Η λύση των 5. . δολαρίων
Η φετινή λύση του Παύλου Γιαννακόπουλου στην περυσινή κατάρρευση της ομάδας μπάσκετ του Παναθηναϊκού. Ο άνθρωπος που πέρασε από τον μαγικό κόσμο του ΝΒΑ και ξαναγύρισε στα ευρωπαϊκά λημέρια του. Ενα πνευματικό και αθλητικό παιδί του Μάλκοβιτς. Ενας σίφουνας που ξεσηκώνει σε κάθε αγώνα περισσότερες φορές την εξέδρα από κάθε άλλον. Φίλος του Βράνκοβιτς, του Ντίβατς και του Κούκοτς. Συμπληρώνει ο ίδιος: «Με τον Τόνι είμαστε συμπαίκτες, αδέλφια και κουμπάροι». Εχει ακόμη στο σώμα του τα παράσημα, από το βίαιο παίξιμο πάνω του, του Σακίλ Ο’ Νιλ και του Ολάζουον. Αγαπάει σαν τρελός τον μικρό γιο του και βάζει τώρα πια τη φιλία πιο ψηλά από τα χρήματα. Δεν μιλάει πολιτικά, δεν παύει ούτε στιγμή να φιλάει το κορίτσι που έχει δίπλα του καθ’ όλη τη διάρκεια της συνέντευξης και αρνείται να μιλήσει αγγλικά για τη διευκόλυνσή μας. Ο Σούμποτιτς, προπονητής του στην ομάδα του Παναθηναϊκού, κάνει χρέη διερμηνέα, ο Λευτέρης Χαραλαμπόπουλος, γνώστης του αντικειμένου, προσπαθεί να θέσει και μερικές τεχνικές ερωτήσεις και η ώρα περνάει και πολλά που πρέπει να ειπωθούν δεν λέγονται. Ο σταρ της φετινής περιόδου μπάσκετ στην Ελλάδα απαντά και εμείς νιώθουμε ότι είναι η τελευταία ερώτηση που μας επέτρεψε να του θέσουμε. Με αυτό τον φόβο, ότι «τώρα θα πει φεύγω», περάσαμε μία ώρα μαζί του. Ο Σούμποτιτς βοήθησε ο χρόνος μας να πιάσει τόπο. Το αποτέλεσμα μπροστά σας. Απολαύστε το!
Πώς νιώθετε τώρα;
«Υπέροχα».
Πώς σας φαίνεται η Ελλάδα;
«Πολύ ωραία».
Τι σας αρέσει περισσότερο σε αυτή την πόλη, στην Αθήνα;
«Οι πόλεις είναι όλες υπέροχες, αν έχεις καλή παρέα… Αν υπάρχουν άνθρωποι να σε αγαπούν και να αγαπάς… Οι άνθρωποι κάνουν τις πόλεις και όχι οι πόλεις τους ανθρώπους… Για να καταλάβεις, το ωραιότερο πράγμα για μένα στην Αθήνα είναι η κοπέλα που βλέπεις πλάι μου… την λατρεύω».
Δεν φοβάστε αυτό που σήμερα παινεύετε… μη σας προδώσει αύριο;
«Δεν φοβάμαι γενικότερα. Ποτέ δεν φοβήθηκα το αύριο. Δεν μπορώ να κανονίζω το σήμερα με το μάτι στο μέλλον. Συχνά όταν βλέπεις το αύριο χάνεις το παρόν… και το παρόν, η κάθε στιγμή που περνάει, είναι η ζωή μας… Και όχι αυτή που θα έρθει, γιατί δεν ξέρουμε αν θα προλάβουμε να το ζήσουμε αυτό που θα έρθει».
Εχετε νιώσει ποτέ προδοσία;
«Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να νιώσει προδομένος. Για να υπάρξει προδοσία πρέπει να υπάρχει ο προδότης και ο προδομένος. Εγώ δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να είμαι ούτε το ένα ούτε το άλλο… Εγώ είμαι ό,τι είμαι, δεν κρύβω τίποτα. Δεν έχω μυστικά που να φοβάμαι μήπως κάποιος τα προδώσει παρά τη θέλησή μου ούτε ξέρω μυστικά που να φοβάται κάποιος μη τα προδώσω και τον προδώσω».
Πού μεγαλώσατε;
«Στο Σπλιτ».
Αδέλφια έχετε;
«Ναι, έχω μια αδελφή τρία χρόνια μικρότερη από μένα».
