«Δεν πιστεύω στο “μικρό” και στο “μεγάλο” παίξιμο»




Αποστρέφεται τους χαρακτηρισμούς, είτε αφορούν τη δουλειά είτε αφορούν τη ζωή της. Συνολικά δείχνει να δυσανασχετεί με ό,τι μπορεί να παραπέμπει σε κλισέ ή στερεότυπο. Για τη Μαρία Κεχαγιόγλου σημασία έχει η προσωπική επιλογή και προσπάθεια, που κάνει και τη διαφορά στο αποτέλεσμα. Προδιαγεγραμμένες πορείες δεν υπάρχουν, καθετί δημιουργείται από την αρχή.


Γι’ αυτό και το γεγονός ότι εφέτος ερμηνεύει την Αντιγόνη στην παράσταση του «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή από το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου είναι άλλη μία πρόκληση, όπως κάθε ρόλος. «Δεν ξέρω αν υπάρχει πραγματική διαφοροποίηση. Πάντα η βάση είναι η ίδια: από τη μια είναι ο ηθοποιός και από την άλλη το κείμενο, και ανάμεσα η προσπάθεια που γίνεται να φθάσει και να κατανοήσει ο ηθοποιός το κείμενο. Αυτό δεν αλλάζει. Και δεν ξέρω πραγματικά αν έχει σημασία να πει κανείς μια λέξη ψιθυριστά ή φωναχτά. Σημασία έχει να την πει και να την εννοεί. H διαφορά συνίσταται στον χώρο των αρχαίων θεάτρων. Εκεί απαιτείται να εκπέμπει ο ηθοποιός μια πυκνή ενέργεια – δεν ξέρω πώς να το πω ακριβώς -, η οποία όμως δεν έχει να κάνει με διόγκωση της ερμηνείας του. Ετσι νομίζω. Δεν πιστεύω στο “μικρό” και στο “μεγάλο” παίξιμο. Οταν βλέπω το ειλικρινές και καθαρό παίξιμο, εμένα μου αρκεί. Και το έχω δει να γίνεται – όχι πολλές φορές, αλλά έχει γίνει. Οταν ο ηθοποιός έχει βαθιά ανάγκη να υποστηρίξει τον ρόλο του χωρίς να φυλακίσει τον εαυτό του σε προκατασκευασμένα οχήματα, τότε γίνεται. Αυτά όμως είναι λόγια. Στην πράξη σχεδόν πάντα ο ηθοποιός πελαγοδρομεί, ο καθένας μόνος του κάνει ό,τι μπορεί με τον τρόπο που αυτός νομίζει. Δεν ξέρω ποια είναι η περίφημη “παράδοσή” μας και πώς αυτή συνεχίζεται. Ποιος τη μεταφέρει και με ποιο τρόπο; Υπάρχει μέθοδος που να καλλιεργείται και τάσεις διαφορετικές που να βασίζονται κάπου; Τελικά μήπως ό,τι έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια είναι τυχαίες ή μεμονωμένες προσπάθειες;».


Πολύς ο λόγος περί αισθημάτων και συναισθημάτων των νεότερων από τη στιγμή που θα πατήσουν το πόδι τους στην ορχήστρα του αργολικού θεάτρου. Δεν είναι τόσο απλό για τη Μαρία Κεχαγιόγλου και σίγουρα κάθε φορά είναι διαφορετική: «Πιο νέα, που είχα και – κακώς εννοούμενη – αυτοπεποίθηση, είχα αισθανθεί πολύ φιλικά στο Θέατρο της Επιδαύρου. Την τελευταία φορά ένιωσα σαν να πάτησα το πόδι μου σε αρένα. Πάντως γενικά νιώθω αμήχανα απέναντι στην Επίδαυρο. Αλλοτε τη σκέφτομαι σαν έναν σπουδαίο αρχαιολογικό χώρο, άλλοτε σαν ένα υπέροχο φυσικό τοπίο και άλλοτε σαν έναν εμπορικό θεατρικό χώρο».


Και μετά το έργο τι; H κριτική; Στην ερώτηση αν η κριτική για την ερμηνεία τραγικών ρόλων έχει ειδικό βάρος, η απάντηση είναι αφοπλιστική και άμεση: «Αστειεύεστε; H κριτική, έτσι όπως την έχω γνωρίσει, ή κολακεύει ή τσακίζει». Πέραν τούτου όμως; «Εχω μπερδευτεί, δεν ξέρω πια τι είναι κριτική. Και πώς γίνεται κανείς κριτικός; Πώς αποκτά κανείς αυτή την ιδιότητα; Εκτός αν μιλάμε για κριτική επιτροπή, αφού οι περισσότεροι χαρακτηρισμοί είναι σαν να αντιστοιχούν σε βαθμολογίες: εξαιρετικός, ταλαντούχος, πολλά υποσχόμενος, επαρκής, ανεπαρκής, κακός, κακομούτσουνος και δεν συμμαζεύεται».


O «Οιδίποδους επί Κολωνώ» του Σοφοκλή παρουσιάζεται από το Αμφιθέατρο στην Επίδαυρο στις 29 και 30 Ιουλίου σε μετάφραση K.X. Μύρη, σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου, σκηνικά και κοστούμια Αγνής Ντούτση, μουσική Περικλή Κούκου. Παίζουν: Χρήστος Καλαβρούζος, Μαρία Κεχαγιόγλου, Κωνσταντίνος Γεωργίου κ.ά.