Οι αμαρτίες του Αγίου της κωμωδίας Ενα απολαυστικό ανάγνωσμα για την ερωτική ζωή του διάσημου σκηνοθέτη
Στο νούμερο 930 της Πέμπτης Λεωφόρου υπάρχει ένα τσιμεντένιο οικοδόμημα ασπριδερού χρώματος με θέα το Σέντραλ Παρκ του Μανχάταν. Ο πιο διάσημος ένοικός του τον Ιανουάριο του 1992 ήταν ο Γούντι Αλεν, ο οποίος ζούσε σε διπλό υπερπολυτελές ρετιρέ.
Είχε μόλις περάσει τα 50 και η παιδική φυσιογνωμία του είχε αρχίσει να δείχνει σημάδια κούρασης. Παρ’ ότι αντιμετώπιζε με σαρκαστική διάθεση τα λίφτινγκ προσώπου, το κοκκινωπό τρίχωμα της κεφαλής του βρισκόταν στη θέση του κυρίως εξαιτίας μεταμοσχεύσεων και βαφών, ενώ έριχνε μπροστά τα μαλλιά του για να δείχνει νεότερος. Εξακολουθούσε να λανσάρει τη στολή ενός μαθητή κολεγίου των 60s: βαμβακερά σπορτίβ πουκάμισα, κασμιρένια σουέτερ, χακί παντελόνια και τζάκετ από τουίντ. Κάποιοι από τους γείτονες τον έβρισκαν γλυκύτατο, αλλά για άλλους ήταν μια σκέτη πηγή καταστροφής. Οταν έπαιρνε το ασανσέρ για το σπίτι του συνήθιζε να στρέφει το βλέμμα του στους τοίχους, όπως η Γκρέτα Γκάρμπο, ή να χώνει τη μύτη του σε μια εφημερίδα για να αποφύγει συζητήσεις.
Τη Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 1992 μόλις έκλεισε το συνηθισμένο επτάωρο ύπνου ξύπνησε στο τεραστίων διαστάσεων κρεβάτι του με «ουρανό». Σπανίως άλλαζε την πρωινή ρουτίνα ενός ντους που ακολουθούσε το καθιερωμένο πρωινό αποτελούμενο από χυμό δαμάσκηνου και δημητριακά «Cheerios» με σταφίδα, συνοδευόμενα από μπανάνα κομμένη σε μικρά κομματάκια που δοκίμαζε διαβάζοντας τους «New York Times». Επαιξε το κλαρινέτο του για μία ώρα και στη συνέχεια αναχώρησε για το γραφείο του περπατώντας 13 τετράγωνα ως το νούμερο 575 της Παρκ Αβενιου.
Δούλευε πάνω σε μια ταινία. Ο προσωρινός τίτλος της κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας ήταν «Το σχέδιο του Γούντι Αλεν για το φθινόπωρο του 1991», αλλά τελικά θα λεγόταν «Παντρεμένα ζευγάρια». Το μεσημέρι η βοηθός του παρήγγειλε το συνηθισμένο του γεύμα: τονοσαλάτα χωρίς μαρούλι και ντομάτα σε λευκή μπαγκέτα, συνοδευόμενη από καφέ και κέικ σοκολάτας.
Είχε πολλούς λόγους να νιώθει ικανοποίηση. Τους τελευταίους μήνες είχε εισπράξει δύο εκατομμύρια δολάρια από τηλεοπτικές καμπάνιες διαφημίζοντας τη μεγαλύτερη ιταλική αλυσίδα σουπερμάρκετ. Και στα βιβλιοπωλεία μια ενθουσιώδης βιογραφία παγίωνε τον λαοφίλητο μύθο που τύλιγε τον ίδιο και την αγαπημένη κυρία του Μία Φάροου, τη σύζυγο με τη χρυσή κόμη και τα λαξευτά ζυγωματικά.
Σχεδόν σε κάθε γωνιά του κόσμου το όνομα του Γούντι Αλεν ήταν ένα όνομα νοικοκύρη. Μετά από 30 χρόνια στο επίκεντρο των φώτων της δημοσιότητας εθεωρείτο ένα ηθικός παράγων, ο λατρευτός άγιος της αμερικανικής κωμωδίας.
Συνήθως κάθε Δευτέρα βράδυ βρισκόταν καθ’ οδόν προς το εβδομαδιαίο κοντσέρτο του στο παμπ του Μάικλ στην Ανατολική 55η οδό, όπου έπαιζε παραδοσιακή τζαζ μουσική της Νέας Ορλεάνης για περισσότερες από δύο δεκαετίες. Εν συνεχεία επέστρεφε σπίτι, τσιμπούσε κάτι, τις περισσότερες φορές κουλουράκια με νιφάδες σοκολάτας βουτηγμένα σε δύο ποτήρια γάλα, και έπεφτε στο κρεβάτι. Αυτή τη Δευτέρα πάντως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Το απόγευμα η Μία και ο τεσσάρων ετών γιος τους, Σάτσελ, βγήκαν από το ασανσέρ για να βρεθούν στον προθάλαμο του σπιτιού του Γούντι. Εκείνη είχε εννέα παιδιά, ένα από τον Γούντι, τρία από τον πρώην σύζυγό της, τον μαέστρο Αντρέ Πρεβίν, και πέντε υιοθετημένα. Ζούσαν μαζί με τη Μία στην αντίθετη μεριά του πάρκου στο οκτώ δωματίων σπίτι της στην περιοχή Σέντραλ Παρκ Γουέστ, καθώς ο Γούντι απολάμβανε τη μοναξιά της δικής του οικίας.
Ο Σάτσελ δοκίμαζε συναισθηματικές δυσκολίες: κατά τη διάρκεια παιχνιδιών μασκαρέματος ήθελε να ντυθεί Σταχτοπούτα. Ο πατέρας του τον θεωρούσε προβληματικό, με αποτέλεσμα ο Σάτσελ να ξεκινήσει θεραπεία μ’ έναν κλινικό ψυχολόγο. Οι συναντήσεις γίνονταν στο σπίτι του πατέρα του. Δε θα ήταν και ό,τι καλύτερο να διαρρεύσει ότι ο μικρός γιος τού Γούντι Αλεν χρειαζόταν τρελογιατρό.
Αυτή τη Δευτέρα, καθώς ο «Σατς» βρισκόταν κλεισμένος σε ένα δωμάτιο με τον ψυχολόγο, η Μία περίμενε στη διπλανή κάμαρα. Απλωσε το χέρι της να πιάσει ένα κουτί με χαρτομάντιλα που βρισκόταν στο ράφι του τζακιού. Κάτω από το κουτί ήταν μια δέσμη φωτογραφιών Πολαρόιντ. Εδειχναν μια γυμνή γυναίκα ξαπλωμένη νωχελικά σε έναν καναπέ με τα πόδια ανοιχτά, την οποία η Μία ατένισε με φρίκη. Ηταν η 19χρονη υιοθετημένη κόρη της Σουν Γι, η οποία, σύμφωνα με τα όσα γνώριζε η μητέρα της, στερούνταν σεξουαλικής εμπειρίας και δεν είχε πάει ποτέ ραντεβού. Το πολύ πολύ μερικά τηλεφωνήματα από νεαρά αγόρια.
Τηλεφώνησε στον Γούντι ουρλιάζοντας: «Βρήκα τις φωτογραφίες! Μείνει μακριά από εμάς!». Σύντομα ξεχύθηκε από τον προθάλαμο προς το ισόγειο. Η έξαψη του προσώπου της και τα τσαλακωμένα ρούχα της δεν ήταν κάτι που έβλεπαν για πρώτη φορά οι γείτονες του Γούντι. Κάποιος θυμήθηκε: «Πάντα έδειχνε σαν να είχε βγει μόλις από ψυχιατρείο ή να βρισκόταν καθ’ οδόν προς αυτό».
Εξω από το κτίριο «πακέταρε» τον Σάτσελ σε ένα ταξί και διέσχισε το πάρκο με τις φωτογραφίες στην τσάντα της. Στο χολ του δικού της διαμερίσματος συνάντησε έναν από τους γιους της, τον 21χρονο Σάσα. «Ο Γούντι γ… τη Σουν Γι» ανακοίνωσε. Μετά έτρεξε στο δωμάτιο της Σουν Γι φωνάζοντας: «Τι έχεις κάνει;».
«Είκοσι λεπτά αφότου ανακάλυψε τις φωτογραφίες» θυμάται ένας από τους οικείους τής Μία «όλα τα μέλη της οικογένειας ήξεραν το γεγονός».
Λίγο αργότερα η γυάλινη, πλαισιωμένη από σφυρήλατο σίδερο, πόρτα του διαμερίσματος της Φάροου σχεδόν εξερράγη από την εξαιρετικά βιαστική εμφάνιση του Γούντι που έσπευσε προς την κρεβατοκάμαρα της Μία. Πίσω από την ερμητικά κλειστή πόρτα παραδέχθηκε ότι υπήρξε μια σχέση που ξεκίνησε, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, μερικές εβδομάδας νωρίτερα, την περίοδο των Χριστουγέννων.
Για αρκετές ώρες παρέμεινε στο δωμάτιο της Μία διαβεβαιώνοντάς την για την αγάπη του προς αυτήν. Της είπε ότι θα ξεπερνούσαν την περίοδο κρίσης χτίζοντας έναν περισσότερο ανθεκτικό δεσμό. Πιθανώς όλη η ιστορία να αποδεικνυόταν μια θετική εμπειρία για τη Σουν Γι. Και ένα είναι σίγουρο: το κορίτσι δεν έπεσε θύμα εκμετάλλευσης. Ηταν ενήλικη και δεν αναγκάστηκε να κάνει οτιδήποτε. Εκείνος δεν ήταν πατέρας της Σουν Γι, ούτε πατριός, ούτε καν πρότυπη αντρική φιγούρα.
Η προϊστορία της Φάροου
Αλλά η Μία δεν φαινόταν διατεθειμένη να αποχωρισθεί τις θεωρίες της. Ο Γούντι απομακρύνθηκε από το δωμάτιο σχεδόν τρέχοντας. Εξήντα λεπτά αργότερα, όταν η Μία και τα παιδιά δειπνούσαν, επανεμφανίστηκε. Κανένας δεν του μίλησε. Σε απόγνωση, πήρε μια θέση στο τραπέζι και άρχισε να κουβεντιάζει με τα δύο μικρά. Ενα ένα τα μεγαλύτερα παιδιά πήραν τα πιάτα τους και εγκατέλειψαν το δωμάτιο.
Η Μαρία ντε Λούδρες Βίλιερς Φάροου και ο Αλαν Στιούαρτ Κόνιγκσμπεργκ ήταν ζευγάρι για περισσότερο από μία δεκαετία, αλλά επρόκειτο για μια ασυνήθιστη σχέση, ακόμη και για σταρ του κινηματογράφου.
Εκείνη γεννήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 1945, το τρίτο από τα επτά παιδιά ενός λαμπερού χολιγουντιανού ζευγαριού: του Τζον Φάροου, σκηνοθέτη στην Παραμάουντ, και της Μορίν Ο’ Σάλιβαν, στάρλετ δεσμευμένης με συμβόλαιο από την MGM.
