Δέρνουν, σκοτώνουν, βιάζουν, φαινομενικά χωρίς κίνητρα. Και αν όλοι εμείς αναρωτιόμαστε «γιατί;», στο δικό τους μυαλό υπάρχει πάντα κάποιος λόγος
Είναι ένας συμπαθητικός νεαρός Ελληνας με ανοιχτόχρωμα μάτια. Περιμένει έξω από τις πολυκατοικίες. Περιμένει ώσπου να περάσει την είσοδο κάποια νέα γυναίκα. Την ακολουθεί στο ασανσέρ. Με το που κλείνει η πόρτα, τη ληστεύει. Ως εδώ το σκηνικό είναι σύνηθες. Απειρες τέτοιες περιπτώσεις στοιβάζονται στα βιβλία συμβάντων των αστυνομικών τμημάτων. Μόνο που ύστερα ο «συμπαθής νεαρός» ξεσπά επάνω στο θύμα την οργή του. Ξυλοκοπεί άγρια, απάνθρωπα, έτσι, χωρίς λόγο. Και ύστερα, σαν να μη συνέβη τίποτε, φεύγει.
Η παγία ερώτηση εβδομάδες τώρα αιωρείται στα δελτία ειδήσεων των 8.30: «Γιατί;». Ποιος μπορεί να απαντήσει; Οι «εύκολες δικαιολογίες» σ’ αυτή την περίπτωση καταρρέουν. «Η κοινή γνώμη συνηθίζει να εντάσσει τα εγκλήματα που γίνονται χωρίς εμφανή λόγο σε ένα παραδοσιακό στερεότυπο. Ο φονιάς θα είναι ψυχικά άρρωστος, ο βιαστής σεξουαλικά ανώμαλος, ο κλέφτης λαθρομετανάστης» λέει η κυρία Βάσω Αρτινοπούλου, επίκουρος καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Μόνο που η πραγματικότητα τις περισσότερες φορές αποκλίνει από αυτά τα στερεότυπα ο «δράκος των ασανσέρ», ας πούμε, είναι Ελληνας. Και όχι μόνον αυτό, αλλά τα θύματά του λένε ότι με την πρώτη ματιά μοιάζει άκακος κι ακίνδυνος.
Ακόμη και όταν ο θύτης είναι ξένος, λαθρομετανάστης ή πρόσφυγας, όταν το στερεότυπο της κοινής γνώμης δικαιώνεται και οι ανασφάλειές μας καθησυχάζονται, το γεγονός της αναίτιας βίας παραμένει. Αλλωστε, μήπως οι ξένοι δεν είναι άνθρωποι; Η 65χρονη Ειρήνη Κατσούλη ακόμη προσπαθεί να εξηγήσει γιατί την κακοποίησαν με τόση αγριότητα οι Αλβανοί που εισέβαλαν στο σπίτι της στην Πλάκα. Τα λεφτά της τα είχαν ήδη πάρει, αλλά συνέχιζαν να τη γρονθοκοπούν ενώ εκείνη σερνόταν αιμόφυρτη στο πάτωμα. Οταν σταμάτησαν, το έκαναν όχι γιατί τη λυπήθηκαν, αλλά επειδή ο 72χρονος σύζυγός της Χαράλαμπος πήδηξε από το παράθυρο στην αυλή του σπιτιού για να καλέσει σε βοήθεια τους γείτονες… Η περίπτωση της κυρίας Κατσούλη μόνο σπάνια δεν θεωρείται. Τα τελευταία δύο χρόνια περισσότεροι από 70 ηλικιωμένοι ληστεύθηκαν ή τραυματίστηκαν από κακοποιούς. Οπως η 69χρονη Αγαθή Παππά που υπέστη άγριο και αναίτιο ξυλοδαρμό στο σπίτι της στον Αγιο Δημήτριο. Με το που είδε τη συμμορία να εισβάλει έδωσε τα λεφτά της χωρίς να προβάλει καμία αντίσταση… Μόνο που τίποτε από αυτά δεν εξευμένισε τους δράστες.