Οι γονείς σας τι δουλειά έκαναν;
«Ο πατέρας μου δούλευε σαν οδηγός λεωφορείου. Η μητέρα μου ασχολιόταν με το σπίτι, με αυτό που λέμε “οικιακά”».
Μεγαλώσατε άνετα; Ηταν εύκολη η ζωή για σας;
«Εύκολο δεν είναι τίποτα… Ηταν κανονική η ζωή μας, πολύ καλή η οικογένειά μου και σαν παιδί δεν μου έλειψε τίποτα. Δεν θυμάμαι δηλαδή να είχα προβλήματα».
Θα μπορούσατε να θυμηθείτε ένα δύο ονόματα παιδικών σας φίλων;
«Εναν φίλο μου τον έλεγαν Ράζα Μέντις και έναν άλλον Σίνισα. Αυτοί δηλαδή ήταν από τους πιο κολλητούς μου».
Τι απέγιναν; Μαθαίνετε νέα τους;
«Βρισκόμαστε μία φορά τον χρόνο και τα λέμε. Αυτοί ακολούθησαν άλλο δρόμο στη ζωή τους».
Πώς τελικώς αποφασίζουμε τον δρόμο που θα πάρουμε στη ζωή μας;
«Δεν αποφασίζουμε. Χίλιοι δρόμοι είναι ανοιχτοί μπροστά μας όταν είμαστε παιδιά. Μπαίνουμε στον ένα, προχωράμε λίγο, αν μας αρέσει συνεχίζουμε, αν δεν μας αρέσει στρίβουμε στο πρώτο στενό που θα βρούμε, και μπαίνουμε δεξιά ή αριστερά σε έναν άλλο δρόμο… και έτσι πάει ώσπου να μπούμε σε ένα δρόμο που θα μας “πηγαίνει” περισσότερο. Ισως και να κουραστούμε κάποια στιγμή και να αλλάξουμε δρόμο μόνο και μόνο για ξεκούραση, αναζητώντας κάτι νέο. Μερικές φορές μένουμε σε ένα δρόμο επειδή δεν έχουμε κανένα λόγο να αλλάξουμε πια. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που μας κάνει στη ζωή μας να πράξουμε αυτό ή το άλλο».
Σε ποια ηλικία πρωτοπαίξατε μπάσκετ;
«Δεκατεσσάρων ετών».
Και πώς έγινε; Υπήρξε κάποιος που σας επέλεξε ή απλώς σας άρεσε σαν παιδί αυτό το άθλημα;
«Μικρός ήμουνα… κάπως χοντρούλης και η μητέρα μου φοβόταν μήπως γίνω μαλθακός. Εκείνη ήθελε να ασχοληθώ με ένα άθλημα οποιοδήποτε. Ηθελε να γίνω αθλητικός τύπος. Εκείνη με έστειλε να παίξω μπάσκετ. Εγινα αθλητής για να μην έχει η μητέρα μου ένα μαλθακό παιδί… Καλή αφορμή, ε; Γι’ αυτό σας λέω… δεν υπάρχουν σοβαροί λόγοι που να εξηγούν γιατί αυτό και όχι εκείνο στη ζωή… Συχνά οι άλλοι μάς σπρώχνουν στον δρόμο που τελικώς παίρνουμε στη ζωή μας…».
Μικρός ήσασταν ψηλό παιδί;
«Δεν θυμάμαι ακριβώς. Οχι, δεν πρέπει να ήμουν τίποτε το ιδιαίτερο… Γιατί αν ήμουν κάτι το ιδιαίτερο θα το θυμόμουν. Δεν ξέρω με ποιον τρόπο γίνεται η επιλογή, τι μένει στη μνήμη μας και τι σβήνεται για πάντα… Στην αρχή ασχολήθηκα με την ποδηλασία. Μετά έκανα πόλο, πολύ κολύμπι και μετά πέρασα στο μπάσκετ».
Υπήρξε ένας άνθρωπος που σας ξεχώρισε, ως ταλέντο, όταν ξεκινήσατε να παίζετε μπάσκετ;
«Στην αρχή πήγαινα στο γήπεδο, έτσι απλά. Αυτό κράτησε μερικούς μήνες. Δεν υπήρχε κάποιος να ασχοληθεί ιδιαίτερα μαζί μου. Σιγά σιγά μπήκα για τα καλά μέσα στο άθλημα. Δηλαδή ήταν κάτι που ήρθε με τον χρόνο».
