Αν το Παρίσι είναι για τον χορό η βέβαιη πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης αφήνοντας πίσω του το Λονδίνο και το Βερολίνο, και η γαλλική επαρχία δεν έχει τίποτε να ζηλέψει αφού ζει μιαν άνευ προηγουμένου άνθηση, με πρώτη τη τάξει τη Λυών. Στην παράδοση που τη θέλει να δίνει τα περισσότερα χρήματα για την κουλτούρα, με ένα σημαντικό Μπαλέτο της Οπερας αλλά και το Σπίτι του Χορού με τις διάσημες Μπιενάλε που οργανώνει, έρχεται να προστεθεί ένα ακόμη Χορογραφικό Κέντρο, το 19ο στη γαλλική επικράτεια, με έδρα τα προάστια της Λυών, υπό την διεύθυνση της Μαγκί Μαρέν. Αλλη μία απόδειξη της βούλησης της πολιτείας για πολιτιστική αποκέντρωση.
Στο Παρίσι μπορεί κανείς να ανακαλύψει τα πολλά πρόσωπα του χορού, όταν ο κλασικός συναντά τον σύγχρονο χορό και αυτός την κουλτούρα των υποβαθμισμένων προαστίων της γαλλικής πρωτεύουσας: από το Palais Garnier, συνώνυμο του κλασικού μπαλέτου γαλλικής υπηκοότητας, ως το Theatre de la Ville, που συμβαδίζει με την περιπέτεια του σύγχρονου χορού, αλλά και ως τη δυναμική ενός φεστιβάλ χιπ-χοπ στο Πάρκο της Villette ή στο Σιγκάλ. Διαχρονικές αξίες
Σε κάθε παράσταση αμιγώς κλασικού ρεπερτορίου από το Μπαλέτο της Οπερας του Παρισιού, όταν μάλιστα λαμβάνει χώρα στη μαγική πρόσφατα ανακαινισμένη Οπερα Garnier, μπορεί κανείς να πιστοποιήσει τη διαχρονική αξία του κλασικού μπαλέτου και τη νεότητα μιας σχολής ηλικίας 336 χρόνων. Στην πρόσφατη αναβίωση της αυθεντικής «Ζιζέλ» τον Φεβρουάριο του 1998 η γνωστή ρομαντική ιστορία του Γκοτιέ, που χρονολογείται από το 1841 σε χορογραφία των Κοραλί – Περό και στη βερσιόν Πετιπά, με το αξεπέραστο σκηνικό του Αλεξάντρ Μπενουά , για τον άτυχο έρωτα της χωριατοπούλας Ζιζέλ με τον ευγενή Αλμπρεχτ, ήταν τόσο άψογα ανεβασμένη και χορευμένη που σε παρέσυρε ανεπαισθήτως στη μαγεία της.
Με τους Ιζαμπέλ Γκιερέν και Λοράν Ιλέρ etoiles του Μπαλέτου στους κεντρικούς ρόλους ως ιδεώδεις ερμηνευτές, την επίσης εξαιρετική Ντελφίν Μουσέν στον ρόλο της βασίλισσας των Γουίλις και ένα υποδειγματικό corps de ballet με χορευτές ηλικίας 25 ετών κατά μέσον όρο, η «Ζιζέλ» μπόρεσε να αποκαταστήσει τη φήμη της ως αριστούργημα του ρομαντικού μπαλέτου. Και βεβαίως μη φαντασθείτε ότι στο Μπαλέτο της Οπερας του Παρισιού επιδίδονται μόνο σε συντήρηση αριστουργημάτων του παρελθόντος. Οπως χαρακτηριστικά δηλώνει η Μπριζίτ Λεφέβρ, διευθύντρια χορού στην Οπερα του Παρισιού, «είμαστε ένα εργαστήρι μιας τέχνης ζωντανής με ένα ρεπερτόριο που δεν κλείνει τα μάτια στον μοντερνισμό, επιδιώκοντας τη σύγκλιση παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος».
Σε ένα ρεπερτόριο που συνεχώς διευρύνεται εναλλάσσοντας επαναλήψεις και δημιουργίες συναντά κανείς κλασικούς, νεοκλασικούς και σύγχρονους χορογράφους: από τους Πετιπά, Φοκίν, Νιζίνσκι, Μπαλανσίν, Τζέρομ Ρόμπινς, Ρολάν Πετί ως τον Χοσέ Λιμόν, τον Πολ Τέιλορ, τον Γίρι Κίλιαν και την Πίνα Μπάους ενώ η λίστα συνεχίζεται με παραγγελίες στους Ντομινίκ Μπαγκουέ, Λουσίντα Τσάιλντς, Λαρ Λούμποβιτς και πολλούς ακόμη.
