Ικανοποιημένος ο κ. Κ. Σημίτης από τα αποτελέσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ιδιαίτερα στα θέματα που ενδιαφέρουν τη χώρα μας * Στο κενό η αξίωση της Αγκυρας για «ειδική θέση» * «Ειδική μεταχείριση» της Ελλάδας για τη Σύγκλιση







ΔΟΥΒΛΙΝΟ, 14 Δεκεμβρίου.





Τ
ην ικανοποίησή του εξέφρασε ο πρωθυπουργός κ. Κώστας Σημίτης για τα αποτελέσματα του Συμβουλίου Κορυφής στο Δουβλίνο. «Υπήρξαν σημαντικά βήματα στην πρόοδο της ΕΕ» ιδιαίτερα σε θέματα που ενδιαφέρουν την Ελλάδα, παρατήρησε ο Πρωθυπουργός και επεσήμανε ενδεικτικά: την αναφορά στις αρχές του ΟΗΕ σε ό,τι αφορά την Τουρκία (Κυπριακό, ανθρώπινα δικαιώματα), στο ότι «χάνει συνεχώς έδαφος η ιδέα της ευελιξίας» στην οποία η Ελλάδα είναι αντίθετη, στην πρόοδο της διεύρυνσης, στο ζήτημα της απασχόλησης και γενικότερα τα κοινωνικής φύσεως προβλήματα κ.ά .


Σχετικά με τις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης με την Τουρκία, η Ολλανδία, η οποία αναλαμβάνει την προεδρία από τις αρχές του νέου έτους, «θα κινηθεί το ταχύτερο» ώστε «να αποκατασταθούν σχέσεις παραγωγικής και δημιουργικής συνεργασίας» μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Τουρκίας, ταυτόχρονα όμως αντιλαμβάνεται τώρα (μετά τη συνάντηση των πρωθυπουργών Ελλάδας και Ολλανδίας) τα ελληνικά επιχειρήματα, τα οποία και δεν θα παραγνωρίσει. Προς τούτο σκέφτεται να στείλει «εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους της» στην Αγκυρα για να συζητήσει «τρόπους και μεθοδεύσεις επιλύσεως των προβλημάτων» που έχουν παρουσιασθεί στις σχέσεις ΕΕ και Τουρκίας, δήλωσε προς «Το Βήμα» ολλανδική πηγή. Η ίδια πηγή παρατήρησε ότι υπάρχουν «πλήθος προβλήματα» στις σχέσεις ΕΕ – Αγκυρας, σημείωσε ότι «αν η ευθύνη της ΕΕ στην παρουσία αυτών των προβλημάτων είναι 25%, η σχετική ευθύνη της Τουρκίας είναι 75%» και παραδέχτηκε ότι «οι ελληνικές αιτιάσεις», όπως και οι καταγγελίες ή το βέτο της Αθήνας, «σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν τον ουσιώδη λόγο της ψυχρότητας των σχέσεων Βρυξελλών – Αγκυρας».


Τόσο ο Πρωθυπουργός όσο και ο υπουργός κ. Πάγκαλος στις συναντήσεις, επαφές και συνομιλίες τους στο περιθώριο της διάσκεψης του Δουβλίνου (καθώς και στην προηγηθείσα συνάντηση στη Χάγη)βρήκαν «μάλλον θετική ατμόσφαιρα και πολλές φορές θετική ανταπόκριση» στις αναφορές τους για την ελληνική πολιτική έναντι της Τουρκίας, για την ευθύνη της Αγκυρας στην ανώμαλη ή έστω ρευστή κατάσταση που υπάρχει στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως και σε πιο συγκεκριμένα θέματα (διαλόγου, προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο κ.ά.).


Οι σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας, μόνιμο θέμα της τελευταίας ημέρας όλων των συνόδων κορυφής τα τέσσερα τελευταία χρόνια, ήταν και στη σύνοδο του Δουβλίνου θέμα συζητήσεων, εκτός επίσημης ημερησίας διατάξεως, όπως πάντοτε. Ωστόσο, οι «15» δεν έδειξαν να συγκινούνται από τις δραματικές και αλλεπάλληλες «εκκλήσεις» της υπουργού κυρίας Τσιλέρ για «άμεση αποκατάσταση των δικαιωμάτων» (!) της Τουρκίας στον χώρο της «ενωμένης Ευρώπης» ούτε και από τις επιστολές του προέδρου Ντεμιρέλ προς την ιρλανδική προεδρία να θεωρηθεί η Τουρκία (περίπου) ως χώρα που πρόκειται να ενταχθεί στην ΕΕ. Οπως και στο παρελθόν, το τελικό ανακοινωθέν της συνόδου του Δουβλίνου αναφέρεται και στο τουρκικό ζήτημα. Αλλά ούτε η αξίωση της Αγκυρας για αναγνώριση της «ειδικής θέσεώς» της έγινε δεκτή ούτε αναφέρεται ή έστω υπονοείται κάποια διαφοροποίηση των «15» ως προς το στάτους της Τουρκίας στην ΕΕ. Οι παρεμβάσεις του υπουργού κ. Πάγκαλου αλλά και η εύγλωττη σιωπή των ομολόγων του υπουργών της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Δανίας κ.ά. στα τουρκικά αιτήματα συνέβαλαν προς τούτο.