Στην ιδιοκτησία τους, στο Μπέβερλι Ντράιβ, τα επτά όμορφα παιδιά ζούσαν σε μια χωριστή πτέρυγα της οικίας των Φάροου, ανατρεφόμενα από νταντάδες και γκουβερνάντες. Ο Τζον Φάροου δεν ανεχόταν ενοχλητικά παιδιά. Ηταν υπέρ της αυστηρής πειθαρχίας και δεν το είχε σε τίποτα να τα ξυλοφορτώνει πού και πού. Ηταν επίσης ένας θρυλικός μοιχός. Το τατουάζ ενός φιδιού στο άνω εσωτερικό του αριστερού του μηρού ήταν αξιομνημόνευτο σε μερικούς από τους διασημότερους αστέρες του Χόλιγουντ.
Το 1962, απαυδημένη από τις ερωτοτροπίες και το πάθος του για αλκοόλ, η γυναίκα του τον εγκατέλειψε και η Μία την ακολούθησε. Ενα βράδυ ο Φάροου τηλεφωνούσε συνεχώς, αλλά η Μία άφησε το τηλέφωνο να κουδουνίζει. Τελικά τα τηλεφωνήματα σταμάτησαν: είχε πεθάνει από καρδιακή προσβολή με το ακουστικό στο χέρι του.
Ενα χρόνο αργότερα εκείνη βρισκόταν στα στούντιο της 20th Century Fox γυρίζοντας το «Πέιτον Πλέις», όταν ο Φρανκ Σινάτρα έστειλε ένα «τσιράκι» του να μάθει την ηλικία της. «Δεκαεννέα» είπε εκείνη. Ο Σινάτρα ήταν 50. Ο πατέρας της είχε σχετισθεί ερωτικά με την πρώην γυναίκα του Σινάτρα, Αβα Γκάρντνερ. Τώρα η Μία απαρνήθηκε την παρθενιά της για τον Σινάτρα. Παντρεύτηκαν το 1966. Ο γάμος τους κράτησε 16 μήνες.
Μετά το διαζύγιό τους η Μία κατέγραψε στο ενεργητικό της ατέλειωτες ερωτικές κατακτήσεις, μεταξύ των οποίων ο μαέστρος Αντρέ Πρεβέν. Θορυβημένη από τα δημοσιεύματα του Τύπου ότι η Μία έμεινε έγκυος από τον Πρεβίν, η σύζυγός του, Ντόρι, δοκίμασε να σώσει τον γάμο της ταξιδεύοντας από το Χόλιγουντ στο Λονδίνο όπου εκείνος δούλευε, αλλά το νευρικό της σύστημα την πρόδωσε πριν από την απογείωση. Σκίζοντας τα ρούχα της βρέθηκε να τρέχει μισόγυμνη στον διάδρομο.
Η Μία και ο Πρεβέν είχαν αποκτήσει τρεις γιους και είχαν υιοθετήσει τρεις κόρες, μεταξύ των οποίων τη γεννημένη στην Κορέα Σουν Γι, αλλά παρ’ όλα αυτά ο γάμος τους δεν έμελλε να διαρκέσει.
Το 1979 μια φωτογραφία του Γούντι εμφανίστηκε στους «New York Times» με μια κολακευτικότατη παρουσίαση της αναρρίχησής του μέσω συγγραφής κωμωδιών. Ξεκίνησε από τους δρόμους του Μπρούκλιν για να εξελιχθεί σε έναν από τους καλύτερους αμερικανούς σκηνοθέτες. Η Μία πήρε το άρθρο και το έκλεισε στις σελίδες του προσωπικού της ημερολογίου. Σε ηλικία 34 ετών είχε ακόμη αψεγάδιαστο δέρμα, μια ψιθυριστή παιχνιδιάρικη φωνή και έναν «μεταξωτό» τρόπο συμπεριφοράς που παρέπεμπε στην Τζάκι Κένεντι. Κατά βάθος παρέμενε μια λολίτα γεμάτη φιλοδοξίες. Εδώ και καιρό είχε αντιληφθεί το μείζονος σημασίας γεγονός ότι αυτό που μετρά στη ζωή είναι η επαφή με πλούσιους, μεγαλύτερους άντρες.
Μερικούς μήνες αργότερα ο Γούντι βρισκόταν στο «Ελέινς», το αγαπημένο του εστιατόριο στην περιοχή Ιστ Σάιντ. Το μέρος ήταν πάντα γεμάτο από ελκυστικές γυναίκες και φίλοι προθυμοποιούνταν να τον συστήσουν σε όποια του γυάλιζε. Εκείνο το βράδυ η Μία έκανε την εμφάνισή της.
Ο Γούντι ήταν ήδη δύο φορές παντρεμένος και γνώστης του γεγονότος ότι ήταν αδύνατον να παραμείνει αφοσιωμένος σε μια σχέση. Αποτελούσε το σύμβολο του μοναχικού, παιδοφοβικού νάρκισσου, ειδικού επί του περιστασιακού σεξ. Μπορεί να είχε περάσει τα 40 αλλά δεν ήταν καθόλου έτοιμος για δεσμεύσεις. Παρ’ όλα αυτά σύντομα θα κινούνταν προς την κατεύθυνση της ρομαντικής κωμωδίας παρασύροντας μαζί του και τη Μία, με την οποία και συνεργαζόταν. Ολο το συνεργείο ήξερε ότι η καρδιά της χτυπούσε γι’ αυτόν και ότι εκείνος ήταν ξετρελαμένος μαζί της. Η εξωτική της καταγωγή περιέκλειε εικόνες από το σελιλόιντ της παιδικής του ηλικίας. Το τελευταίο πρόσωπο που περίμενε ότι θα ερωτευόταν ήταν η πρώην σύζυγος του Φρανκ Σινάτρα.
Ο Γούντι μίλησε για τον τέλειο ερωτικό δεσμό του στον Ρότζερ Εμπερτ, κριτικό θεάτρου: «Πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι μια σχέση είναι πάντα καλύτερη αν στην πράξη δεν πρέπει να συζείς με τον άλλο άνθρωπο». Κατά τη διάρκεια της ημέρας η Μία είχε να φροντίσει τα παιδιά της, «αλλά τα βράδια συναντιόμαστε και είναι σαν αληθινό ραντεβού». Υστερα, μετά το σεξ, επέστρεφε στο διαμέρισμά της. «Είναι πολύ ευκολότερο να τα πας καλά με κάποιον αν δεν έχεις πάντα να πας στο κρεβάτι με αυτόν όταν είσαι κουρασμένος ή να σηκωθείς από το κρεβάτι μαζί του όταν είσαι ακόμη μισοκοιμισμένος».
Είτε το ήθελε όμως είτε όχι, τα παιδιά της Μία έγιναν αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξης του Γούντι. Τα πήγαινε καλύτερα με τα δύο μικρότερα αγόρια, τον οκτάχρονο Φλέτσερ και τον Μόουζες, έναν μικρό Κορεάτη ο οποίος φορούσε μεγάλα γυαλιά όπως ο Γούντι. Ο Μόουζες, που δεν είχε υιοθετηθεί από τον Αντρέ Πρεβίν, λάτρευε τον Γούντι, τον οποίο θεωρούσε την τέλεια πατρική φιγούρα.
Ο Γούντι Αλεν και η Μία Φάροου ήταν ένα από τα πιο διάσημα ζευγάρια της δεκαετίας του ’80. Αλλά πίσω από τη λαμπερή δημόσια εικόνα μαινόταν μια σιωπηλή πάλη. Η Μία ήθελε να παντρευτεί. Ο Γούντι αντιδρούσε. Η Μία προσποιούνταν συναίνεση. Στην πραγματικότητα όμως χρησιμοποιούσε «παθητικές-επιθετικές τακτικές», όπως είπε χαρακτηριστικά ένας φίλος τους. Αφού δεν μπορούσε να γίνει κυρία Γούντι Αλεν, προσπαθούσε να αποκτήσει παιδί εκτός γάμου. Ο Γούντι ανέφερε ότι θα αναλάμβανε πλήρως τις ευθύνες του. Βάσει αυτού, η Μία προσπάθησε να συλλάβει αλλά απέτυχε. Τελικά πρότεινε την υιοθεσία. Εκείνος συμφώνησε χωρίς μεγάλο ενθουσιασμό. Η Μία βρήκε ένα ξανθό κοριτσάκι, αμερικανικής καταγωγής, με γαλάζια μάτια (ακριβώς εκείνο το παιδί που θα μπορούσε να εξασκήσει έλξη πάνω στον Γούντι, όπως ομολόγησε αργότερα).
Το νέο μωρό της οικογένειας
Η Μία ονόμασε το μωρό Ντίλαν Ο’ Σάλιβαν Φάροου, από τον Ντίλαν Τόμας. Αρχικώς ο Γούντι το αγνόησε. Μέσα σε λίγες εβδομάδες πάντως η αλλαγή ήταν εντυπωσιακή. Αρχισε να συζητά σοβαρά την πιθανότητα να ζήσουν όλοι μαζί σαν οικογένεια. «Αισθανόμουν πολύ μεγάλη ευχαρίστηση σπρώχνοντας το καροτσάκι του μωρού, απολαμβάνοντας τις βόλτες μαζί του» έχει πει. «Εβαζα το ξυπνητήρι στις 5 π.μ., σηκωνόμουν από το κρεβάτι και βρισκόμουν στο διαμέρισμα της Μία γύρω στις 6.15 π.μ. Ηθελα η Ντίλαν να νιώθει ότι πατέρας της ήταν εκεί, παρ’ ότι εγώ και η Μία δεν συζούσαμε».
Επιθυμούσε να τη συνυϊοθετήσει, αλλά η νομοθεσία της Πολιτείας της Νέας Υόρκης δεν επέτρεπε σε ανύπαντρα ζευγάρια να υιοθετήσουν από κοινού παιδιά. Επίσης πρότεινε να υιοθετήσει τον Μόουζες, προς μεγάλη ευχαρίστηση του αγοριού.
Εναν χρόνο αργότερα η Μία έμεινε έγκυος. «Από εσένα;» ρώτησε τον Γούντι η μητέρα του. «Υποθέτω» ήταν η απάντησή του. Φαινόταν δυσαρεστημένος από τα γεγονότα, παρ’ ότι στην περίπτωση της Ντίλαν τα καθήκοντα του πατέρα τού προκαλούσαν ενθουσιασμό. Τα νέα προκάλεσαν σοκ στα παιδιά και ιδιαίτερα στη Σουν Γι, η οποία «απλώς τον μισούσε», όπως θυμάται η αδελφή της Λαρκ. Εσκουζε ότι ο Γούντι ήταν άσχημος και φερόταν απαίσια και ότι το μωρό θα γινόταν ακριβώς όπως αυτός.
Αποθαρρημένη η Μία προειδοποίησε τον Γούντι να μη συνδεθεί συναισθηματικά με το παιδί, γιατί, όπως είπε, «αυτή η σχέση δεν νομίζω ότι θα οδηγήσει κάπου», μια απειλή που προκάλεσε στον Γούντι τρέμουλο. Οπως γνώριζε πολύ καλά, δεν είχε δικαιώματα γονιού πάνω στην Ντίλαν. Ενδομύχως ίσως είχε αντιληφθεί ότι αν χώριζε με τη Μία εκείνη δεν θα τον άφηνε να ξαναδεί την Ντίλαν.