Συγγενείς – δολοφόνοι
Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη πιο πολύ όταν ο θύτης είναι «ένας από εμάς». Κάποιος υπεράνω πάσης υποψίας, όχι ξένος, όχι αλήτης, όχι παράφρων, ούτε «σαλεμένος». Οπως ο 16χρονος που τον Νοέμβριο του 1997 δολοφόνησε με μαχαίρι τη θεία του Πλουμή Καβαλλιεράτου. Κανένας δεν μπόρεσε να δώσει εξήγηση σ’ αυτό το έγκλημα. Η αφορμή; «Είπε άσχημα λόγια για τη μητέρα μου και υπαινίχθηκε ότι καπνίζω χασίς» τόσες μαχαιριές για δυο βρισιές και έναν υπαινιγμό; Ο νεαρός δολοφόνος, παιδί από καλή οικογένεια, ποτέ στο παρελθόν δεν είχε παρουσιάσει εγκληματική συμπεριφορά. Και αν τα λόγια του μετά το φονικό φαντάζουν τρελά σ’ όποιον τα ακούει, ίσως είναι γιατί μετά από κάθε δολοφονία, όπως και αν δικαιολογηθεί ο θύτης, οι λέξεις του θα μοιάζουν λειψές. Πόσο μάλλον όταν προφανής αιτία δεν υπάρχει. «Ολα όσα έγιναν τα είχα δει πριν από ένα μήνα στον ύπνο μου. Είδα τη σκηνή που σκότωνα τη θεία μου, τη στιγμή που με πήγαν στον εισαγγελέα… Ηταν ένας πολύ δυνατός εφιάλτης που δεν με άφηνε να ξυπνήσω». Από τον εφιάλτη που ακολουθεί το φονικό, ο δολοφόνος δεν θα ξυπνήσει ποτέ. «Ακόμη νομίζω ότι όλα είναι ψέματα» λέει. Και όταν τον ρωτούν «μα πώς το έκανες;» μιλάει για κάποιο «”τσαφ!” του μυαλού», τόσο στιγμιαίο όσο και ανεξήγητο.
Ενα «τσαφ!» λοιπόν. Δεν σας φαίνεται αρκετό; Και όμως. «Το πέρασμα στο έγκλημα, πολλές φορές είναι υπόθεση μιας στιγμής» λέει η κυρία Αρτινοπούλου. «Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εγκλήματα πάθους, τα πάντα μπορούν να συμβούν με ένα “τσαφ!”». Ισως κάτι τέτοιο να ήταν αυτό που έκανε μια 13χρονη κοπελίτσα από την Κάρυστο να πει πριν από πέντε χρόνια ένα ψέμα τερατώδες: «Αυτός μου πούλησε ναρκωτικά!». Η ανήλικη δεν μαχαίρωσε, δεν ξυλοκόπησε, ούτε βίασε κανέναν. Αλλά αυτή και μόνον η φράση της ήταν αρκετή για να κλειστεί ο 30χρονος οικοδόμος Βαγγέλης Κρισιλιάς στη φυλακή. Ως τότε, η 13χρονη τον είχε δει μόνο μία φορά, κάποιο μεσημέρι που εκείνος έτρωγε μαζί με τον πατέρα της. Σκαρφίστηκε αυτό το ψέμα επειδή, λέει, τον ερωτεύτηκε. Και της πήρε πέντε ολόκληρα χρόνια για να τολμήσει να πει την αλήθεια. Πέντε χρόνια στην κόλαση για τον 30χρονο οικοδόμο. «Τα τραύματα ποτέ δεν περνούν. Δεν πρόκειται ποτέ να περάσουν» λέει τώρα εκείνος, μετά τη δικαίωσή του. Ακόμη και όταν βγήκε από τη φυλακή, «έμπορο ναρκωτικών» τον ανέβαζαν, «εγκληματία της Καρύστου» τον κατέβαζαν. Κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να τα διαγράψει αυτά από το φιλμ της ζωής του. Οσο για τη νεαρή… τα μέσα ενημέρωσης τη χαρακτήρισαν «μυθομανή». Αρα παθολογική περίπτωση. Σαν να λέμε, δεν έχει τίποτε να κάνει μ’ εμάς.
Στην περίπτωση του Ευ. Κρισιλιά η θύτης είχε την ευκαιρία σε κάποιο βαθμό να επανορθώσει. Αλλοι, όπως ο 26χρονος Ηλίας Μέξης, δεν ήταν τόσο «τυχεροί». Ξημερώματα Σαββάτου πέρυσι τον Αύγουστο έκανε το λάθος να παραβιάσει μονόδρομο με το φορτηγάκι του. Ηταν στην οδό Νοταρά στον Πειραιά, όπου στεγάζεται το Τμήμα Μεταγωγών, και ο σκοπός, ο ανθυπαστυνόμος Δημήτρης Τσαγκράκος, τον αντελήφθη. Του έκανε σήμα να σταματήσει. Σύμφωνα με τον συνεπιβάτη τού Ηλία Μέξη Αλέξανδρο Φιλιόπουλο το φορτηγάκι σταμάτησε. Και τότε ο αστυνομικός χωρίς καμιά προειδοποίηση πυροβόλησε στο κεφάλι τον οδηγό! Εκ των υστέρων ο αστυνομικός κατέθεσε ότι το φορτηγάκι δεν σταμάτησε, ότι μπερδεύτηκε και πυροβόλησε γιατί φοβήθηκε για τη ζωή του. Αργότερα είπε ότι δεν πυροβόλησε, αλλά το όπλο του εκπυρσοκρότησε κατά λάθος.