Εχετε καταλάβει πόσο το ταλέντο καθορίζει την πορεία μας στη ζωή; Οι ταλαντούχοι είναι φυλακισμένοι στο ταλέντο τους ή μπορεί κάποιος να απαλλαγεί αν θέλει από το ταλέντο του;
«Κατ’ αρχάς αυτό που καθορίζει την πορεία μας είναι η δουλειά, μόνο η δουλειά… Μπαίνεις σε ένα δρόμο. Για να καταφέρεις να τον διασχίσεις πετυχημένα δεν φτάνει το ταλέντο, χρειάζεται κυρίως δουλειά. Το ταλέντο είναι τα μάτια, είναι η εξυπνάδα, η ευφυΐα… Αυτά δεν φτάνουν για να γίνει κάποιος πρώτος. Για να κόψεις το νήμα πριν από όλους πρέπει να δουλέψεις περισσότερο από όλους».
Και πόσο ένας ταλαντούχος νιώθει φυλακισμένος στο ταλέντο του;
«Σ’ το λέω πιο ξεκάθαρα αφού το θες… δεν πιστεύω στο ταλέντο. Οχι ότι δεν υπάρχουν ταλαντούχοι άνθρωποι, άνθρωποι δηλαδή που έχουν κάτι ιδιαίτερο που τους διακρίνει, χωρίς να κάνουν τίποτα. Αλλά αυτό το ιδιαίτερο χάνεται όταν στην πράξη δεν ντυθεί με πολλή δουλειά. Το ταλέντο είναι όπως η εξωτερική ομορφιά. Διευκολύνει να ρίξεις μια γυναίκα αλλά από εκεί και πέρα χρειάζονται και άλλα πράγματα για να κάνεις μια σχέση, δεν φτάνει η ομορφιά».
Ο υπαρκτός σοσιαλισμός, μέσα στον όποιο μεγαλώσατε κι εσείς, πόσο σας βοήθησε, πόσο σας βοηθούσε να διακριθείτε στον αθλητισμό;
«Δεν πιστεύω ότι ο κομμουνισμός ευθυνόταν που διακριθήκαμε ως αθλητές. Δεν βλέπω δηλαδή να υπάρχει καμία διαφορά από τους αθλητές, οι οποίοι μεγάλωσαν σε καπιταλιστικές χώρες. Απλά η διάκριση είναι πάντα θέμα θέλησης και υπομονής. Δουλειάς, όπως σας είπα και πριν. Κανένα πολιτικό σύστημα, όσο σκληρό και απάνθρωπο και αν είναι, δεν μπορεί να εξοντώσει τον εργάτη που δουλεύει σκληρά».
Εσείς γιατί φύγατε από τη χώρα σας όταν σας δόθηκε η πρώτη ευκαιρία; Πάντα ονειρευόσασταν να φύγετε από τη χώρα σας; Να πάτε παραέξω να παίξετε μπάσκετ; Σε άλλη χώρα;
«Μα, το έκανα για να παίξω μπάσκετ και σε άλλες καλές ομάδες. Ετσι αποφάσισα και πήγα στην Ιταλία».
Το κίνητρό σας ήταν μόνο να παίξετε και σε άλλες καλές ομάδες;
«Οχι βέβαια… Πρώτα από όλα ήξερα ότι θα έπαιρνα περισσότερα χρήματα. Ετσι και αλλιώς όμως, είχε κλείσει ο κύκλος μου ως αθλητή στη χώρα μου. Ο,τι μπορούσα δηλαδή να πάρω ως αθλητής μέσα στη χώρα μου το είχα ήδη πάρει και ήθελα να βγω και παραέξω».
Και στο ΝΒΑ για τους ίδιους λόγους πήγατε ή ήταν για σας και ένα όνειρο;
«Σίγουρα. Μόνο που και οι προηγούμενες μεγάλες αλλαγές στην καριέρα μου ήταν ένα όνειρο. Ενα όνειρο που πραγματοποιούμενο με οδηγούσε σε νέα όνειρα. Είμαι από αυτούς που ονειρεύονται, πραγματοποιούν το όνειρο και ξαναονειρεύονται. Δεν μπορώ να κάνω όνειρα χωρίς αντίκρισμα».
Θυμάστε την πρώτη φορά που βγήκατε έξω από τη χώρα σας;
«Ναι, ήταν με τους γονείς μου. Είχαμε πάει για τουρισμό στην Τεργέστη».