Στις 19 Δεκεμβρίου του 1987 ο γιος του γεννήθηκε στην Πανεπιστημιακή Κλινική της Νέας Υόρκης. Εκεί όπου ο Γούντι και η Μία άρχισαν να λογομαχούν. Εκείνη αρνήθηκε να ονομάσει το παιδί Ινγκμαρ, από τον Ινγκμαρ Μπέργκμαν, τον σουηδό σκηνοθέτη. Δεν είχε ξετρελαθεί από τη δεύτερη επιλογή του, Σάτσελ, από τον Λιρόι «Σάτσελ» Πέιτζ, έναν παίκτη του μπάσκετ. Στο τέλος συμφώνησε αλλά άφησε το όνομα του Γούντι εκτός πιστοποιητικού γεννήσεως.
Οταν επέστρεψε σπίτι, παρέμειναν σε κόντρα. Πηγαίνοντας στο διαμέρισμα της Μία για να πάρει πρωινό με την Ντίλαν, ο Γούντι πολλές φορές έβρισκε το μικρό κορίτσι να κλαίει έξω από την ερμητικά κλειστή πόρτα της κρεβατοκάμαρας της μητέρας της, τις ώρες που εκείνη τάιζε τον Σάτσελ. Αποφάσισε ότι η Ντίλαν ήταν παραμελημένη, αλλά οι προσπάθειες να περάσει ακόμη περισσότερο χρόνο μαζί της εκνεύριζαν τη Μία, η οποία παραπονιόταν ότι ποτέ δεν είχε αγγίξει ή κρατήσει στην αγκαλιά του τον ίδιο του τον γιο.
Το παχουλό κοριτσάκι
Σε ηλικία τριών ετών η Ντίλαν ήταν ένα αξιαγάπητο παχουλούτσικο κοριτσάκι με σουφρωμένα χείλια και χρυσές μπούκλες που θύμιζαν τη Σίρλεϊ Τεμπλ. «Ηταν τρισχαριτωμένη» θυμάται ένας γονιός που το παιδί του πήγαινε στον ίδιο παιδικό σταθμό με την Ντίλαν. Ηταν το επίκεντρο της ζωής του Γούντι. Τις περισσότερες φορές βρισκόταν με μια μικρή κούκλα στην τσέπη. Αν υπήρχε μια μπουκιά από φαγητό μεγαλύτερη από εκείνη που μπορούσε να χωρέσει στο στόμα της τη δάγκωνε πρώτος. Τα πρωινά σκαρφάλωνε στο κρεβάτι της και περίμενε να ξυπνήσει. Λίγο πριν από την ώρα του ύπνου ήταν εκεί για να υφάνει ιστορίες που είχαν αναφορές στα παιδικά του χρόνια, τις οποίες ονόμαζε ιστορίες του «Μικρού Γούντι». Η Ντίλαν έκανε το κινηματογραφικό ντεμπούτο της γύρω στα έξι χρόνια της στην ταινία «Ημέρες ραδιοφώνου», ενώ αργότερα εμφανίστηκε στις ταινίες «Απιστίες και αμαρτίες» και «Αλις». Οποια ταινία και να γυριζόταν, η Ντίλαν είχε τον έλεγχο των πλατό.
Κάθε ημέρα γύρω στις 5 π.μ. ο Γούντι έφθανε στο διαμέρισμα της Μία για να πάρει την Ντίλαν για βόλτα. «Ηταν σαν τον πατέρα που επέστρεφε σπίτι από τη δουλειά του» θυμάται η Λόρι Πιρς που παρέδιδε μαθήματα πιάνου στα παιδιά της Μία. «Η Ντίλαν τον λάτρευε και συχνά έφτιαχνε μια ζωγραφιά γι’ αυτόν. Είχαν έντονη σχέση. Οταν όλοι τραγουδούσαν τα κάλαντα τα Χριστούγεννα, εκείνος κάθιζε την Ντίλαν στα γόνατά του, φιλώντας της τα πόδια και τα χέρια. Σκεφτόμουν: “Τι χαριτωμένο!”».
Ο Γούντι ανέθεσε σε επαγγελματίες του shopping να αγοράζουν στην Ντίλαν παιχνίδια και κούκλες. Ο Μόουζες ήταν ο μεγάλος χαμένος της υπόθεσης. Οι εξαιρετικές φροντίδες τον ερέθιζαν. «Κοιτάξτε. Τα παιδιά δεν έχουν όλα αυτά» έλεγε κουνώντας το κεφάλι του.
Η Μία αργότερα ισχυρίστηκε ότι η σωματική επαφή του Γούντι με την Ντίλαν από κάποιο σημείο και μετά την εξέπληξε, αφού τη θεώρησε ανθυγιεινή. Βλέποντας τηλεόραση, ανέφερε, η Ντίλαν τυλιγόταν πάνω του και αγνοούσε όλους τους υπολοίπους. Η Μία επέμενε ότι εκείνος δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της όταν ήταν γυμνή. Ακόμη πιο ανησυχητικό ήταν το γεγονός ότι όταν φορούσε μόνο τα εσώρουχά του και βρισκόταν στο κρεβάτι την έσφιγγε καθώς της διάβαζε και την ενθάρρυνε να πιπιλίζει το δάχτυλό του.
Η ανάγκη του Γούντι να βρίσκεται σε σωματική επαφή με την Ντίλαν έκανε και άλλους να νιώθουν άβολα. Ενα καλοκαιρινό απόγευμα στο Φρογκ Χάλουου, την εξοχική κατοικία της Μία δίπλα στο Μπρίτζγουοτερ, στο Κονέκτικατ, η μητέρα και η αδελφή της πρόσεξαν τον περίεργο τρόπο με τον οποίο ο Γούντι άπλωνε αντιηλιακή κρέμα στην Ντίλαν. Ετριβε το δάχτυλό του στη χαραμάδα των οπισθίων του παιδιού. Η Μορίν Ο’ Σάλιβαν τον επέπληξε και η Μία απομάκρυνε βιαστικά το μπουκάλι. Η νονά της Ντίλαν, Κέισι Πασκάλ, είπε ότι ποτέ στη ζωή της δεν είχε συναντήσει κάποιον άντρα τόσο ξετρελαμένο από ένα παιδί. «Σε ένα δωμάτιο γεμάτο παιδιά εκείνος θα εστίαζε την προσοχή του μόνο στην Ντίλαν». Δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τον Σάτσελ, παρ’ ότι ήταν εξαιρετικά έξυπνος.
Μετά τη γέννηση του Σάτσελ η Μία σταμάτησε να περνά τα Σαββατοκύριακα στο διαμέρισμα του Γούντι, πράγμα που συνετέλεσε αποφασιστικά στο να λήξει ο ιδιωτικός χρόνος που είχαν ως ζευγάρι. Ο Γούντι ισχυρίστηκε ότι δεν ξανακοιμήθηκαν ποτέ μαζί, κάτι το οποίο η Μία αποκάλεσε υπερβολή. Αυτό το οποίο κανείς εκ των δύο δεν μπορούσε να αρνηθεί όμως ήταν ότι το σεξ ανάμεσά τους ήταν σπάνιο. Ηταν ανίκανος να λειτουργήσει, σύμφωνα με τα λεγόμενα της Μία, αλλά δεν χωρούσε καμία αμφιβολία ότι η πλήξη αποτελούσε την αιτία.
Στο σενάριο της ταινίας «Απιστίες και αμαρτίες» (1989) ο ήρωάς του κάνει χιούμορ για τον έγγαμο, άνευ σεξ, βίο του: «Η τελευταία φορά που ήμουν μέσα σε γυναίκα ήταν όταν επισκέφθηκα το Αγαλμα της Ελευθερίας». Στην πραγματικότητα το ενδιαφέρον του Γούντι στράφηκε σε πολλές και διαφορετικές γυναίκες, ενώ το 1991 προκάλεσε σοκ στη Μία ανακοινώνοντάς της ότι επρόκειτο να κάνει τεστ για AIDS. Εκείνη όμως έπεισε τον εαυτό της ότι θα παρέμειναν μαζί ως το τέλος της ζωής τους εξαιτίας των προσπαθειών του να υιοθετήσει την Ντίλαν.
Συνέχισαν να εμφανίζονται μαζί. Προτού αναχωρήσει για τη δουλειά ο Γούντι πεταγόταν στο διαμέρισμα της Μία και το βράδυ επέστρεφε και έμενε ως την ώρα του ύπνου. Αρχισε να ασχολείται περισσότερο με τον Σάτσελ, ο οποίος ήταν τόσο ευφυής ώστε στα τρία του χρόνια οι δραστηριότητές του συναγωνίζονταν αυτές της Ντίλαν, που ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερή του. Αργότερα οι δικηγόροι της Μία και οι άνθρωποι του Τύπου θα απέδιδαν μεγάλη σημασία στην υποτιθέμενη ανικανότητα του Γούντι να ενδιαφερθεί για τον γιο του. Από μια σκοπιά ίσχυε το αντίθετο. Στον παιδικό σταθμό «Επίσκοραλ» της Παρκ Αβενιου όπου πήγαινε ο Σάτσελ η συμπεριφορά του Γούντι προσέβαλλε κάποιους γονείς άλλων παιδιών. «Ο σταθμός είχε έναν βασικό κανόνα: φέρνεις το παιδί σου και φεύγεις» είπε ένας εξ αυτών. «Αν οι γονείς παρέμειναν εκεί, τα τριάχρονα θα περιφέρονταν συνεχώς στο χολ. Παρ’ όλα αυτά ο Γούντι έπεισε τους υπευθύνους του “Επίσκοραλ” να κάνουν μια εξαίρεση γι’ αυτόν. Δεν μπορούσε να αποχωριστεί εύκολα το παιδί του».
Οσον αφορά την Ντίλαν, οι φλογερές διαθέσεις του Γούντι για παιχνίδια άρχισαν να την ταράζουν. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα άκουγε το κλειδί του στην πόρτα και ικέτευε τα αδέλφια της να την κρύψουν.
Τα οικεία πρόσωπα της οικογένειας περιέγραφαν τον χαρακτήρα της Ντίλαν έντονο, ευαίσθητο και με θεατρικές εξάρσεις μια μικρή βασίλισσα του δράματος. Ο Γούντι πίστευε ότι έχει δυσκολίες να ξεχωρίσει τον κόσμο της φαντασίας της από την πραγματικότητα.
Τόσο αυτή όσο και ο Σάτσελ ξεκίνησαν θεραπεία. Ο σοφέρ του Γούντι δεν προλάβαινε να τους πηγαινοφέρνει στα ραντεβού του με τους ψυχολόγους.
Μόλις πριν από τα Χριστούγεννα του 1991 η αίτηση του Γούντι να υιοθετήσει την Ντίλαν και τον Μόουζες επιτέλους συζητήθηκε στο δικαστήριο, όπου ο δικηγόρος του υποστήριξε επιτυχώς ότι είναι άνθρωπος υψηλής νοημοσύνης, ανώτερου χαρακτήρα, μεγάλης οικονομικής επιφάνειας και ένας θαυμάσιος πατέρας. Στις 17 Δεκεμβρίου μια κατεχόμενη από ανία Ντίλαν στριφογυρνούσε στα γόνατα της μητέρας της στο γραφείο του δικαστή, καθώς τα έγγραφα της υιοθεσίας υπογράφονταν. Ο 13χρονος Μόουζες καθόταν απέναντι από τον νέο πατέρα του με ένα πλατύ χαμόγελο που ξεκινούσε από το ένα αφτί και κατέληγε στο άλλο. Η ευτυχία του όμως δεν θα κρατούσε πολύ. Σε λιγότερο από τέσσερις εβδομάδες μετά εκείνη την ημέρα οι φωτογραφίες με τη Σουν Γι θα έκαναν την εμφάνισή τους στο προσκήνιο.