«Το Βήμα» πληροφορείται από ολλανδική πηγή ότι οι βουλευτές «δεν είναι σήμερα τόσο ενθουσιώδεις όσο στο παρελθόν» για αναβάθμιση των σχέσεών τους με την Τουρκία. Δύο στοιχεία συνέβαλαν σ’ αυτό. Πρώτον, δημοσκόπηση αρμόδιου γραφείου της ΕΕ του περασμένου Οκτωβρίου έδειξε ότι μεταξύ των τραπεζιτών, επιχειρηματιών και βιομηχάνων επτά χωρών της ΕΕ μόλις το 47% πιστεύει ότι η αναβάθμιση των σχέσεων Αγκυρας – ΕΕ είναι προς το συμφέρον της ΕΕ (τον Οκτώβριο του 1995 το σχετικό ποσοστό ήταν 61%). Δεύτερον, κατά τον τουρκικό Τύπο, ένα πολύ σημαντικό ποσοστό τούρκων επιχειρηματιών κλπ. και το 23% των βουλευτών αγροτικών περιοχών είναι «σαφώς αντίθετοι» στην ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, «έστω και αν αυτή δρομολογηθεί να ολοκληρωθεί μετά από 10 ή 15 χρόνια».


Αυτά τα στοιχεία δεν εμποδίζουν, ωστόσο, την κυρία Τσιλέρ να επιμένει στην ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ ταυτόχρονα με αυτήν της Κύπρου και την Ολλανδία, η οποία αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΕ από 1ης Ιανουαρίου 1997, να προχωρήσει σε πρωτοβουλίες για την «αποκατάσταση σχέσεων (…) συνεργασίας» μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας. Μιλώντας την περασμένη Παρασκευή στις Βρυξέλλες, με την ευκαιρία της συμπληρώσεως έτους (!) από την έγκριση του Ευρωκοινοβουλίου της Τελωνειακής Ενωσης ΕΕ – Τουρκίας, η κυρία Τσιλέρ δήλωσε ότι «η ελληνική και η τουρκική πλευρά (της Κύπρου) πρέπει να προσχωρήσουν μαζί στην ΕΕ και ταυτοχρόνως με την Τουρκία». Οσον αφορά την ολλανδική πρωτοβουλία, «Το Βήμα» πληροφορείται ότι αυτή δεν θα έχει τον χαρακτήρα κοινοτικής ενέργειας, δηλαδή δεν θα πάει στην Αγκυρα η τρόικα (Ολλανδία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο), αλλά «θα είναι πολιτική κίνηση (της Ολλανδίας), η οποία εμμέσως θα υποδηλώνει το ενδιαφέρον της ΕΕ».


* Το συμπεράσματα του Συμβουλίου


Στο ανακοινωθέν των συμπερασμάτων του Συμβουλίου αναφέρεται ότι ως βάση συζήτησης για την προώθηση των σχέσεων ΕΕ – Τουρκίας το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής αποδέχεται την απόφαση της 15ης Ιουλίου του Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών. Καλείται η προεδρία «να συνεχίσει τις προσπάθειές της ακολουθώντας τη δήλωση του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου, να προωθήσει μια αποδεκτή λύση της κατάστασης στην περιοχή του Αιγαίου που να εναρμονίζεται με τις καθιερωμένες διεθνείς πρακτικές και να συνεχίσει τις επαφές με την τουρκική κυβέρνηση με στόχο τη σύγκληση, το νωρίτερο, ενός Συμβουλίου Σύνδεσης».