Την πρώτη φορά που πήγατε να ζήσετε στην Ιταλία τι σας είχε κάνει μεγαλύτερη εντύπωση;
«Ημουν 23 χρόνων πολύ νέος δηλαδή ακόμη. Ουσιαστικά ακόμη μεγάλωνα. Επρεπε λοιπόν να μάθω να μεγαλώνω σε μια άλλη χώρα. Δεν ήταν όμως δύσκολο, γιατί ήταν καλά, μου άρεσε πάρα πολύ ο τρόπος ζωής εκεί».
Πάντα αυτό θέλατε να γίνετε στη ζωή σας; Δεν είχατε σκεφτεί δηλαδή ποτέ κάτι άλλο;
«Οταν ήμουν πολύ νέος είχα πολλά στο μυαλό μου. Τίποτα όμως συγκεκριμένο. Δεν είχα προλάβει να σκεφτώ σοβαρά για κάτι συγκεκριμένο».
Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι θα λέγατε ότι σας επηρέασαν στη ζωή σας;
«Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιον συγκεκριμένο άνθρωπο και να πω ότι μου άλλαξε τη ζωή ή τον τρόπο σκέψης. Στη ζωή γενικότερα είμαστε “κλέφτες” της σκέψης άλλων. Παρατηρούμε τη ζωή κάποιων γύρω μας και προσπαθούμε να γίνουμε σαν αυτούς. Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν ξέρουμε τι κάνουμε όταν το κάνουμε. Νομίζουμε ότι αυτό είμαστε… ότι απλώς μοιάζει ο τρόπος που σκεφτόμαστε με τον τρόπο που σκέφτονται κάποιοι άλλοι».
Πού αποδίδετε τη δημιουργία αυτής της σχολής του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ; Στο ταμπεραμέντο του λαού σας ή στην ύπαρξη κάποιων ιδιοφυών ανθρώπων που γεννήθηκαν εκεί;
«Είναι σίγουρα μια διαφορετική σχολή η γιουγκοσλαβική. Δεν μπορώ να την αποδώσω σε κάτι συγκεκριμένο. Ετυχε απλώς να γεννηθεί μια διαφορετική γενιά, η οποία δούλεψε καλά και σοβαρά. Βλέπετε, υπήρχαν τότε πολύ δυνατές ομάδες και για να τις αντιμετωπίσεις και να μπορέσεις να τις ξεπεράσεις έπρεπε να δουλέψεις πολύ σκληρά. Αν ήθελες να φτάσεις κάπου. Η δύναμη για να εκδηλωθεί απαιτεί την ύπαρξη της δύναμης. Οποιαδήποτε ομάδα έπαιζε στο ΝΒΑ μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα θα έπρεπε να δυναμώσει ή να εξαφανιστεί. Συχνά υπάρχουν πολύ δυνατοί άνθρωποι που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τη δύναμη τους επειδή ποτέ δεν χρειάστηκε να την εκδηλώσουν ή να την χρησιμοποιήσουν».
Δεν έχει να κάνει καθόλου με το ταμπεραμέντο του λαού σας;
«Πώς, και βέβαια… Πιστεύω ότι είμαστε γεννημένοι νικητές… αυτό είναι κάτι που μας χαρακτηρίζει. Αλλά όπως όλα τα πράγματα για να αποδειχθούν πρέπει να δοθεί η ευκαιρία. Στο μπάσκετ δόθηκε η ευκαιρία και αποδείχθηκε η ικανότητά μας να είμαστε νικητές».
Πώς εξηγείτε που η γιουγκοσλαβική σχολή που είναι ίσως η καλύτερη στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μπάσκετ δεν μπορεί να φτάσει να κοντράρει τις ομάδες του ΝΒΑ; Πού επικεντρώνετε τη διαφορά δυναμικής;
«Στην Αμερική υπάρχουν πέντε εκατομμύρια παίκτες. Καταλαβαίνετε ότι αυτοί που φτάνουν να παίξουν στο ΝΒΑ περνάνε πριν από πολύ μεγάλο φιλτράρισμα. Στην Ευρώπη, ακόμη και ελάχιστες προδιαγραφές να έχεις σαν μπασκετμπολίστας, οι πόρτες είναι ανοιχτές, γιατί δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Δεν υπάρχει δηλαδή ο καλύτερος. Αρα λοιπόν η ποιότητα των αθλητών έχει σχέση με τους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης των ανθρώπων που ασχολούνται με το μπάσκετ».