Το δράμα της Σουν Γι
Η Σουν Γι είχε γεννηθεί στη Σεούλ, την πρωτεύουσα της Βόρειας Κορέας, μεταξύ 1970 και 1973. Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούσε να ήταν και 17 ετών όταν πρωτοξεκίνησε η συναισθηματική εμπλοκή της με τον Γούντι.
Στη Μία είχε ειπωθεί ότι η μητέρα της ήταν μια πόρνη που την τιμωρούσε αναγκάζοντάς τη να γονατίζει και να χτυπά το κεφάλι της στην πόρτα. Εγκαταλελειμμένη η Σουν Γι συμμετείχε στις συμμορίες των παιδιών του δρόμου που εξασφάλιζαν τα προς το ζην ζητιανεύοντας και λεηλατώντας τους κάδους απορριμμάτων. Οταν βρέθηκε τρόφιμη ενός καθολικού ορφανοτροφείου, βρώμικη, ντυμένη με κουρέλια και με την οδύνη αποτυπωμένη στα χείλη της, δεν ήξερε ούτε το όνομα ούτε την ηλικία της και ούτε γνώριζε τις απαιτούμενες λέξεις για να απαντήσει σε απλές ερωτήσεις.
Ο Αντρέ Πρεβίν βρέθηκε στη Βόρεια Κορέα κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας του το 1970, όταν η θέα των μωρών στο ορφανοτροφείο τού γέννησαν το ενδιαφέρον να τα βοηθήσει. Η Σουν Γι ήταν η τρίτη κόρη που υιοθέτησαν με τη Μία. Ξαφνικά βρέθηκε να ζει μια προνομιακή ζωή, «μετεμφυτεμένη» από την ελεεινή Σεούλ σε ένα τεράστιο κτήμα στο Σάρεϊ όπου ζούσαν οι Πρεβίν. Αλλά υπήρχε κακή ρύθμιση των πραγμάτων και μιζέρια.
Τον πρώτο καιρό που υιοθετήθηκε η Σουν Γι μπουκωνόταν με τσόφλια και εξαφανιζόταν στη θέα ενός καθρέφτη. Μπορούσε να κοιμηθεί μόνο στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι της Μία. Υστερα ήρθε η κατάρρευση του γάμου των νέων της γονιών. Τα μεγαλύτερα αγόρια παρέμειναν με τον πατέρα τους στη Βρετανία, ενώ η Μία και τα τέσσερα μικρότερα παιδιά επέστρεψαν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εξετάσεις αποκάλυψαν ότι η Σουν Γι είχε μικρού βαθμού μαθησιακές ανικανότητες και ένα IQ ελαφρώς κατώτερο του μέσου όρου. «Ηταν λιγάκι αργή» είπε ένας φίλος της οικογένειας. Ποτέ δεν κατάφερε να συνδεθεί με τη Μία και ήταν απρόθυμη να συσχετισθεί με τα άλλα παιδιά. Η λιγότερο όμορφη και η πιο ντροπαλή, ήταν απλώς άχρωμη, άοσμη και άγευστη.
Ο Γούντι ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τη Σουν Γι και εκείνη δεν έκρυβε την απέχθειά της για εκείνον. «Ηταν κάποια που δεν με χώνευε» θυμόταν. «Δεν της μιλούσα».
Ακόμη και ως τα 17 θεωρούνταν τακτική, λεπτολόγος και πουριτανή, ενδεικτικά τού πόσο έντονα η οικογένειά της υποτιμούσε τις φιλοδοξίες της. Στην πραγματικότητα μελετούσε έξυπνα τη ζωή της Μία και πεπεισμένη ότι μια γυναίκα θα κάνει πραγματικότητα τις πιο ενδόμυχες επιθυμίες της καταδιώκοντας με μανία μεγαλύτερους πετυχημένους άντρες σύντομα θα τη συναγωνιζόταν επαξίως.
Μετά τη γέννηση του Σάτσελ όποτε ο Γούντι ερχόταν στο διαμέρισμα η Σουν Γι άρχιζε να τον ρωτά σχετικά με το μπάσκετ και τη μελέτη της στο σπίτι. «Ξετρελάθηκε μαζί του» ανέφερε η αδελφή της Ντέιζι. Ενας φίλος της οικογένειας σκέφθηκε ότι «το γεγονός πως μεγάλωσε σε μια οικογένεια κινηματογραφικών αστέρων θα πρέπει οπωσδήποτε να της ασκούσε έλξη. Ηθελε να είναι μέρος της μαγείας. Μόλις είδε μια ευκαιρία να το πετύχει, την άρπαξε».
Από τα παιδιά της Μία μόνο η Σουν Γι ενθουσιαζόταν με την προοπτική να δει τη ζωή της μέρος μιας ρομαντικής χολιγουντιανής ιστορίας. Πιθανώς γι’ αυτό να ενδιαφερόταν περισσότερο από τα αδέλφια της για τις κόντρες μεταξύ των γονιών της. Θα πρέπει να είχε αντιληφθεί ότι ο Γούντι δεν είχε, όλο και περισσότερο, θέση στη ζωή της Μία και εκείνη στη δική του επίσης.
Σιγά σιγά η Σουν Γι άρχισε να προσελκύει την προσοχή του Γούντι. Αντίθετα με τα άλλα παιδιά, τον άκουγε. Ακόμη χειρότερο, γελούσε με τα αστεία του. Εκείνος αγαπούσε την κολακεία και της φερόταν σαν να ήταν ενήλικη. Προκάλεσε θέμα ζητώντας του να έρθει στο γενέθλιο πάρτι της όταν έγινε 16 και την επόμενη επέτειο την κάλεσε εκείνος μαζί με μερικούς συμμαθητές της σε δείπνο στο «Russian Tea Room».
Η Μία ζήτησε από τον Γούντι να πάρει τον Μόουζες και κάποια από τα άλλα παιδιά για να δουν τον αγώνα μπάσκετ της νεοϋορκέζικης ομάδας των Νικς. Αντί όμως να καλέσει τον Μόουζες, ζήτησε από τη Σουν Γι να τον συνοδεύσει, επειδή φαινόταν ενθουσιασμένη με το άθλημα. Διψασμένη για προσοχή πέρασε δύο βράδια μαζί του στο γήπεδο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν.
Η Σουν Γι, ένα εντελώς διαφορετικό κορίτσι μακριά από την οικογένειά του, άφησε να ξεσπάσει ένας χείμαρρος θλίψης και παραπόνων για τη Μία, για την οποία ανέφερε με καυστική διάθεση ότι «δεν ήταν και η Μητέρα Τερέζα». Η Σουν Γι βρήκε έναν συμπονετικό ακροατή στο πρόσωπο του Γούντι, ο οποίος προφανώς δεν γνώριζε ότι η κλασική διασκέδαση των εφήβων είναι να απεικονίζουν τις μητέρες τους σαν μάγισσες που έχουν καβαλήσει το σκουπόξυλο.
Ενα βράδυ του Ιανουαρίου του 1990 ένας ανεξάρτητος φωτορεπόρτερ που ονομαζόταν Ντομινίκ Κοντ περιφερόταν στις κερκίδες ενός γηπέδου όπου αγωνίζονταν οι Νικς. Εντόπισε τον Γούντι και τη Σουν Γι να κρατιούνται χέρι χέρι σε θέσεις διπλανές των καταμετρητών του σκορ. Χρησιμοποιώντας τηλεφακό, ο Κοντ πήρε τρεις φωτογραφίες. «Οταν επέστρεψα στο ίδιο σημείο ύστερα από μισή ώρα» είπε «εξακολουθούσαν να κρατιούνται από το χέρι και έτσι απαθανάτισα άλλα τρία στιγμιότυπα». Κανένα έντυπο όμως δεν χρησιμοποίησε τις φωτογραφίες, οι οποίες αρχειοθετήθηκαν.
Μία ή δύο εβδομάδες αργότερα ένας οπαδός των Νικς είδε τον Γούντι να χαϊδεύει τα μαλλιά της Σουν Γι και να φιλάει τον λαιμό της. Εδωσε τις πληροφορίες σε έναν δημοσιογράφο κουτσομπολίστικης στήλης της «New York Post», ο οποίος έγραψε ένα κομμάτι, χωρίς όμως να ανακαλύψει την ταυτότητα της Σουν Γι. Η Μία αντιμετώπισε έναν Γούντι που στην αρχή έκανε ότι δεν καταλαβαίνει τίποτε απ’ όλα αυτά, προτού αποδεχθεί ότι ήταν πιθανόν να κράτησε το χέρι της Σουν Γι όταν προσήλθαν αγκαζέ στον χώρο. Η Μία τον προειδοποίησε: «Είναι ερωτευμένη μαζί σου και πιθανώς να παρερμηνεύσει τη συμπεριφορά σου».
Σκηνές έρωτα και απιστίας
Η Σουν Γι ξεκινούσε τον τελευταίο χρόνο φοίτησης στο «Μέριμαουντ», ένα ιδιωτικό προκολεγιακό παρθεναγωγείο στη συμβολή της Πέμπτης Λεωφόρου και της 83ης Οδού, απέναντι από το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Το διαμέρισμα του Γούντι βρισκόταν σε απόσταση πέντε λεπτών από το σχολείο και ήταν εύκολο για εκείνη να τον επισκέπτεται φορώντας τη σχολική στολή της κατά τη διάρκεια των μεσημεριανών διαλειμμάτων. Τα σαββατιάτικα πρωινά και μερικές φορές τις Κυριακές φορούσε κοντές φούστες και μέικαπ, λέγοντας στη μητέρα της ότι πρόκειται να συναντήσει κάποια φιλενάδα της στα καταστήματα «Μπλούμινγκντεϊλς».
Η Μία ήταν αποφασισμένη να δώσει ανώτατη εκπαίδευση στα παιδιά της. Η Σουν Γι πάντως ήθελε να γίνει ηθοποιός. Ακόμη μεγαλύτερη τροφή στις φαντασιώσεις της έδωσε η απόφαση του Γούντι να της προσέρει ρόλο κομπάρσου στο έργο «Σκηνές έρωτα και απιστίας», μια κωμωδία της εταιρείας Ντίσνεϊ στην οποία εκείνος πρωταγωνιστούσε. Κάθε πρωί την έπαιρνε στη δουλειά μαζί του.
Η Σουν Γι άρχισε να ενδιαφέρεται για καριέρα μοντέλου και ερχόμενος σε αντίθεση με την άποψη της Μία ο Γούντι ανέθεσε στον υπεύθυνο του κάστινγκ να τη στείλει στο πρακτορείο μοντέλων «Φλικ». «Δεν είχε καθόλου τη στόφα μοντέλου» είπε ο ιδιοκτήτης του Φράνσες Γκριλ. «Ηταν χαριτωμένη αλλά όχι αρκετά ψηλή». Στην πραγματικότητα ήταν κοντόχοντρη, με βαρύ σκελετό και ασύμμετρο ως προς το σώμα κεφάλι.
