηλωτές των εύκολων λύσεων που προσφέρονται σε μορφή αποφθεγμάτων και πινάκων αναζητούν τις «χρονιές του αιώνα» και απορρίπτουν συλλήβδην όλες τις άλλες, που δεν αξιώθηκαν του τίτλου της «ανεπανάληπτης»!


Με τον όρο «χρονιά» ή εσοδεία ή συγκομιδή ή όπως αλλιώς προτιμάτε, εννοούμε κατ’ αρχήν «το σύνολο των καιρικών συνθηκών, κατά τη διάρκεια του αμπελουργικού κύκλου, που επέδρασαν στην ποιότητα του κρασιού». Στην κοινή πρακτική όμως ­ και για λόγους ευκολίας ­ εννοούμε το σύνολο των χαρακτηριστικών του κρασιού που επηρεάστηκαν από τις κλιματολογικές συνθήκες και μεταβολές, αλλά και από τον τρόπο που ο παραγωγός αντιμετώπισε αυτές τις συνθήκες και μεταβολές.


Προ ετών άφησα αναπάντητο, για λόγους σκοπιμότητας, το ερώτημα που μου απηύθυνε με το ανάλογο μισοειρωνικό ύφος «οινόφιλος» (εντός διπλών εισαγωγικών) της εποχής: «Μα, γιατί ασχολείσθε με τις κακές χρονιές, αγαπητέ μου;». Σήμερα λοιπόν μπορώ να απαντήσω: «Διότι δεν πιστεύω ότι υπάρχουν “κακές” χρονιές! Μπορούμε να μιλάμε για εσοδείες με αυτά ή άλλα χαρακτηριστικά, για παραγωγούς που διαθέτουν ή όχι τη βούληση και τη γνώση ώστε να αντιμετωπίσουν τις ανεπιθύμητες επιδράσεις των καιρικών φαινομένων, αλλά για “κακές” χρονιές, όχι».


Ισως η άποψη να ακούγεται αιρετική, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι ανέλωσα μέγα μέρος της επαγγελματικής μου ζωής απομνημονεύοντας αξιολογήσεις εσοδειών και ποιότητες κρασιών. Η εξέλιξη όμως της τεχνολογίας και η αξιοποίηση της συγκεντρωμένης ανθρώπινης εμπειρίας επιτρέπουν, νομίζω, να αισιοδοξούμε ότι «χρονιές» όπως το 1977 του Bordeaux, που άγγιζαν τα όρια της καταστροφής, είναι μάλλον απίθανο να επαναληφθούν. Ετσι, ασφαλώς υπάρχουν χρονιές με ευνοϊκότερες ή δυσμενέστερες κλιματολογικές συνθήκες, που προικίζουν τα κρασιά με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, λιγότερο ή περισσότερο επιθυμητά, αλλά από εκεί ως τις απαξιωτικές γενικεύσεις, που «ισοπεδώνουν» ολόκληρες περιοχές, είναι πολύς δρόμος.


Εις επίρρωση των ισχυρισμών μου, επιτρέψτε μου να διηγηθώ μια μικρή ιστορία. Στις αρχές του 1991, μια μικρή συντροφιά οινοφίλων δοκίμασε, εδώ στην Αθήνα, για την ευχαρίστηση και όχι για επαγγελματικούς σκοπούς, δώδεκα γνωστούς ­ και καλούς ­ πύργους του Medoc, από τη «χρονιά» του 1987. Η εν λόγω εσοδεία, καθώς βρισκόταν μεταξύ ενός ζεύγους (1985 και 1986) και μιας τριάδας (1988, 1989 και 1990) για τις οποίες οι κριτικές και οι προγνώσεις ήσαν ως διθυραμβικές και καθώς δεν ευτύχησε ιδιαίτερα από άποψη κλιματολογικών συνθηκών, ήταν από εκείνες που οι προχειρολογούντες θα χαρακτήριζαν «κακές». Παρά ταύτα, οι δοκιμασθέντες οίνοι προσέφεραν ξεχωριστή ευχαρίστηση στη συντροφιά, με τη χάρη, την κομψότητα και την ευελιξία τους, χαρακτηριστικά που αναδεικνύονται κυρίως στις λιγότερο ευνοημένες χρονιές. Οι εντυπώσεις μάλιστα αυτής της δοκιμής διεσώθησαν, χάρη σε ερασιτέχνη οινογράφο με το ψευδώνυμο «Διόνυσος», δημοσιευθείσες στο περιοδικό «Γεύση» της κ. Σοφίας Καββαθά.


Λίγα χρόνια αργότερα, η ίδια περίπου συντροφιά δοκίμασε τους πέντε, βάσει της επισήμου κατατάξεως, σημαντικότερους πύργους του Bordeaux, από τη «χρονιά» του 1983, που είχε αξιωθεί του χαρακτηρισμού «πολύ καλή». Οι οίνοι ήσαν όντως υψηλής ποιότητας… μόνο που τη στιγμή της δοκιμής προσέφεραν περιορισμένη απόλαυση, καθώς στην πραγματικότητα είχαν ανάγκη μιας ακόμη δεκαετίας προτού φθάσουν στο ιδανικό για την κατανάλωσή τους σημείο.


Το επιμύθιο της ιστορίας είναι βεβαίως ότι σημαντικό για τον αληθή οινόφιλο αλλά και για τον ευφυή καταναλωτή δεν είναι η όποια αξιολόγηση της εσοδείας, αλλά τα χαρακτηριστικά που διαθέτει, ώστε να αποκομίζει πάντα εξ αυτής τη μέγιστη απόλαυση.


Είναι αλήθεια ότι στις οινοπαραγωγικές περιοχές του Νότου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η χώρα μας, οι διακυμάνσεις των χαρακτηριστικών των οίνων είναι ηπιότερες, λόγω της μεγαλύτερης σταθερότητας των κλιματολογικών συνθηκών. Επομένως και η έννοια της εσοδείας, για τους περισσότερους τουλάχιστον καταναλωτές, δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία, όσον αφορά τους ελληνικούς τουλάχιστον οίνους. Τούτο δε οφείλεται επιπροσθέτως και στο γεγονός ότι επί δεκαετίες οι εγχώριοι εμφιαλωμένοι οίνοι ­ πλην ελαχίστων εξαιρέσεων ­ εφέροντο στο εμπόριο χωρίς ένδειξη έτους συγκομιδής στην ετικέτα της φιάλης.


Επ’ αυτών όμως καθώς και επί του ισχύοντος καθεστώτος για την αναγραφή ενδείξεων συγκομιδής στην ετικέτα θα επανέλθουμε και σε μελλοντικό σημείωμά μας.