Δεν έχει σχέση και με άλλα πράγματα; Λένε, για παράδειγμα, ότι υπάρχει διαφορά μυϊκής δύναμης ή ότι οι μαύροι αθλητές έχουν επιπροσθέτως και το συναισθηματικό κίνητρο να πετύχουν, για να ξεφύγουν έτσι από τη μοίρα τους.
«Η αλήθεια είναι ότι ο σκελετός των μαύρων παικτών είναι τελείως διαφορετικός από των λευκών. Δεν πιστεύω όμως ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από αυτό. Δεν είναι και υπεράνθρωποι. Απλώς όταν υπάρχει μεγάλη προσφορά τότε βρίσκεις και πιο ικανούς παίκτες από όλες τις απόψεις».
Ενας επαγγελματίας συνεχίζει να χαίρεται το παιχνίδι όπως ένας ερασιτέχνης; Με άλλα λόγια, όταν παίζεις για τα χρήματα, η απόλαυση του παιχνιδιού πάει κατά διαόλου;
«Κοίταξε, στην αρχή σίγουρα με ενδιέφερε πολύ το παιχνίδι αλλά περισσότερο με ενδιέφερε να κερδίσω χρήματα από αυτό. Δεν είμαι από αυτούς που θα σου πουν ότι τώρα έχω βάλει αρκετά στην άκρη και δεν νιώθω πια την ανάγκη τους. Τώρα, όμως, τη στιγμή που μπαίνω στο γήπεδο, ξεχνάω και πόσα παίρνω και πόσα ενδεχομένως επιπλέον θα πάρω σε περίπτωση που κερδίσει η ομάδα μου. Ο στόχος μου είναι μόνο η νίκη, είτε παίζουμε φιλικό παιχνίδι είτε πρόκειται για έναν πολύ κρίσιμο αγώνα».
Το χρήμα λένε ότι είναι το παν στη ζωή.
«Σίγουρα παίζει καθοριστικό ρόλο, με την έννοια ότι μας επιτρέπει να ζούμε άνετα, χωρίς να νιώθουμε άγχος για το τι θα μας συμβεί αύριο. Πιστεύω όμως ότι το ζητούμενο για μένα ή αυτό που εσείς λέτε “το παν στη ζωή” είναι η φιλία. Είναι, δηλαδή, πιο χρήσιμο να έχεις καλούς φίλους παρά πολλά λεφτά».
Γιατί έχουμε έρθει, λέτε, σε αυτή τη ζωή;
«Δεν ξέρω. Η ζωή πάντως είναι πολύ μικρή. Διαρκεί όσο μια σαπουνόφουσκα».
Σαπουνόφουσκα;
«Ναι. Η σαπουνόφουσκα αυτή μάλιστα όσο ανεβαίνει προς τα πάνω όσο πιο ψηλά φθάνει τόσο περισσότερο κινδυνεύει μέσα σε μία στιγμή να χαθεί. Η φήμη μεγαλώνει τον κίνδυνο να μειωθεί ο χρόνος διάρκειας αυτής της σαπουνόφουσκας. Πιστεύω, λοιπόν, ότι πρέπει να προλάβουμε να ζήσουμε τη σαπουνόφουσκα αυτή πάση θυσία».
Ζούμε τη ζωή μας ως κυνηγοί της ευτυχίας;
«Το ζητούμενο για κάθε άνθρωπο είναι σίγουρα η ευτυχία αλλά ο καθένας μόνος του καθορίζει τον δρόμο προς την ευτυχία. Εχει μεγαλύτερη σημασία πώς θα φθάσει κάποιος στην ευτυχία από αυτή καθαυτή την ευτυχία. Τι είναι άλλωστε η ευτυχία;».
Τι είναι;
«Μία τόσο δα στιγμή είναι… Τι να την κάνεις όμως τη στιγμή αυτή αν για να την αποκτήσεις έχεις δυστυχήσει και έχουν δυστυχήσει μαζί με σένα χίλιοι άνθρωποι χίλιες φορές; Είναι ηλιθιότητα κυνηγώντας τη στιγμή να χάνεις τη σημασία της ίδιας της ζωής σου. Μια βρισιά είναι αυτό αν το κάνεις».
Και η φήμη που αναφέρατε πριν τι είναι για σας;
«Κάτι με το οποίο παλεύω. Ενας ύπουλος σύντροφος που δεν σε αφήνει να χαλαρώσεις ούτε στιγμή. Αν χαλαρώσεις, μπορεί αμέσως να σε χτυπήσει πισώπλατα».