Παρ’ όλα αυτά ο οικογενειακός δάσκαλος της μουσικής πρόσεξε ότι «ξαφνικά άρχισε να δείχνει όμορφη, όπως ακριβώς τα νεαρά κορίτσια που ερωτεύονται».
Το φθινόπωρο του 1991 η Σουν Γι αναχώρησε για το Πανεπιστήμιο Ντριου στο Νιου Τζέρσι, το οποίο είχε τη φήμη ανώτατου ιδρύματος χαμηλών απαιτήσεων. Αντιμετωπίζοντας δυσκολίες στο να δημιουργήσει παρέες, η Σουν Γι τηλεφωνούσε συχνά στον Γούντι. «Ημασταν και οι δύο αρκετά δυστυχισμένοι» θυμόταν αργότερα.
Πολλά άτομα, καθώς επίσης και ανώνυμοι οπαδοί των Νικς, μαρτυρούν ότι τους είδαν σε στιγμές που τους εξέθεταν. Ο φίλος τής Λαρκ, αδελφής της Σουν Γι, είδε τον Γούντι να χαϊδεύει τον μηρό της ενώ ο αδελφός της Φλέτσερ τους εντόπισε να αναπτύσσουν μεγάλες οικειότητες στα δωμάτια υπηρεσίας. Ο Μόουζες σοκαρίστηκε όταν παρατήρησε το προσηλωμένο ανάμεσα στα γυμνά πόδια της αδελφής του βλέμμα τού Γούντι. Στο νούμερο 930 της Πέμπτης Λεωφόρου οι γείτονες του Γούντι άρχισαν να σχολιάζουν τις συχνές επισκέψεις της Σουν Γι. «Ηταν ωχρή και πολύ άσχημα ντυμένη. Καθόλου ωραία» είπε μια γυναίκα. «Θεώρησα ότι θα μπορούσε να γίνει πολύ καλύτερη».
Η Μία φαινόταν να είναι το μοναδικό άτομο που δεν προβληματιζόταν με τη σχέση του Γούντι και της Σουν Γι. Ηταν πάντως ξεκάθαρο ότι εκείνος επιθυμούσε να μάθει η Μία για την ερωτική τρέλα του και έγραφε ακόμη και σενάρια («Παντρεμένα ζευγάρια») σχετικά με μεσήλικους συζύγους που ξεφορτώνονται τις γυναίκες τους για νεαρότερες, ενώ μάλιστα της έκανε κάστινγκ για το έργο σε έναν από τους ρόλους παραμελημένων γυναικών.
Ανακεφαλαιώνοντας, η Μία φαινόταν σαν να την έχει πάρει ο ύπνος ενώ κρατούσε το τιμόνι της υπόθεσης. Ωστόσο πολύ λίγες γυναίκες θα αντιλαμβάνονταν ότι ο σύζυγος που απολάμβανε της εμπιστοσύνης τους έχει σεξουαλικές σχέσεις με τα παιδιά για τα οποία ξόδεψαν τόσα χρόνια αγαπώντας και μεγαλώνοντάς τα.
Ο Γούντι και η Σουν Γι ήρθαν ιδιαίτερα κοντά το 1990, αν κάποιος πιστέψει την ιστορία που εκείνος είπε στη Μία τις πρώτες ώρες μετά την ανακάλυψη των φωτογραφιών, τον Ιανουάριο του 1992. Η εκδοχή του Γούντι ήταν ότι η σεξουαλική επαφή ξεκίνησε λίγο ως πολύ συμπτωματικά, όταν η Σουν Γι επέστρεψε στο σπίτι της από το κολέγιο τα Χριστούγεννα του 1991. Αλλά ήταν ολοφάνερο ότι αν η σταθεροποίηση της ερωτικής σχέσης τους τοποθετείται χρονικά πριν από τις 17 Δεκεμβρίου του 1991, τότε οι διαδικασίες υιοθεσίας της Ντίλαν και του Μόουζες θα μπορούσαν να είχαν ακυρωθεί.
Οταν η Μία βρέθηκε ενώπιον της Σουν Γι με τις φωτογραφίες, εκείνη κατέρρευσε, κλαίγοντας από ντροπή: «Είμαι ένα κακό κορίτσι». Απείλησε να αυτοκτονήσει. Με τον καιρό πάντως η αίσθησή της ότι είναι ξεχωριστή παγιωνόταν. «Ο άνθρωπος που κοιμάται με τον άλλο άνθρωπο είναι αυτός που έχει σχέση» έλεγε χαιρέκακα στη Μία.
«Της επιτέθηκα» ομολόγησε αργότερα η Μία. «Με κλώτσησε και τη χτύπησα στο μάγουλο και στον ώμο».
Ούτε ο Γούντι ούτε η Μία ήταν σίγουροι για το αν θα χώριζαν τελικά. Το τελευταίο πράγμα που ήθελαν και οι δύο είναι να εκτεθούν δημοσίως τα προβλήματά τους. Ο δικηγόρος της Μία συνέταξε μια συμφωνία από κοινού κηδεμονίας, στην οποία ο Γούντι συμφώνησε ότι δεν θα βρίσκεται μόνος με την Ντίλαν και τον Σάτσελ ώσπου να γίνουν 12 ετών.
«Πολλές φορές απειλούσε να με σκοτώσει ή να βάλει να με σκοτώσουν» ισχυριζόταν εκείνος σε φίλους. «Αρχισα να δέχομαι απειλητικά για τη ζωή μου τηλεφωνήματα καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, ακούγοντας να με αποκαλούν διαβολικό, διεφθαρμένο και κακό».
Θα πρέπει να του προξένησαν μάλλον φόβο οι δύο νέες υιοθεσίες της Μία της Νγκούιεμ Τι Ταμ, ενός τυφλού κοριτσιού από το Βιετνάμ, και του Αϊζάια, ενός άρρωστου μωρού αμερικανικής καταγωγής. Η Ταμ ήταν ένα υποσιτιζόμενο παιδί, γεμάτο ψείρες. Συμπεριφερόταν με λύσσα και οργή στο νέο περιβάλλον της. «Ηταν δύσκολο να συνεννοηθείς μαζί της, γιατί ήταν βίαιη» θυμάται ένα μέλος του προσωπικού της Μία. «Ο Σάτσελ άρχισε να της πετάει πράγματα και εκείνη δεν μπορούσε να τα δει να έρχονται καταπάνω της».
Η Μία και ο Γούντι άρχισαν να επιτίθενται δημοσίως ο ένας στον άλλο. Δύο φορές εκείνη εθεάθη να τον χτυπά. Λίγες ημέρες μετά την άφιξη της Ταμ πήραν το μικρό κορίτσι για μια βόλτα στο Σέντραλ Παρκ αλλά αντάλλαξαν βαριές λέξεις. Το τυφλό παιδί έσφιγγε αβοήθητο το μανίκι του τζάκετ της νέας μητέρας του, καθώς η Μία κλαίγοντας την έσυρε πίσω στο σπίτι.
Ως το καλοκαίρι η Μία και ο Γούντι συμπεριφέρονταν σαν ένα οργισμένο χωρισμένο ζευγάρι. Οταν ο Γούντι πήγε στο γενέθλιο πάρτι της Ντίλαν στην επέτειο των επτά χρόνων της, στο Φρογκ Χάλοου τον Ιούλιο, έφερε το δικό του ψητό κοτόπουλο σε πακέτο και μια κονσέρβα με χαβιάρι φοβούμενος μήπως τον δηλητηριάσουν. Οι υπόλοιποι προσκεκλημένοι τον αγνόησαν ώσπου άρχισε να μονοπωλεί την Ντίλαν, τραβώντας τη για παιχνίδι στη μικρή λιμνούλα. Το επόμενο πρωί η Μία βρήκε ένα σημείωμα στο μπάνιο των επισκεπτών. «Εκμεταλλευτής παιδιών σε πάρτι γενεθλίων! Πρώτα κακοποίησε τη μία αδελφή, τώρα στρέφει το βλέμμα του στη δεύτερη. Σιχαμερή οικογένεια».
«Τα πράγματα άρχισαν να είναι ακατανόητα» είπε ένας φίλος της Μία. «Εκλαιγε συχνά. Δεν έκρυβε και πολλά από τα παιδιά της».
Για να κρατήσει τη Σουν Γι μακριά από τον Γούντι, η Μία και ο Αντρέ Πρεβίν την έβαλαν ομαδάρχισσα σε μια κατασκήνωση στο Μέιν. «Το πρώτο πράγμα που είπε κατεβαίνοντας από το λεωφορείο ήταν: “Θεέ μου! Κοίτα όλα αυτά τα δέντρα”» είπε ένας άλλος ομαδάρχης. Της είπαν να φύγει ύστερα από δύο εβδομάδες. Ο Γούντι κανόνισε να συμμετάσχει σε καλοκαιρινά σεμινάρια σε ένα πανεπιστήμιο δίπλα στη Νέα Υόρκη. Τα Σαββατοκύριακα ο σοφέρ του την πήγαινε στο σπίτι του Γούντι. Δεν είχε καμία επαφή με την οικογένεια που έβαλε την παιδική καρέκλα του Αϊζάια στη θέση της στο τραπέζι.
Την Τρίτη, 4 Αυγούστου ο Γούντι έφθασε στο Φρογκ Χάλοου για να περάσει την ημέρα με την Ντίλαν και τον Σάτσελ. Η Μία είχε πάει για ψώνια, αλλά το σπίτι ήταν πλημμυρισμένο από παιδιά και νταντάδες. Σε αυτές τις επισκέψεις του στο Φρογκ Χάλοου ο Γούντι αισθανόταν σαν να βρίσκεται μέσα σε ένα καζάνι που βράζει. Ο Σάτσελ και η Ντίλαν ήταν ενθουσιασμένοι που τον έβλεπαν, αλλά ο Μόουζες, που δεν μπορούσε να του συγχωρήσει ότι κοιμόταν με την αδελφή του, εξαφανίστηκε κάπου ανάμεσα στα δέντρα όλη τη διάρκεια της ημέρας. Οι απογευματινές ώρες πέρασαν ήρεμα, ώσπου η Μία επέστρεψε και συνειδητοποίησε ότι η Ντίλαν δεν φορούσε εσώρουχα κάτω από το παιδικό φορεματάκι της.
Το ίδιο βράδυ η Μία και ο Γούντι δείπνησαν σε ένα τοπικό ρεστοράν συζητώντας για τη νέα ταινία του. Οταν γύρισαν, εκείνος προσπάθησε να διηγηθεί στην Ντίλαν και στον Σάτσελ μια ιστορία του «Μικρού Γούντι». Η Ταμ όμως άρχισε να ουρλιάζει μόλις άκουσε τη φωνή του. Είχε αναπτύξει μια έντονη εχθρότητα εναντίον του, πιθανώς επειδή σπανίως βρισκόταν κάποιο παιχνίδι για εκείνη στις γεμάτες δώρα σακούλες που έφερνε στα δικά του παιδιά. «Ο Γούντι δεν είναι καλός. Ο Γούντι δεν είναι καλός» («Woody no goody») τραγουδούσε.