Παράλληλα «το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί την Τουρκία να χρησιμοποιήσει όλη της την επιρροή για να συμβάλει στην εξεύρεση μιας λύσης στην Κύπρο εναρμονισμένης με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών». Περιθώρια και για… απόκλιση


Η ΕΛΛΑΔΑ πέτυχε να αναγνωρισθεί και να συμπεριληφθεί στο αναθεωρημένο κείμενο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση μια ευρύτερη έννοια για τις ασυνήθιστες περιστάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε δημόσιο έλλειμμα μεγαλύτερο από το όριο που επιβάλλει το σχετικό κριτήριο του Μάαστριχτ. Ετσι, «αν η Ελλάδα, στο μέλλον, αντιμετωπίσει ως μέλος της ΟΝΕ μια εξαιρετική περίσταση, όπως είναι μια ένταση με την Τουρκία η οποία θα οδηγήσει τη χώρα μας να έχει αυξημένες αμυντικές δαπάνες και, επομένως, αυξημένα ελλείμματα για την αντιμετώπισή της», θα μπορεί να επικαλεσθεί το γεγονός αυτό ως ασυνήθιστο και να δικαιολογήσει με τον τρόπο αυτόν την απόκλιση, εξήγησε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας κ. Γιάννος Παπαντωνίου.


Η αποδοχή από τους 14 εταίρους μας και της ερμηνείας αυτής στην έννοια των εκτάκτων περιστάσεων που δικαιολογούν μια παροδική απόκλιση από τον κανόνα να μην ξεπερνά το δημόσιο έλλειμμα το ποσοστό 3% επί του εγχωρίου προϊόντος (ΑΕΠ) θα αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία όταν η Ελλάδα θα έχει γίνει μέλος της Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης (ΟΝΕ), όταν δηλαδή θα είμαστε σε θέση να μετάσχουμε στη ζώνη του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, του εύρου.


Το άλλο θέμα άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος που συζητήθηκε στο Δουβλίνο αφορά τις σχέσεις των νομισμάτων των χωρών που δεν θα μετάσχουν από την πρώτη στιγμή στη ζώνη του εύρου. Οι χώρες αυτές θα ενταχθούν στον νέο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών, γνωστό με τη σύντμηση ΜΣΙ-2, ο οποίος θα λειτουργεί σχετικά με το νέο νόμισμα, τηρώντας τη διακύμανση της ισοτιμίας των νομισμάτων που θα είναι εκτός ΟΝΕ εντός ενός περιθωρίου 15%. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που δεν διαφέρει ουσιαστικά από τον σημερινό, στον οποίο πάντως δεν μετέχει ακόμη η Ελλάδα. Θετική η συνάντηση στη Χάγη


ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ικανοποιημένος εξήλθε από τη συνάντησή του με τον ολλανδό πρωθυπουργό κ. Κοκ ο πρωθυπουργός κ. Κ. Σημίτης. Οπως έλεγε χαρακτηριστικά στενός συνεργάτης του, «είναι καλό να διαπιστώνεις ότι η Ολλανδία δεν είναι ο κ. Βαν ντεν Μπρουκ». Στη διάρκεια της συζήτησης των δύο πρωθυπουργών, πέρα από το καλό κλίμα, υπήρξε σύμπτωση ή ουσιώδης σύγκλιση απόψεων σε σημαντικά θέματα, είτε γενικότερα ευρωπαϊκού είτε στενότερα ελληνικού ενδιαφέροντος. Προς το τέλος της συζήτησης ο κ. Σημίτης επισήμανε προς τον κ. Κοκ: «Ηλθα εδώ με εντελώς διαφορετική άποψη όσον αφορά τη στάση της Ολλανδίας τόσο ως προς τα γενικότερα θέματα, όπως η Διακυβερνητική, όσο και προς ειδικότερα εθνικά θέματα της Ελλάδας».


Η αναφορά αυτή του έλληνα πρωθυπουργού στηριζόταν κυρίως στην κατανόηση που επέδειξε η ολλανδική πλευρά στα ελληνοτουρκικά. Λιγότερο θετική ήταν η στάση του ολλανδού πρωθυπουργού στο Κυπριακό, όπου ήταν αισθητό ότι η ολλανδική πλευρά πρόσκειται ευνοϊκά σε μέτρα όπως το «μορατόριουμ», χωρίς όμως να τα συνδέει με ευρύτερες διασφαλίσεις προόδου μιας συνολικής επίλυσης του προβλήματος.


Πάντως, η ελληνική πλευρά μπορεί να θεωρεί δικαίως επιτυχή τη συνάντηση, καθώς η Ολλανδία είχε ανελαστική παράδοση θέσεων σε σχέση με ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος. Διπλωματικοί κύκλοι υπενθύμιζαν ότι ο κ. Σημίτης είχε δώσει εξαρχής βάρος στην καλλιέργεια στενών σχέσεων με τους θεωρούμενους «μικρούς» της Ευρώπης (Ολλανδία, Σουηδία, Φινλανδία, Πορτογαλία). Αυτές οι σχέσεις, καθώς η Διακυβερνητική δείχνει όλο και περισσότερο το «γερμανικό» πρόσωπό της, αρχίζουν να αποδίδουν, με πρώτο παράδειγμα την Ολλανδία.