Αλλαξε το πρόσωπό σας στον καθρέφτη όταν μπήκε στη ζωή σας η φήμη;
«Καθόλου, νομίζω. Εχω γυρίσει την πλάτη στη φήμη επειδή δεν θέλω να αλλάξω ως άνθρωπος».
Αλήθεια, πώς θα είναι όταν σταματήσετε το μπάσκετ και οι άνθρωποι πάψουν να ασχολούνται μαζί σας;
«Την περιμένω πώς και πώς αυτή τη στιγμή». (γέλια)
Γιατί;
«Μα είναι φρικτό να μην μπορείς να περπατήσεις στον δρόμο ήσυχος. Είναι φρικτό οι άλλοι να ασχολούνται συνεχώς μαζί σου, όπου κι αν βρίσκεσαι, ό,τι κι αν κάνεις. Αν ήταν δυνατόν να έμπαιναν στην κρεβατοκάμαρά σου την ώρα που κάνεις έρωτα για να σου ζητήσουν αυτόγραφο, θα το έκαναν».
Πόσο αλλάζει η ματιά του κόσμου όταν κάποιος τον βλέπει από ψηλά;
«Πολύ. Το παν όμως είναι να μην πιστέψεις ότι αυτή είναι η καλύτερη θέση για να δεις τον κόσμο. Με άλλα λόγια, σημασία έχει να μην επηρεάζει το ύψος όπου βρίσκεσαι εσένα τον ίδιο. Να μην πιστέψεις ότι είσαι “κάποιος” επειδή τυχαίνει να βλέπεις τον κόσμο από μια άλλη θέση. Η ζωή μας αξίζει όσο αξίζει η ζωή ενός απλού ανθρώπου. Εσύ κάνεις μια δουλειά και σίγουρα στη δουλειά αυτή έχεις μια αξία που εγώ δεν έχω. Απλώς εγώ τυχαίνει να κάνω μια δουλειά η οποία με κρατά συνεχώς εκτεθειμένο στη δημοσιότητα».
Οι μεγάλες νίκες είναι δημιούργημα μεγάλων παικτών ή ισχυρών συνόλων;
«Το μπάσκετ είναι ομαδικό άθλημα, δεν είναι σαν το τένις, ας πούμε. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από όλους, γι’ αυτό και ο νικητής στο μπάσκετ είναι πάντα το σύνολο».
Ενας μεγάλος παίκτης δεν μπορεί να καθορίσει την τύχη μιας ομάδας; Οι Μπουλς φέτος όσο ήταν ο Τζόρνταν «ντεφορμέ» έχαναν ενώ μόλις ξαναβρήκε τον «καλό» εαυτό του γύρισαν ξανά στους θριάμβους. Πώς το εξηγείτε;
«Κοιτάξτε, αυτή τη στιγμή ο Μάικλ Τζόρνταν είναι ο μεγαλύτερος παίκτης στον κόσμο. Μόνος του όμως δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Δεν μπορεί να παίξει ένας εναντίον πέντε. Αρα και αυτός ακόμη εξαρτάται από ένα σύνολο».
Εσείς γιατί φύγατε από το ΝΒΑ;
«Ηταν προσωπικοί λόγοι, είχα τραυματιστεί».
Δεν σας κρύβω ότι όλοι εδώ πιστεύουμε πως οι «καλοί» γυρίζουν στην Ευρώπη όταν πια δεν έχουν μέλλον στο ΝΒΑ…
«Μα εγώ είχα τρία χρόνια συμβόλαιο ακόμη με τους Σέλτικς…».
Πάντως είναι πρόκληση να θεωρείτε ότι είστε ικανός να συνεχίσετε να παίζετε στο ΝΒΑ αλλά να το εγκαταλείπετε… (γέλια)
«Εντάξει, πολλά μπορεί να λες αν είσαι έξω από τα πράγματα. Με είχε εξαντλήσει και η σειρά από ήττες που έκαναν οι Σέλτικς… Δεν ξέρω, θέλω πολύ να είμαι με τους νικητές. Από ένα σημείο και μετά, όπως σου είπα, δεν φτάνει να κερδίζεις πολλά χρήματα. Χρειάζεται και η νίκη. Η νίκη είναι ένα άλλο είδος αμοιβής, μια ψυχολογική αμοιβή. Φαντάζεσαι να ήσουν στην εφημερίδα σου, να σε πλήρωναν πολύ καλά, να έγραφες και να μη μιλούσε κανείς γι’ αυτά που γράφεις; Γι’ αυτό και νιώθω υπέροχα που είμαι τώρα στον Παναθηναϊκό: μου αρέσει που νικάμε».