Τα νεύρα του έγιναν κουρέλια. Κατηγόρησε τη Μία ότι υιοθετούσε επίτηδες παιδιά που έχουν κακή επίδραση στα δικά του, την Ντίλαν και τον Σάτσελ. Η Μία τού είπε ότι καλά θα κάνει να σαπίσει στην κόλαση.
Το επόμενο πρωί η Ντίλαν τού έδειξε έναν κατάλογο με παιχνίδια που ήθελε να της φέρει όταν θα επέστρεφε το Σάββατο. «Μπαμπά, μην το ξεχάσεις» κλαψούρισε.
Λίγα λεπτά αφότου ο Γούντι έφυγε μέσα στη μαύρη Μερτσέντες του η Μία απάντησε σε ένα τηλεφώνημα της Κέισι Πασκάλ, της νονάς της Ντίλαν. Τα παιδιά της ήταν στο Φρογκ Χάλοου την προηγούμενη ημέρα με τις νταντάδες τους, οι οποίες ανέφεραν κάτι «ιδιαίτερα ενοχλητικό».
Βρήκαν τον Γούντι γονατιστό μπροστά στην Ντίλαν, με το πρόσωπό του βυθισμένο στα γόνατά της. Η σκηνή δεν μαρτυρούσε πατρικά αισθήματα. Η Μία έγινε ωχρή, καθώς θυμήθηκε ότι η Ντίλαν δεν φορούσε εσώρουχα.
«Είχε ο Γούντι το πρόσωπό του στα γόνατά σου χθες;» ρώτησε την Ντίλαν που καθόταν στο κρεβάτι. Το κορίτσι είπε ότι την αγκάλιασε από τη μέση και άγγιξε τα «απόκρυφά» της. Μετά τη στρίμωξε σε ένα ντουλάπι της σοφίτας της Μία και την άγγιξε ξανά.
Επί μήνες η Μία έλεγε σε όλους ότι αν ο Γούντι παρενοχλούσε σεξουαλικά κάποια από τις θυγατέρες της ούτε και εκείνη ήξερε τι θα μπορούσε να κάνει. «Τρωγόταν για καβγά» είπε ένας οικείος της οικογένειας.
Αλλά ο ίδιος έμπιστος άνθρωπος πρόσθεσε: «Ξέρω πάντως σίγουρα ότι δεν δημιούργησε από το μυαλό της την ιστορία με την Ντίλαν. Δεν χρειαζόταν».
«Η ενοχή» λέει ένας ήρωας στην ταινία του Γούντι Αλεν «Σφαίρες πάνω από το Μπρόντγουεϊ» «είναι μια μεσοαστική χαζομάρα. Ενας καλλιτέχνης δημιουργεί τους δικούς του ηθικούς κανόνες». Ο Γούντι θα μάθαινε σε λίγο ότι παίζοντας με τους δικούς του κανόνες θα έχανε τεράστια ποσά σε δικηγορικές αμοιβές και δικαστικά έξοδα, τα παιδιά του, καθώς επίσης και την εκτίμηση του κοινού του.
Πώς έσκασε η «βόμβα»
Την κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης που απηύθυνε η Μία Φάροου εναντίον του Γούντι Αλεν γέννησε εκείνη η τελευταία ημέρα που πέρασε εκείνος μαζί με την Ντίλαν στο Φρογκ Χάλοου. Δεν υπήρχε βέβαια καμία απόδειξη ότι η ιστορία της μικρής ήταν αληθινή. Ενας τοπικός γιατρός δεν βρήκε κάτι που να αποδεικνύει ότι είχε όντως συμβεί κάτι τέτοιο. Οσο για τον ίδιο τον Γούντι, αρνήθηκε ότι συνέβη οτιδήποτε. Υποστήριξε ότι η Μία φαντασιώθηκε το περιστατικό για να τον εκδικηθεί για τη σχέση του με τη Σουν Γι. Σε μια προσπάθειά του να ελέγξει την κατάσταση ο Γούντι ετοίμασε ένα προειδοποιητικό χτύπημα. Ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του καλλιτέχνη διέδωσε ότι επρόκειτο να μηνύσει τη Μία για ανατροφή υπό αυστηρό περιορισμό της Ντίλαν, του φυσικού γιου τους, του τετράχρονου Σάτσελ, καθώς επίσης και του υιοθετημένου παιδιού τους, του 15χρονου Μόουζες. Υποστήριξε ότι είναι μια προβληματική μητέρα.
Η Μία αντέδρασε με υστερία και τρόμο. Οταν ο σερίφης έφθασε στο Φρογκ Χάλοου για να προσκομίσει νομικά έγγραφα, ούρλιαξε ότι ήρθε να πάρει τα παιδιά της μακριά. Ως το επόμενο πρωί όλη η ιστορία είχε σκάσει σαν βόμβα. Η αστυνομία του Κονέκτικατ επιβεβαίωσε ότι γίνεται διεξαγωγή έρευνας που αφορούσε τον Γούντι Αλεν και τη σεξουαλική κακοποίηση της κόρης του και ο σταρ ομολόγησε δημοσίως ότι διατηρεί δεσμό με τη Σουν Γι. Το μόνο έγκλημά του, επέμενε, ήταν ότι ερωτεύτηκε.
«Η καρδιά έχει τους δικούς της νόμους» είπε στο περιοδικό «Τάιμ» αλλά η κοινή γνώμη ήταν δέκα προς ένα εναντίον του. Σύμφωνα με τα λεγόμενα οικείων του προσώπων, τον εξέπληξε η κατακραυγή. «Ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι οι άλλοι άνθρωποι θα αντιδρούσαν έτσι όπως αντέδρασαν» είπε ο φίλος του Γουόλτερ Μπερνστάιν.
Ακόμη και ο υιοθετημένος γιος του, ο Μόουζες, ένα παιδί με γλυκιά και ήρεμη συμπεριφορά, στράφηκε εναντίον του. Σε ένα γράμμα του ο μικρός Κορεάτης ανέφερε ότι δεν ήθελε να ξαναδεί τον Γούντι ποτέ στη ζωή του γιατί «δεν σε θεωρώ πατέρα μου πλέον».
Οι κατηγορίες του Γούντι
Οι κατηγορίες του Γούντι για τη Μία πάντως βρήκαν υποστηρικτές στο πρόσωπο κάποιων ανθρώπων που την ήξεραν εξίσου καλά με εκείνον και πίστευαν πως αντιμετωπίζει προβλήματα στο να χειρισθεί σωστά τα 11 παιδιά της. «Ο τρόπος που μεγαλώνει τα παιδιά της είναι παθολογικός» είπε ένας παρατηρητής. Οσο εκείνη ζητούσε καταφύγιο στο Φρογκ Χάλοου, τα παιδιά της έρχονταν συνέχεια αντιμέτωπα με τα τηλεοπτικά συνεργεία που στάθμευαν εκεί περιμένοντας να επιτεθούν στον Γούντι.
Απαντώντας σοβαρά σε κάποιον ρεπόρτερ πίσω από τα μεγάλα του γυαλιά ο Μόουζες ανέφερε: «Ο Γούντι στερείται ηθικής. Λέει ότι είναι ερωτευμένος με τη Σουν Γι αλλά δεν είναι. Τη χρησιμοποιεί».
Οι αδελφές του Λαρκ και Ντέιζι εμφανίστηκαν στα γραφεία του «Νιου Γιορκ Ποστ» και ζήτησαν να μάθουν νεότερα για τη Σουν Γι. «Ηταν αρκετά νευρικές» θυμάται η Αντρια Πέισερ, μια αρθρογράφος. «Ηταν ξεκάθαρο ότι η μητέρα τους τις είχε στείλει να εμπορευθούν μια συνέντευξη έναντι πληροφοριών. Το θεώρησα πρόστυχο εκ μέρους της Μία να στέλνει τα παιδιά της για να διεκπεραιώσουν τις βρώμικες δουλειές της».
Η τελευταία δουλειά του Γούντι, η ταινία «Παντρεμένα ζευγάρια», στην οποία πρωταγωνιστούσαν ο ίδιος και η Μία Φάροου ως ένα παντρεμένο ζευγάρι, επρόκειτο να κάνει πρεμιέρα. Το κοινό γελούσε κάτω από τα μουστάκια του όταν τα διαφημιστικά τρέιλερ έδειχναν τον ήρωα που υποδυόταν εκείνος να ανακρίνεται από τη Μία σχετικά με την πίστη και την αφοσίωσή του. Διαπιστώνοντας ξεκάθαρα ότι η τέχνη ακολουθούσε τη ζωή, οι υπεύθυνοι του στούντιο ακύρωσαν τα προγραμματισμένα σχέδια και έκαναν πρεμιέρα πέντε ημέρες νωρίτερα από την προκαθορισμένη σε 865 σκοτεινές αίθουσες. Παρά τη δωρεάν διαφήμιση, οι εισπράξεις ήταν φτωχές μια γεύση των όσων θα ακολουθούσαν.
Η Σουν Γι μετακόμισε στο ρετιρέ του Γούντι με θέα το Σέντραλ Παρκ, το οποίο βρέθηκε σε πολιορκία από τους ανθρώπους του Τύπου. Εκείνος επέμενε ότι δεν έπρεπε να θεαθούν μαζί για νομικούς λόγους και έτσι περνούσαν τον περισσότερο καιρό κεκλεισμένων των θυρών στον 20ό όροφο του κτιρίου.
Μόνο μία φορά, όταν η Σουν Γι έφυγε για το Πανεπιστήμιο του Νιου Τζέρσι με την αρχή του νέου τριμήνου, επέτρεψε ο Γούντι Αλεν την είσοδο στις κάμερες για μια συνέντευξη για λογαριασμό της εκπομπής «Εξήντα λεπτά» του CBS. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Στιβ Κροφτ που συνομίλησε μαζί του, «ο Γούντι δεν φαινόταν να νοιάζεται για το τι σκέφτονταν οι άλλοι άνθρωποι». Αντιθέτως, έκανε χιούμορ με τα βάσανά του. «Μερικές από τις καλύτερες στιγμές της συνέντευξης» είπε αργότερα ο Κροφτ «κόπηκαν για να μην προσβάλουν το κοινό».
Ο Γούντι φαινόταν να πλήττει μιλώντας στον Κροφτ για τη Σουν Γι. «Τη βλέπω όταν τελειώνει από το σχολείο, όταν βρίσκεται σε διακοπές και τέτοια παρόμοια». Σε ιδιωτικές συζητήσεις με φίλους όμως διοχέτευε περισσότερο συναίσθημα. Κάποιες φορές όμως ομολογούσε: «Τα θαλάσσωσα». Μερικοί από τους οικείους του προέβλεπαν ότι ο δεσμός δεν θα είχε διάρκεια, ειδικά αν ο Γούντι υποχρεωνόταν να διαλέξει μεταξύ της Σουν Γι και της ανάληψης κηδεμονίας των παιδιών του.
Στην αρχή η Σουν Γι συμπεριφερόταν με αξιοπρέπεια και αυτοπειθαρχία. Καθώς όμως η διάλυση της οικογένειας παρουσιαζόταν ως γεγονός αναπόφευκτο, φαινόταν ολοένα και λιγότερο ψύχραιμη. Στο Πανεπιστήμιο ήταν συνεχώς μόνη και οι συμφοιτητές της δεν σταματούσαν να την περιγελούν πίσω από την πλάτη της.
