Από το σχέδιο ενός ανέμελου οικογενειακού ταξιδιού στο άνευ προηγουμένου φιάσκο της αναβολής: αυτή ήταν η πορεία των σχεδιασμών της οικογενείας Κλίντον για μια επίσκεψη στην Ελλάδα.
Ολα ξεκίνησαν μια γκρίζα ημέρα του Μαρτίου του 1996. Η κυρία Χίλαρι Κλίντον επισκεπτόταν την Ελλάδα, ήταν ενθουσιασμένη με όσα είχε δει και πολύ απογοητευμένη που ο καιρός δεν της επέτρεπε να κάνει το ταξίδι που ήθελε στη Σαντορίνη. «Μα γιατί δεν μπορούμε να πάμε έστω για λίγες ώρες;» ήταν το επίμονο ερώτημα προς τον τότε πρέσβη των ΗΠΑ κ. Τομ Νάιλς από την επικεφαλής του γραφείου της κυρίας Κλίντον κυρία Μελάν Βερβέιρ.
Στα τρία χρόνια που μεσολάβησαν από τότε το σχέδιο μιας κοινής επίσκεψης του προέδρου και της κυρίας Κλίντον ανέκυπτε τακτικά σε συζητήσεις με το επιτελείο τους. «Με κάθε ευκαιρία η πρώτη κυρία επανέφερε την ιδέα» αναφέρει τώρα ο πάλαι ποτέ βοηθός του προέδρου κ. Τζορτζ Στεφανόπουλος και προσθέτει: «Το timing δεν ήταν ποτέ σωστό, μία γιατί βρισκόταν στην εξουσία στην Αγκυρα η κυβέρνηση Ερμπακάν και μία γιατί ο κ. Κλίντον είχε τα δικά του προβλήματα στην εσωτερική πολιτική σκηνή».
Οι κκ. Σημίτης και Κλίντον γνωρίστηκαν για πρώτη φορά όταν ο Πρωθυπουργός επισκέφθηκε την Ουάσιγκτον τον Απρίλιο του 1996. Κανένας από τους συνεργάτες του προέδρου δεν μιλάει για μια θερμή σχέση ανάμεσα στους δύο άνδρες. Σύμβουλος του κ. Κλίντον περιγράφει μάλιστα μια μάλλον αστεία σκηνή από την τελευταία συνάντηση των δύο ανδρών στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ για τα 50 χρόνια της Συμμαχίας. «Ο κ. Κλίντον ήθελε να του εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης στην κρίση του Κοσσυφοπεδίου» τόνιζε χαρακτηριστικά, για να προσθέσει: «Επιχείρησε να βάλει το χέρι του στον ώμο του κ. Σημίτη και να του πει μερικά θερμά λόγια. Από την πλευρά του Πρωθυπουργού σας όμως υπήρχε αμηχανία και ένα μάλλον κενό βλέμμα».
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ αναφέρθηκε στην επιθυμία του να έλθει στην Ελλάδα στις συναντήσεις που είχε με τον κ. Σημίτη αλλά και όταν προσκάλεσε τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κωστή Στεφανόπουλο, από τον οποίο απεκόμισε πολύ θερμές εντυπώσεις. Αργά το βράδυ της 9ης Μαΐου 1996, μετά το επίσημο δείπνο στον Λευκό Οίκο, ο κ. Κλίντον κάλεσε λίγους συνεργάτες του, τον κ. Στεφανόπουλο junior, τον σύμβουλο εθνικής ασφαλείας Τόνι Λέικ κ.ά. για ένα ποτό στα ιδιωτικά του διαμερίσμα στον δεύτερο όροφο του κτιρίου. Εκεί τους εξέφρασε την απορία του για το πώς «οι έλληνες πολιτικοί, παρά την ηλικία τους, καταφέρνουν να έχουν τόσο νέες και ωραίες γυναίκες». Ο κ. Κλίντον αναφέρθηκε στην κυρία Δήμητρα Λιάνη που είχε γνωρίσει κατά την επίσκεψη του Ανδρέα Παπανδρέου στην Ουάσιγκτον, αλλά αφορμή για τη μεταμεσονύκτια κουβέντα στάθηκε η νεαρή σύζυγος του τότε υπουργού Εξωτερικών κ. Θεόδωρου Πάγκαλου που καθόταν δίπλα στον κ. Κλίντον κατά το επίσημο δείπνο φορώντας ένα κατά την περιγραφή του προέδρου εκτυφλωτικό φόρεμα.
Στη συζήτηση αυτή, που έμεινε χαραγμένη στη μνήμη των υπολοίπων, ο κ. Κλίντον εξέφρασε για μία ακόμη φορά τη ζωηρή επιθυμία του να πάει στην Ελλάδα.
Χρειάστηκαν ακριβώς τρία χρόνια για να ωριμάσει η ιδέα και να αρχίσει ο σχεδιασμός του προεδρικού ταξιδιού. Αφορμή στάθηκε η προγραμματισμένη συμμετοχή του στη σύνοδο κορυφής του ΟΑΣΕ στην Κωνσταντινούπολη. Ο Λευκός Οίκος άρχισε από το περασμένο καλοκαίρι την προετοιμασία για μια επίσκεψη τριών ή τεσσάρων ημερών στην Ελλάδα και άλλων τόσων στην Τουρκία. Στις συσκέψεις που έγιναν στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας ακούστηκαν διάφορα αστεία, όπως ότι «θα έπρεπε να μείνει δέκα ημέρες στην Τουρκία και επτά στην Ελλάδα, όπως απαιτεί η περιώνυμη αναλογία στην παροχή πολεμικού υλικού στις δύο χώρες».