Βεβαίως παίζει μεγάλο ρόλο ποιοι είναι οι αντίπαλοι που τελικώς νικάς…
«Αυτό είναι σίγουρο αλλά δεν νομίζω ότι είναι τόσο εύκολοι οι αντίπαλοι όσο νομίζεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Πάντως το μεγαλύτερο αίσθημα πείνας, ακόμη και από την έλλειψη της τροφής, είναι η έλλειψη της νίκης. Οταν είσαι πολύ καιρό από την πλευρά των ηττημένων, αγριεύεις. Ολες τις επαναστάσεις τις έχουν κάνει πεινασμένοι για νίκη άνθρωποι».
Αλήθεια, ξεκινώντας να πάτε να παίξετε στο ΝΒΑ, δεν φοβηθήκατε; Δεν νιώσατε δέος μπροστά σε αυτούς τους παίκτες – μύθους;
«Μα προτού πάω στο ΝΒΑ είχα παίξει με τον Κούκοτς. (γέλια) Είμαι ευτυχής που έπαιξα με τον Κούκοτς. Για μένα είναι ο καλύτερος συμπαίκτης που είχα ποτέ. Μέσα στο γήπεδο ξέρουμε τόσο πολύ ο ένας τον άλλον που δεν χρειάζεται να βλεπόμαστε. Αλλά θα ήθελα να σου πω και κάτι για τον φόβο: όποιος σέβεται τους πάντες δεν φοβάται κανέναν. Εγώ είμαι από αυτούς που σέβονται όποιον παίκτη ή άνθρωπο βρεθεί μπροστά τους. Στο ΝΒΑ, στις αρχές, αντιμετώπισα τον Σακίλ, τον Μούρνινγκ, τον Ολαζούον και τον Γιούιν τον έναν μετά τον άλλον και δεν κώλωσα… Τους έπαιξα στα ίσα και δεν τους φοβήθηκα καθόλου. Γενικότερα με τον φόβο δεν είμαι φίλος από παιδί και αυτό νομίζω ότι με βοήθησε να κάνω μερικά βήματα μεγαλύτερα από αυτά που μπορούσα».
Υπάρχουν στιγμές μέσα στον αγώνα που πιάνετε τον εαυτό σας να κάνει πράγματα για την εξέδρα και όχι για την ομάδα, στιγμές ναρκισσισμού, δηλαδή;
«Δεν είμαι ατομιστής μέσα στο παιχνίδι. Σου είπα ότι το μπάσκετ δεν παίζεται από έναν. Δεν θέλω με αυτό να πω ότι ποτέ στην καριέρα μου δεν έκανα μέσα στο γήπεδο πράγματα για μένα και όχι για την ομάδα. Αλλά όλες αυτές τις στιγμές τις έχω μετανιώσει. Είναι άρρωστα όλα αυτά. Είναι αρρώστια να πιστεύεις ότι μία ολόκληρη ομάδα βρίσκεται μέσα στο γήπεδο για να ναρκισσεύεσαι εσύ, για να κάνεις εσύ καλά στατιστικά».
Υπάρχουν πράγματα και καταστάσεις στον κόσμο του ΝΒΑ που εμείς, που είμαστε από έξω, δεν βλέπουμε;
«Το ΝΒΑ είναι business. Εκεί είναι πολύ ψυχρά τα πράγματα. Είναι σαν τσίρκο που ταξιδεύει από πόλη σε πόλη, δίχως το ταξίδι να δένει μεταξύ τους τους ανθρώπους με φιλίες. Δεν είναι όπως στην Ευρώπη ή εδώ στην Ελλάδα. Στο ΝΒΑ οι συμπαίκτες σου παραμένουν άγνωστοι. Δεν ξέρεις τι κάνουν, πώς ζουν, με ποιους ζουν».
Υπάρχουν στο ΝΒΑ παίκτες οι οποίοι, ενώ λάμπουν στο παιχνίδι, στην προσωπική τους ζωή δεν λάμπουν;
«Συνήθως δεν έχεις πολλή ώρα να ασχοληθείς μαζί τους και να τους γνωρίσεις. Αρα δεν ξέρω να σου απαντήσω. Η βασικότερη και πιο ουσιαστική σχέση που ανέπτυξα στο ΝΒΑ με τους συμπαίκτες μου ήταν αυτή μέσα στο γήπεδο».