Αν η Σουν Γι ήταν μελαγχολική, η μικρή αδελφή της, η Ντίλαν, ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση. «Αν τη ρωτούσεις τι πηγαίνει στραβά» θυμόταν ένας επισκέπτης του Φρογκ Χάλοου «θα έλεγε ότι δεν αισθάνεται καθόλου καλά». Ξεκίνησε επίσης να βρέχει το κρεβάτι της, κάτι που είχε να συμβεί από τότε που ήταν τριών χρόνων. Στον Γούντι είχε απαγορευθεί να τη βλέπει. Οσο για τον Σάτσελ, επιτρεπόταν να τον συναντά δύο φορές την εβδομάδα παρουσία κοινωνικού λειτουργού.
Το μετέωρο σενάριο της ταινίας
Τα Χριστούγεννα του 1992 η αστυνομία επισκέφθηκε το Φρογκ Χάλοου για να συντάξει συμπερασματική έκθεση σχετικά με την έρευνα της υπόθεσης. Την προηγούμενη φορά η Ντίλαν είχε σμίξει δύο κούκλες, ενός άντρα και μιας γυναίκας, αναπαριστώντας τη σεξουαλική πράξη. Τώρα είπε ότι είχε δει τον πατέρα της και τη Σουν Γι να κάνουν έρωτα στην ταράτσα του διαμερίσματός του. Μετά από αυτό μια συνάντηση του Γούντι Αλεν με τη μικρή Ντίλαν ήταν το λιγότερο αδιανόητη. Ο δικαστής Ελιοτ Γουίλκ συμφώνησε. Εξω από το δικαστήριο ο Γούντι ξέσπασε. Σύμφωνα με την άποψή του, οι κατηγορίες ανήκαν στη σφαίρα της φαντασίας.
Τα νομικά προβλήματά του κατελάμβαναν ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του. Δεν εκκρεμούσε μόνο η μήνυση που είχε καταθέσει εναντίον της Μία για ανατροφή υπό αυστηρό περιορισμό διεκδικώντας παράλληλα περισσότερο χρόνο με τα παιδιά του αλλά και ο αγώνας του κόντρα στην προσπάθειά της να ακυρώσει τα καθήκοντα του πατέρα των υιοθετημένων Ντίλαν και Μόουζες.
Ο Γούντι ήξερε ότι, αν οι κατηγορίες αποδειχθούν αληθείς, τότε η καριέρα του ως σκηνοθέτη θα πλησίαζε στο τέλος της. Αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο της σύλληψης και της φυλάκισης. Ο ίδιος βέβαια δεν έδειχνε κανένα σημάδι ανησυχίας αλλά για δεύτερο συνεχόμενο χρόνο δεν μπορούσε να ολοκληρώσει ένα νέο σενάριο.
Υστερα ήρθαν τα καλά νέα. Η κλινική για κακοποιημένα παιδιά του Πανεπιστημίου του Γέιλ, το νοσοκομείο Νιου Χέβεν, ανέφερε στις 17 Μαΐου 1993 ότι, σύμφωνα με τη γνώμη των ειδικών, η Ντίλαν δεν έλεγε την αλήθεια. Συγκεκριμένα αναφέροταν ότι η εκτίμηση του μικρού κοριτσιού φαινόταν γέννημα της φαντασίας ενός συναισθηματικά ευάλωτου παιδιού που ζούσε σε ένα διαταραγμένο οικογενειακό περιβάλλον, μια αντίδραση στο στρες που δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει με άλλο τρόπο.
Παρ’ ότι υπήρξε συμφωνία στο ότι ο Γούντι έχει «διαταραγμένες σχέσεις» με τα παιδιά, στη γνωμάτευση υπήρχε έντονη κριτική και για τη Μία, η οποία «έχει αναπτύξει μια πολύ περίεργη σχέση με την Ντίλαν και τον Σάτσελ».
Εκείνη τη νύχτα η Μία κούρνιαξε στον καναπέ της στο σαλόνι του σπιτιού της και πλάνταξε στο κλάμα. Ο Γούντι δεν προλάβαινε να δέχεται συγχαρητήρια τηλεφωνήματα από φίλους μεταξύ αυτών η Νταϊάν Κίτον κ.ά. Δεν ήξερε όμως για τη γνώμη του δημοσίου κατηγόρου Φρανκ Μάκο, ο οποίος πρέσβευε ότι η συμπεριφορά του Γούντι απέναντι στην Ντίλαν ήταν ιδιαιτέρως ανάρμοστη. Σύμφωνα με όσα πρέσβευε, είχε αρκετά στοιχεία για να διατάξει τη σύλληψη του ηθοποιού και σκηνοθέτη.
Η διαμάχη κηδεμονίας μεταξύ του Γούντι και της Μία ξεκίνησε δύο ημέρες μετά την ετυμηγορία των ανθρώπων της πανεπιστημιακής κλινικής. Με τα καλά νέα ακόμη να ηχούν στα αφτιά του, ο Γούντι είχε κάθε λόγο να αισθάνεται πεπεισμένος ότι θα μπορούσε να αποδείξει πως η Μία δεν μπορούσε να μεγαλώσει σωστά τα παιδιά του.
Δύο φορές τον προηγούμενο χρόνο, όπως είπε στο δικαστήριο, πήγε με τη Μία στο ξενοδοχείο «Καρλάιλ» για να κάνουν έρωτα «επειδή με είχε ικετεύσει». Σε μία εκ των δύο περιστάσεων, όταν βρίσκονταν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, η Μία άρχισε να παρουσιάζει συμπτώματα υστερίας βρίζοντάς τον με τα χειρότερα λόγια.
Η Μία φαινόταν να τρέμει ελαφρά όταν ο Γούντι αναφέρθηκε στα «δυστυχισμένα και άνευ σεξ» χρόνια που πέρασαν μαζί. Κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων άναβε τσιγάρο και συχνά ξεσπούσε σε κλάματα. Είχε γίνει λεπτή σαν κλαρί.
Οσο για την Ντίλαν, εκτεθειμένη σχεδόν δύο χρόνια στο μίσος και στην εχθρότητα των γονιών της, αντιλαμβανόταν ότι αποτελούσε, μεταξύ άλλων, αιτία της διαμάχης. Η ιδέα ότι θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει τη μητέρα της και να ζήσει με τον «Γούντι Αλεν» την τρομοκρατούσε.
Η προκαταρκτική εξέταση διήρκεσε εξίμισι εβδομάδες. Στις 7 Ιουνίου στην 30σέλιδη επίσημη δικαστική απόφαση που εξεδόθη ανακοινώθηκε ότι η αίτηση κηδεμονίας του Γούντι απορρίπτεται διότι δεν υπήρξαν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι μπορεί να διακριθεί στον ρόλο του πατέρα. Στον Γούντι επιτράπηκε να κάνει περιορισμένο αριθμό επισκέψεων στον Σάτσελ αλλά καμία στην Ντίλαν, μια απόφαση που θα αναθεωρούνταν μέσα σε έξι μήνες.
Η μάχη είχε εξαντλήσει ψυχολογικά τον Γούντι. Οι υπαινιγμοί δημοσιογράφων ότι ύστερα από όλα αυτά το κοινό του μπορεί να στραφεί εναντίον του τού προκαλούσαν έντονες εκρήξεις. «Δεν με ενδιαφέρει καθόλου» απαντούσε. «Αν κάποιοι θέλουν να δουν τις ταινίες μου, να πάνε. Αν δεν θέλουν, μη σώσουν ποτέ!».
Περί σεξουαλικής κακοποίησης
Υστερα έσκασε η νέα βόμβα. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1993 ο Φρανκ Μάκο οργάνωσε μια συνέντευξη Τύπου. Ανακοίνωσε ότι αποσύρει τις κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση εναντίον του Γούντι αλλά συμπλήρωσε πως, σύμφωνα με τη γνώμη του, η Ντίλαν είχε όντως πέσει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία γι’ αυτό, ενώ ένα ένταλμα σύλληψης είχε ήδη εκδοθεί, αλλά ο ίδιος αποφάσισε να μη συνεχίσει την καταδίωξη του Γούντι για να απαλλάξει την Ντίλαν από το τραύμα μιας εγκληματικής δίκης.
Ο Γούντι αυτομάτως οργάνωσε τη δική του συνέντευξη Τύπου όπου κατηγόρησε τον Μάκο ως «σκάρτο και ασυνάρτητο». Στο τέλος μιας ατελείωτης φλυαρίας σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τις τηλεοπτικές κάμερες «για να στείλω ένα μήνυμα στο μικρό μου το κορίτσι». Ηταν πολύ στενοχωρημένος που δεν ήταν παρών στα όγδοα γενέθλιά της, «αλλά απλά δεν μ’ άφησαν». Η Ντίλαν δεν πρέπει να ανησυχεί, ούτως ή άλλως, διότι οι σκοτεινές δυνάμεις «δεν θα υπερισχύσουν».
Τρεις μήνες μετά ο ψυχίατρος της Ντίλαν προειδοποίησε τον δικαστή Γουίλκ ότι η μικρή συνεχίζει να μιλάει για το ότι «ο Γούντι Αλεν άγγιξε τα “απόκρυφά” μου». Ο γιατρός είπε ότι η ψυχολογική κατάσταση της Ντίλαν θα χειροτερέψει αν αναγκαζόταν να τον δει.
Η κακοτυχία συνεχιζόταν για τον Γούντι Αλεν, ο οποίος σιχαινόταν τους ανθρώπους που αναφέρονταν με άκομψες εκφράσεις στη Σουν Γι και στον δεσμό τους.
Η Σουν Γι της ωριμότητας πάντως δεν είχε καμία σχέση με τη λεπτεπίλεπτη κορεατική «πεταλούδα» του παρελθόντος. Τώρα ήταν σκληρή και με κυριαρχικές τάσεις, μια ερωμένη που κατσάδιαζε και γκρίνιαζε. Ακολουθώντας τις υποδείξεις της, ο Γούντι συμφώνησε να ρίξει τους τοίχους του διαμερίσματός του και να το διακοσμήσει με έπιπλα εξοχής, χρωματιστά κεντημένα μαξιλάρια και πολλές αντίκες. Ταιριαστοί όχι ιδιαίτερα ακριβοί ούτε κομψοί καναπέδες παραγγέλθηκαν για το σαλόνι και ένα μεγάλο τραπέζι από ξύλο βελανιδιάς για τον υπολογιστή της Σουν Γι εγκαταστάθηκε στην κάμαρα όπου η Μία ανακάλυψε τις φωτογραφίες που απεικόνιζαν γυμνή την υιοθετημένη κόρη της και που προκάλεσαν το ξέσπασμα της οικογενειακής κρίσης τον Δεκέμβριο του 1991.
Η Σουν Γι ποτέ δεν δίσταζε να πει ό,τι σκεφτόταν. Οποιος βρισκόταν μαζί με το ζευγάρι δεν μπορούσε να μην επισημάνει ότι συνεχώς διόρθωνε τον Γούντι. Οσο για εκείνον, φαινόταν πρόθυμος να κάνει υποχωρήσεις για «το παιδί που έτρωγε από κάδους απορριμμάτων στην Κορέα», όπως του άρεσε να λέει.