Μόνο που ο Αλ. Φιλιόπουλος επιμένει να υποστηρίζει ότι ο φίλος του δολοφονήθηκε για μια τροχαία παράβαση. Τι συνέβη στο μυαλό του δράστη είναι πολύ δύσκολο να πει κανείς. Γιατί, όπως λέει και η κυρία Αρτινοπούλου, «σε τέτοιες περιπτώσεις είναι υπερβολικά δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να βρεις τα αίτια που τον οδήγησαν στο έγκλημα. Μπορείς μόνο να κάνεις υποθέσεις για το τι προηγήθηκε. Να αναζητήσεις απαντήσεις στη ζωή του δράστη όπως ήταν προτού φθάσει να εγκληματήσει, προσπαθώντας μέσα από τα λεγόμενά του να την αναπλάσεις. Γιατί όταν πια το έγκλημα έχει γίνει είναι πολύ αργά. Και όσο και αν επιχειρήσεις να το εξηγήσεις με τα δεδομένα που έχεις εκ των υστέρων, δεν πρόκειται να τα καταφέρεις».
Αδικαιολόγητες αντιδράσεις
Αν όμως ένα τέτοιο έγκλημα μοιάζει για όλους τους άλλους ανεξήγητο, για τον δράστη αιτία πάντα υπάρχει, όσο δύσκολο και αν είναι να ανιχνευθεί. «Δεν υπάρχει έγκλημα χωρίς αιτία» δηλώνει κατηγορηματικά η κυρία Αρτινοπούλου. «Αλλά υπάρχει έγκλημα χωρίς εμφανή ή εύκολα προσδιορίσιμη αιτία». Ποιος μπορεί, ας πούμε, να εξηγήσει το μένος του ανθρώπου που για τέσσερις ολόκληρους μήνες, από τον Σεπτέμβριο ως τον Δεκέμβριο του 1996, κουβαλούσε μεγάλες πέτρες και τις τοποθετούσε στη μέση του οδοστρώματος της Εθνικής οδού Αθηνών – Κορίνθου με σκοπό να προκαλέσει ατύχημα στα διερχόμενα αυτοκίνητα; Ή πώς μπορεί να δικαιολογηθεί η αντίδραση του Δημήτρη Παξινού που κρατώντας την ξύλινη λαβή από ένα σφυρί επιτέθηκε στον γείτονά του Σπύρο Σπυρόπουλο και άρχισε να τον χτυπά στο κεφάλι επειδή ο τελευταίος έκανε πάρτι και όλη νύχτα δεν τον άφησε να κοιμηθεί; Την ώρα που του επιτέθηκε, 4.00 τα ξημερώματα, ο Σπ. Σπυρόπουλος του ζητούσε συγγνώμη για την αναστάτωση τίποτε δεν προμήνυε το «αμόκ» που κατέλαβε ξαφνικά τον Δ. Παξινό. «Ηταν η κακιά η ώρα» είπε η μητέρα του στο δικαστήριο. «Το παιδί μου δεν έχει δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα ως τώρα» κάτι σαν το ντελίριο που κατέλαβε τον Μάικλ Ντάγκλας στην «Ξεχωριστή ημέρα» και άρχισε να σκοτώνει τους περαστικούς απλώς και μόνον επειδή εκνευρίστηκε γιατί εκείνο το πρωινό, όπως κάθε πρωινό, είχε κίνηση στον δρόμο…
«Η πραγματικότητα που αντιλαμβάνεται ο θύτης είναι διαφορετική από εκείνη που αντιλαμβάνεται το θύμα» παρατηρεί η κυρία Αρτινοπούλου. «Αναπτύσσεται μια δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ του υποψήφιου δράστη και του υποψήφιου θύματος και από εκείνη τη στιγμή και πέρα ένα βλέμμα ή μια κίνηση αποκτά διαφορετική σημασία για τον καθένα τους. Είναι οι όροι ενός διαφορετικού παιχνιδιού, στο οποίο το θύμα πολλές φορές δεν συνειδητοποιεί καν ότι μπαίνει…». Και αν το σχήμα σάς φαίνεται πολύ θεωρητικό για να είναι πραγματικό, θυμηθείτε την περίπτωση του Θεόφιλου Σεχίδη.
Σκότωσε τη μάνα του, τον πατέρα του, την αδελφή του, τη γιαγιά και τον θείο του γιατί, όπως είπε, «σκόπευαν να με σκοτώσουν αυτοί. Τους πρόλαβα! Αυτό ήταν όλο…». Και αν έσπευσαν άπαντες να τον χαρακτηρίσουν «παράφρονα» άμα τη αποκαλύψει των εγκλημάτων, η εξέταση των ψυχιάτρων κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα. Τα εγκλήματά του ο Θ. Σεχίδης τα διέπραξε κάτω από «σχιζότυπη διαταραχή» πράγμα που σημαίνει ότι είχε τη δυνατότητα καταλογισμού: αντιλαμβανόταν πλήρως τι έκανε. Μόνο που το αντιλαμβανόταν με εντελώς διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι ο καθένας από εμάς.