Η εντολή του προεδρικού ζεύγους προς το επιτελείο τους ήταν σαφής: μια επίσκεψη στην Ελλάδα με πολύ «προσωπικό» χρόνο για τον κ. Κλίντον και την οικογένειά του. Το Νο 2 της πρεσβείας κ. Τέρι Σνελ, που είχε αναλάβει το οργανωτικό κομμάτι της επίσκεψης από τον περασμένο Αύγουστο, είχε προτείνει διήμερο ταξίδι του προεδρικού ζεύγους στα Μετέωρα, στη Βεργίνα και στις Μυκήνες ή στην Πελοπόννησο. Την ίδια στιγμή οι τούρκοι αξιωματούχοι ρωτήθηκαν τι θα επιθυμούσαν σε σχέση με το πρόγραμμα του κ. Κλίντον. Η απάντηση έφθασε μέσω του αμερικανού πρέσβη κ. Μαρκ Πάρις ότι η Αγκυρα «θα ήθελε ο πρόεδρος να προωθήσει τον τουρισμό στην Τουρκία παίζοντας γκολφ στην Αττάλεια…».
Ο κ. Τόνι Μπλίνκεν, ο άνθρωπος που σχεδίαζε την επίσκεψη στις δύο χώρες, πρόσεχε συνεχώς να μην υπάρξουν διακρίσεις προς τη μία ή την άλλη χώρα. Αντήλλασσε μάλιστα συνεχώς φαξ με τον κ. Μπερνς με σχέδια ομιλιών του προέδρου καθώς και με ιδέες για το πρόγραμμα.
Ο αμερικανός πρέσβης ήθελε διακαώς, π.χ., να υπάρξει ένα άτυπο δείπνο του προεδρικού ζεύγους με το πρωθυπουργικό σε μια ταβέρνα. Ο κ. Σημίτης αντέδρασε ψυχρά στην αρχική ιδέα αντιπροτείνοντας ένα κλειστό δείπνο στο Μέγαρο Μαξίμου.
Οσο για τις ομιλίες που θα εκφωνούσε ο κ. Κλίντον, θα ακούγονταν ως «μουσική» στα ώτα της κοινής γνώμης, από τη συγκεκριμένη παρότρυνση για επενδύσεις στην «ανθούσα ελληνική οικονομία» ως την πρόσκληση στους Αμερικανούς να επισκεφθούν την Ελλάδα. Αμερικανοί διπλωμάτες που γνωρίζουν το περιεχόμενο των σχεδίων ομιλίας του προέδρου θεωρούσαν μάλιστα ότι μπορεί να γίνονταν αντικείμενο παρερμηνείας καθώς ήταν εξαιρετικά θετικές και φιλοφρονητικές προς τον ίδιο τον κ. Σημίτη.
Ολα τα παραπάνω κατέστησαν παρελθόν από ένα μοναδικό τηλεφώνημα του κ. Μπερνς προς την κυρία Ολμπραϊτ το μεσημέρι του Σαββάτου 6 Νοεμβρίου. «Ως εκείνη τη στιγμή υπήρχαν γκρίνιες και η απίστευτη αγωνία των υπευθύνων για θέματα ασφαλείας» ανέφερε αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, τονίζοντας όμως ότι «υπήρχε ενθουσιασμός για το ταξίδι». Μετά από την ενημέρωση για την υπαναχώρηση του κ. Σημίτη στις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει όσον αφορά την ασφάλεια του προέδρου, το κλίμα άλλαξε άρδην.
Μια επίσκεψη «λάιτ»
Η επικείμενη επίσκεψη-σκελετός αντιμετωπίζεται τώρα, λίγο ως πολύ, ως αναγκαίο κακό από τον κ. Κλίντον και τους συμβούλους του. Ακόμη και η πατροπαράδοτη επίσκεψη στην Ακρόπολη μοιάζει απομακρυσμένη ενώ καταβάλλονται προσπάθειες να αρχίσει το πρόγραμμα του κ. Κλίντον λίγο νωρίτερα από τις 10.30 π.μ. του Σαββάτου 20 Νοεμβρίου, μήπως και βρεθεί χρόνος για ένα γεύμα Σημίτη-Κλίντον.
Η γύμνια του προγράμματος και η ένδοια συμβολισμού στην προεδρική επίσκεψη θα αντικατοπτρίζουν την καλά συγκεκαλυμμένη δυσφορία του προέδρου.
Το βέβαιον είναι ότι ο κ. Κλίντον σε έναν χρόνο θα ανήκει στα βιβλία της ιστορίας. Η γραφειοκρατία όμως θα παραμείνει στη θέση της, περισσότερο εχθρική και εκδικητική παρά ποτέ έναντι των ελληνικών προσώπων και πραγμάτων (πλην του κ. Γ. Παπανδρέου).
Δεν θα έπρεπε να ήταν αυτή η κατάληξη ενός ταξιδιωτικού… ονείρου που ναυάγησε στο χάσμα επικοινωνίας που μοιάζει να χωρίζει τις δικές μας όχθες από εκείνες του Ατλαντικού· χάσμα που θα κάνει την επόμενη επίσκεψη αμερικανού προέδρου στην Αθήνα να αργήσει για πολλά χρόνια.