Στις ιδιαίτερες στιγμές τους εκείνη του φερόταν όπως μια έφηβη στον πατέρα της: με στοργή, υπερπροστατευτικά και συχνά «πατρονιστικά». Δεν το είχε σε τίποτε να περιγελάσει τους πληκτικούς, κατά τη γνώμη της, φίλους του, τις απηρχαιωμένες ιδέες του, το ντεμοντέ κούρεμά του, τα ρούχα του και τα εστιατόρια που προτιμούσε. Τον ανάγκασε να ντύνεται με κοστούμια μάρκας Αρμάνι, να φορά γυαλιά που έφεραν την υπογραφή γνωστών σχεδιαστών και να υιοθετήσει ένα στυλάτο κούρεμα. Σε γενικές γραμμές, είχε εντυπωσιαστεί από τη φήμη του, αλλά η δουλειά στην οποία αυτή οφειλόταν δεν φαινόταν να την ενδιαφέρει. Ενθουσιωδώς ομολογούσε ότι «δεν έχει διαβάσει ποτέ οτιδήποτε εκείνος έχει γράψει».
Ούτε είχε δει πολλές από τις ταινίες του. Μια φορά παρακολούθησε μαζί με φίλους του ζευγαριού κάποιο έργο του Γούντι για να το βρει «ατέλειωτο και βαρετό».
Το κόστος της «ερωμένης»
Το πόστο της ερωμένης που κατείχε η Σουν Γι ήταν για κάποιους αξιοζήλευτο, ωστόσο το τίμημά του ήταν ακριβό. Εκείνη ήταν υποχρεωμένη να ζει με έναν άντρα που θα μπορούσε να ήταν ο παππούς της, η ρουτίνα της ζωής του οποίου κυλούσε ανάμεσα στη δουλειά και στη δημιουργική φαντασία. Να διασκεδάσει με φίλους στο σπίτι δεν τον ενδιέφερε ποτέ. Οι εκδρομές το Σαββατοκύριακο ήταν γι’ αυτόν τιμωρία. Δεν του άρεσαν τα πάρτι ούτε η ροκ μουσική. Ούτε να χορεύει ήξερε. Η Σουν Γι, από την άλλη, ήταν εξαιρετικά ενεργητική. Τρελαινόταν για πάρτι, κολύμπι, χορό, ψώνια, ροκ μουσική και προκλητικές μίνι φούστες. Εκανε τα μαλλιά της αλογοουρά, ένα στυλ που θύμιζε την Ποκαχόντας και που έκανε τον Γούντι να φαίνεται σχεδόν αρχαίος μπροστά της.
Εκτελώντας τα καθήκοντά της, τον συνόδευε στους αγώνες των Νικς, αλλά σύντομα θα τον έσερνε σε επιδείξεις μόδας της αγαπημένης της σχεδιάστριας Ντονατέλα Βερσάτσε. Το «Ελέινς», το αγαπημένο στέκι του Γούντι, άρχισε να μη συγκαταλέγεται στις πρώτες προτιμήσεις της Σουν Γι σχετικά με τα μέρη όπου σύχναζαν.
Με μια απόφαση που επικύρωνε τη νομική απαγόρευση να συναντά την Ντίλαν το ανώτατο δικαστήριο της Νέας Υόρκης έκανε σκληρή κριτική στον Γούντι για τον δεσμό του με τη Σουν Γι, αλλά εκείνος δεν είχε καμία διάθεση να την εγκαταλείψει. Είπε στους φίλους του ότι πιθανώς πρόκειται για την καλύτερη σχέση της ζωής του. Τελικά η υπόθεση κηδεμονίας βρέθηκε στο ανωτάτου βαθμού εφετειακό δικαστήριο της Νέας Υόρκης. Ο Γούντι Αλεν έχασε. Μετά από τρία χρόνια η υπόθεση είχε κλείσει.
Για να μιλήσουν οι αριθμοί, η ερωτική ιστορία με τη Σουν Γι κόστισε στον Γούντι περίπου επτά εκατομμύρια δολάρια. Αυτό βέβαια δεν θα σήμαινε τίποτε για εκείνον αν είχε πετύχει τους δύο βασικούς του στόχους: να μείνει ασπίλωτο το όνομά του από τις κατηγορίες παιδεραστίας και να κερδίσει πίσω την Ντίλαν. Αλλά τελικά αποδείχθηκε ότι πρόκειται για χρήματα που ξοδεύτηκαν για το τίποτε.
Επίσης φαινόταν ότι κανένας δεν ήθελε να κάνει ταινίες μαζί του πια. Το μεγάλο χολιγουντιανό στούντιο της Τρι-Σταρ ακύρωσε μια συμφωνία που είχε συνάψει μαζί του. Η Τζιν Ντουμάνιαν, η καλύτερη φίλη του, έσπευσε με τη σωτήρια λύση της δημιουργίας μιας κινηματογραφικής εταιρείας, την οποία οι γνώστες των χολιγουντιανών παρασκηνίων υποστήριξαν ότι χρηματοδοτούσε ο φίλος της, γόνος μεγάλης τραπεζικής οικογενείας. Οι οικονομικοί όροι συνεργασίας όμως δεν ήταν οι ευνοϊκότεροι. Αποτέλεσμα, μέσα σε δύο χρόνια τα μέλη της ομάδας παραγωγής του Γούντι ή τον εγκατέλειψαν ή απολύθηκαν. Υπήρχε μεγάλη απογοήτευση.
Το πιστό κοινό του συνεχώς διαλυόταν. Οι εισπράξεις της ταινίας του 1995 «Ακαταμάχητη Αφροδίτη» ήταν λιγότερο από επτά εκατομμύρια δολάρια. Το αντίτιμο των εισιτηρίων που είχε κόψει το έργο του 1986 «Η Χάνα και οι αδελφές της» έφθανε τα 40 εκατ. δολάρια.
Η προσωπική ζωή του σταρ έμοιαζε να έχει καταβροχθίσει όλες τις αξιοθαύμαστες ικανότητές του με τις οποίες είχε κερδίσει μια μοναδική θέση στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.
Παρ’ ότι έχασε την κηδεμονία των παιδιών του, συνέχισε με πυρετώδεις ρυθμούς τις μηνύσεις, χρόνο με τον χρόνο, για να μπορέσει να τα δει. Ηταν κάτι παραπάνω από φανερό όμως ότι κανένα από αυτά δεν ήθελε να τον συναντήσει. Η ιδέα και μόνο της συνάντησης μαζί του έκανε την Ντίλαν που πλησίαζε τώρα τα 11 να παρουσιάζει έντονα συμπτώματα υστερίας, σύμφωνα με τον γιατρό της. Τόσο ο Σάτσελ όσο και ο 18χρονος πια Μόουζες τον σιχαίνονταν. Ολη η οικογένεια τον μισούσε.
Η Σουν Γι, με διαχειριζόμενο κεφάλαιο 1 εκατ. δολαρίων, αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο και ξεκίνησε να παρακολουθεί μαθήματα στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Κολούμπια για να πάρει πτυχίο στις παιδαγωγικές επιστήμες. Εκανε την πρακτική της στο Σπενς, ένα ιδιωτικό παρθεναγωγείο, όπου δίδασκε ανάγνωση σε παιδιά της τρίτης τάξης. Οι μαθήτριές της δεν είχαν συνειδητοποιήσει τη φήμη της ώσπου κάποια την αναγνώρισε στην τηλεόραση.
«Εχεις φίλο;» την πείραξε ένα κορίτσι.
«Ναι» απάντησε η Σουν Γι «τον Τομ Κρουζ. Ας επιστρέψουμε τώρα στο διάβασμά μας».
«Θα γίνει μια περίφημη δασκάλα» είπε ένας υπεύθυνος του σχολείου.
Ο γάμος στη Βενετία
Στις 19 Δεκεμβρίου 1997 ήταν τα γενέθλια του Σάτσελ, ο οποίος έκλεινε τα 10 του χρόνια. Ο Γούντι είχε να τον δει δύο χρόνια. Πέντε ημέρες μετά την επέτειο έκανε ένα διάβημα που απέκλειε κάθε πιθανότητα να αποτελέσει έστω και κατ’ ελάχιστον μέρος της ζωής του γιου του. Παντρεύτηκε τη Σουν Γι στη Βενετία με πολιτικό γάμο. Εκείνοι που εξεπλάγησαν λιγότερο από όλους από το γεγονός ήταν οι άνθρωποι του στενού περιβάλλοντος της Μία. «Τον έχει αλυσοδέσει. Αν την προδώσει ή αν τον εγκαταλείψει πράγμα απίθανο διότι δεν έχει οικογένεια , έχει εξασφαλισμένα τρία-τέσσερα εκατομμύρια δολάρια».
Δεκαοκτώ μήνες μετά τον γάμο, ένα ηλιόλουστο σαββατιάτικο πρωινό του 1999, μια ομάδα παπαράτσι εντόπισαν έξω από την μπουτίκ του Τζιόρτζιο Αρμάνι στη λεωφόρο Μάντισον τον Γούντι Αλεν και τη Σουν Γι να σπρώχνουν ένα καροτσάκι με ένα μωρό.
Ενθουσιασμένοι οι φωτογράφοι άρχισαν να συνωστίζονται τριγύρω τους. «Είναι το μωρό δικό σας;» ρώτησε ένας από αυτούς που ήξερε τον Γούντι. Εκείνος ένευσε καταφατικά.
«Πόσων χρόνων είναι;».
«Δεν μπορούμε να σας πούμε».
Ο φωτογράφος υπέθεσε ότι το μωρό ήταν περίπου δύο μηνών, 100% ασιατικής καταγωγής, καθώς επίσης και υιοθετημένο. Ρώτησε τον Γούντι για το όνομά του. «Θα σου πω αργότερα» απάντησε εκείνος. Μα όταν ο φωτορεπόρτερ του έδωσε μια κάρτα του, εκείνος σημείωσε επάνω «Μπεσέτ Ντουμέιν» και σε παρένθεση κορίτσι.
Ο Γούντι εν συνεχεία πούλησε το διαμέρισμά του έναντι 14 εκατ. δολαρίων και αγόρασε ένα σπίτι στα βόρεια του Ιστ Σάιντ, με περισσότερο χώρο, για να μεγαλώσει τη θετή του κόρη.
Κάποιοι φίλοι παρηγορούν τώρα τον Γούντι λέγοντάς του ότι ο Σάτσελ, η Ντίλαν, ακόμη και ο Μόουζες μια ημέρα θα τον αναζητήσουν. Αυτός όμως έχει χάσει κάθε ελπίδα ότι θα τους ξαναδεί. Εξήντα τεσσάρων χρόνων σήμερα, δείχνει μεγαλύτερος από την ηλικία του. Ο άνθρωπος που είχε πάντα παιδική φυσιογνωμία φαίνεται κουρασμένος και καταβεβλημένος. Αλλά κάποιοι πιστεύουν ότι σε έναν βαθμό έχει γαληνέψει.
«Πριν από εννέα ή δέκα χρόνια έδειχνε συνεχώς τρομοκρατημένος, νευρικός και κινούνταν σπασμωδικά, σαν να υπέφερε από φοβικά άγχη» είπε ο ίδιος φωτογράφος που έμαθε πρώτος το όνομα του μωρού. «Αλλά όλα αυτά άλλαξαν τον τελευταίο χρόνο. Εχει ηρεμήσει. Αστειεύεται πού και πού. Φαίνεται ευτυχισμένος».



