Η ΣΥΝΘΗΚΗ του Μάαστριχτ, με το σύνολο των ρυθμίσεών της, παρά τα κενά, τις ατέλειες και την ατολμία της, σε αρκετά σημεία, συνιστά μια ιστορική πρόκληση για την πολιτική ηγεσία και τους λαούς της Ευρώπης. Η ως τώρα εφαρμογή της Συνθήκης του Μάαστριχτ συνέπεσε με περίοδο οικονομικής ύφεσης και σημαντικής αύξησης της ανεργίας στην Ευρώπη καθώς και διεθνούς νομισματικής αστάθειας.
Οι δυσμενείς αντίκτυποι από τις εξελίξεις αυτές επιδείνωσαν και ενίσχυσαν τις ποικίλες αντιδράσεις που προκάλεσε η εφαρμογή, σε όλες σχεδόν τις χώρες, αυστηρής δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής για την ανταπόκριση στα κριτήρια και τις ανελαστικές προϋποθέσεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ, προς έγκαιρη υιοθέτηση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος.
Η δυσαρέσκεια που προκλήθηκε από όλους αυτούς τους λόγους ενισχύθηκε και έγινε βαθύτερη από την πολεμική και την αντίδραση των ευρωσκεπτικιστών και όλων όσοι από την αρχή ήταν αρνητικοί ή έστω επιφυλακτικοί στη δημιουργία μιας «Ευρωπαϊκής Ενωσης» κάποιας ομοσπονδιακής μορφής και μάλιστα μέσα στο σύντομο χρονοδιάγραμμα της Συνθήκης του Μάαστριχτ.
Το έργο της Διακυβερνητικής Διάσκεψης είναι δύσκολο, κρίσιμο και καθοριστικό του μέλλοντος της «Ευρωπαϊκής Ενωσης», των κρατών – μελών της και των υποψηφίων για προσχώρηση κρατών.
Η ηγεσία των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ευρίσκεται ενώπιον πολιτικών και κοινωνικών πιέσεων από αρκετές πλευρές και τάσεων ανασχετικών ή χαλαρωτικών της προσπάθειας που χρειάζεται να ολοκληρωθεί για τη δημιουργία, μέσα σε σύντομο χρόνο, μιας «Ευρωπαϊκής Ενωσης» οικονομικά ισχυρής, με το δικό της κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και πολιτικά συνεκτικής και αποτελεσματικής στη διεθνή σκηνή.
Στις πιέσεις και τις τάσεις αυτές οι ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να αντισταθούν και με πλήρη συναίσθηση της ευθύνης των έναντι των λαών της Ευρώπης, με διορατικότητα, χωρίς παλινδρομήσεις και μικροπολιτικές σκοπιμότητες και συμβιβασμούς, πρέπει να παραμερίσουν τον πειρασμό ξεπερασμένων μορφών και σχημάτων χαλαρών μορφών συνεργασίας, διακυβερνητικού μάλλον χαρακτήρος, που αποτελούν οπισθοδρόμηση.
Πρέπει με δημιουργική φαντασία, με ισχυρή βούληση, με ειλικρίνεια, να προχωρήσουν στη δημιουργία το συντομότερο δυνατόν μιας Ευρωπαϊκής Ενωσης συνεκτικής, αποτελεσματικής, οικονομικά και πολιτικά ισχυρής στον σύγχρονο κόσμο. Ειδικότερα, ως προς την οικονομική και νομισματική ένωση πρέπει με σωφροσύνη, με κοινωνική ευαισθησία, με ρεαλισμό και με πολιτικό θάρρος να προχωρήσουν στην υιοθέτηση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα της Συνθήκης του Μάαστριχτ, βελτιωμένου ίσως μόνο με παραδεκτές, λογικές, υποβοηθητικές της εφαρμογής του, ευελιξίες και προσαρμογές.
Η βέβαιη, σύντομη υιοθέτηση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος δεν πρέπει να τεθεί σε αμφιβολία, με αναβολές, γιατί αποτελεί, ως επιστέγασμα της οικονομικής ένωσης το θεμέλιο της οικοδόμησης και μιας ισχυρής πολιτικής ένωσης, η οποία θα ενώσει στενά στους κόλπους της τους ευρωπαϊκούς λαούς, με την κοινή ιστορική πολιτισμική παράδοση και θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της νέας χιλιετίας που αρχίζει, να επιβιώσει μακροχρόνια και να διασφαλίσει στους ευρωπαϊκούς λαούς την ειρήνη, τη δημοκρατία και την ελευθερία.
Αν η Ευρωπαϊκή Ενωση, στη μορφή που σκιαγραφήθηκε, την οποία και επιθυμούν στη συντριπτική πλειονότητά τους οι ευρωπαϊκοί λαοί, δεν γίνει πραγματικότητα στο συντομότερο χρονικό διάστημα, τότε τα ως σήμερα επιτεύγματα θα χαθούν, η σημερινή Ευρωπαϊκή Ενωση θα χαλαρώσει, θα αποδυναμωθεί προοδευτικά, θα αποσυντεθεί και τελικά θα οδηγηθεί στη διάλυση.
Οι ευρωπαϊκοί λαοί θα ξαναρχίσουν τους ανταγωνισμούς, τις αντιπαραθέσεις και τους μεταξύ τους πολέμους. Η Ευρώπη θα περιθωριοποιηθεί στον σύγχρονο κόσμο και μακροχρόνια θα παρακμάσει, οι λαοί της θα υποβαθμισθούν και θα πληρώσουν το κόστος της μη «Ενωμένης Ευρώπης».
Ο κ. Γεώργιος Λ. Κοντογεώργης είναι τέως υπουργός και επίτροπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.