Ο καλός παίκτης κάνει τον καλό προπονητή ή ο καλός προπονητής τον καλό παίκτη;
«Είναι σαν να με ρωτάτε για την κότα με το αβγό. Η μόνη απάντηση που μπορώ να σας δώσω είναι ότι το ένα πάει μαζί με το άλλο».
Η καλή άμυνα οδηγεί στη νίκη ή η καλή επίθεση;
«Ο αιφνιδιασμός. Είμαι ερωτευμένος ως παίκτης με τον αιφνιδιασμό. Για μένα μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις δοξάζεται το άθλημα αυτό».
Εσάς σας αιφνιδίασε η εξέλιξή σας στη ζωή σας; Με άλλα λόγια, ό,τι ποθήσετε το αποκτήσατε ή ακόμη και για σας υπάρχουν πράγματα τα οποία φαντάζουν μακρινά και αδύνατα;
«Δεν νιώθω έτσι. Ποτέ δεν είχα πρότυπα που να προσπάθησα να τα πλησιάσω. Δεν έχω επιθυμίες μεγαλύτερες των δυνατοτήτων μου. Δεν πιστεύω ότι οι άνθρωποι πρέπει να παίζουν με τα όριά τους γιατί μπορεί να χαθούν. Οι άνθρωποι πρέπει να εξαντλούν τις δυνατότητές τους. Από την άλλη, δεν μου λέει τίποτα, ας πούμε, το να συναντηθώ με τον Πάπα και να μιλήσω μαζί του. Ποτέ στη ζωή μου δεν κυνήγησα είδωλα. Ποτέ δεν πίστεψα ότι μπορεί κάτι να αλλάξει στη ζωή μου συναντώντας γνωστούς αγνώστους».
Τον έρωτα όμως; Νιώθετε την ανάγκη να είστε ερωτευμένος;
«Δεν φαίνεται;». (Ολη αυτή την ώρα έχει δίπλα του την κοπελιά του και κρατιούνται συνεχώς από το χέρι).
Νιώθετε διαφορετικά στο γήπεδο όταν δύο μάτια από την εξέδρα δεν βλέπουν παρά μόνον εσάς;
«Σίγουρα».
Στο μέλλον θα αφήνατε το παιδί σας να επιλέξει μόνο του τον δρόμο του ή θα προσπαθούσατε να το οδηγήσετε εσείς;
«Θα ήθελα να του δώσω κατευθύνσεις αλλά δεν θα το πίεζα να κάνει τίποτα με το ζόρι. Το ζόρι δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος, ούτε όμως η λάσκα, που σημαίνει έλλειψη πειθαρχίας. Θέλει πειθαρχία η ζωή ή και πειθαρχία».
Υπάρχει μια κουβέντα κάποιου που δεν ξεχάσετε ποτέ στη ζωή σας;
«Σε ηλικία 18 ετών μου είπε ο πατέρας μου: “Τώρα είσαι δεκαοκτώ. Τράβα τον δρόμο σου και κάνε ό,τι θέλειςμ ώσπου να κάνεις το πρώτο λάθος”».
Μέσα από τα λάθη μαθαίνουμε;
«Σίγουρα. Τα λάθη μας είμαστε και όχι τα σωστά μας. Τα λάθη μας είναι η ψυχή μας και τα σωστά μας το μυαλό μας. Η ψυχή μάς οδηγεί πάντα σε λάθος δρόμο. Γι’ αυτό έχουμε και την ανάγκη του μυαλού μας». (γέλια)
Πέστε μου μια πολιτική σας σκέψη;
«Απεχθάνομται να ανοίγω πολιτικές συζητήσεις και φοβάμαι ότι με την ερώτησή σας είναι εύκολο να ανοίξουμε πολιτική συζήτηση. Δεν μ’ αρέσει να ασχολούμαι με την πολιτική».
Τι πιστεύετε ότι χωρίζει τους λαούς που πολεμάνε μεταξύ τους;
«Τίποτα. Είναι δύσκολο όμως να αφήσουν οι πολιτικοί τον καθένα μας να είναι ελεύθερος, να κάνει στη ζωή του ό,τι θέλει. Εκείνο που μετράει πάνω από όλα στη ζωή είναι η ελευθερία. Αλλά άνθρωποι ελεύθεροι δεν είναι και εκμεταλλεύσιμοι. Αυτά».
Σας ευχαριστώ.
«Κι εγώ».