Καθώς λοιπόν τα πάντα αλλάζουν, ο σύγχρονος χορός, καρπός των νέων κοινωνικών δεδομένων, γνωρίζει μια νέα άνθηση στη Γαλλία δημιουργώντας τα τελευταία 20 χρόνια το κίνημα του «νέου γαλλικού χορού». Και το κράτος σπεύδει να συνδράμει αυτή την άνθηση με μοναδική υποστήριξη οικονομική και θεσμική: θέατρα για τον χορό, φεστιβάλ ειδικευμένα, 19 χορογραφικά κέντρα, στα οποία τίθενται επικεφαλής οι σημαντικότεροι χορογράφοι.
Ο Ζεράρ Βιολέτ, από το 1985 διευθυντής του Theatre de la Ville, αυτή ακριβώς την περιπέτεια υπερασπίζεται με θέρμη από τη δική του πλευρά: «Εν μέσω ένδειας χώρων κατάλληλων να στεγάσουν ένα ογκούμενο κύμα χορογράφων στο Παρίσι, το Theatre de la Ville ήταν η ιδεώδης λύση. Εκτοτε μένω πιστός στην αρχική συνταγή: σταθερές αγάπες αλλά και νέα ονόματα στον προγραμματισμό Ανν Τερέζα ντε Κίρσμεϊκερ, Γιόζεφ Νατζ, Πίνα Μπάους, αρκετοί γάλλοι αλλά και βέλγοι χορογράφοι και διαφορετικές τάσεις, με την ποιότητα κοινό παρονομαστή των επιλογών». Η κουλτούρα του σώματος
Κανένας δεν μπορεί να αντισταθεί σε αυτή τη σύγχρονη κουλτούρα του σώματος όπου κάθε κοινωνική ομάδα έχει το δικό της μερίδιο. Σχεδόν προφητικά ο Μπεζάρ έλεγε ότι ο χορός θα είναι η τέχνη του 20ού αιώνα, σαν να διαισθανόταν αυτό το κύμα που θα δημιουργούσε η έγχρωμη νεολαία με το ραπ, το χιπ-χοπ και τα γκράφιτι. Ο χορός παίρνει τη ρεβάνς μέσα από απρόβλεπτες διαδρομές καθώς τα παιδιά των γκέτο που θα κατέληγαν ντίλερ ή μπασκετμπολίστες στην καλύτερη περίπτωση γίνονται χορογράφοι. Ο dj ανεβαίνει πρώτος στη σκηνή και στα πλατό με ήχους ραπ και έτσι αρχίζει η προθέρμανση ενός ακροατηρίου που δεν χρειάζεται και πολλά για να «μπει στον χορό». Νεαρά παιδιά του λυκείου, το πολύ τελειόφοιτοι, με τη δέουσα αμφίεση περιμένουν εναγωνίως τα είδωλά τους. Οι βόρειες συνοικίες αλλά και τα περισσότερα προάστια στις πόρτες του Βόρειου Παρισιού διαθέτουν τη δική τους ερασιτεχνική, ενίοτε περισσότερο επαγγελματική, ομάδα χορού χιπ-χοπ. Τα όρια πάντως είναι δυσδιάκριτα καθώς οι επιμειξίες χορογραφημένων ή απλά δεξιοτεχνικών κομματιών δίνουν και παίρνουν. Το χιπ-χοπ παίρνει τη μορφή επιδημίας όχι μόνο ανάμεσα στους νέους. Είναι ορατές οι επιδράσεις στο σώμα του έντεχνου χορού. Ο Ζοζέ Μονταλβό, π.χ., που ανέλαβε πρόσφατα το Χορογραφικό Κέντρο της Κρετέιγ, παντρεύει στοιχεία χιπ-χοπ και αφρικανικού χορού με το δικό του ιδίωμα ή ένα άλλο παριζιάνικο γκρουπ με χορευτές από τη Σρι Λάνκα αναμειγνύει ινδικούς χορούς με το χιπ-χοπ. Και οι πολυπολιτισμικές επιμειξίες δεν έχουν τέλος. Τι συμβαίνει στη Λυών
«Να γιατί ο χορός θα είναι κυρίως η τέχνη του 21ου αιώνα» επισημαίνει ακόμη πιο αισιόδοξος ο Γιώργος Λούκος από τη Λυών, όπου καταλήγει και το μικρό αυτό οδοιπορικό. Το Μπαλέτο της Εθνικής Οπερας της Λυών, που μας είναι ήδη γνώριμο από τις παραστάσεις του στο Μέγαρο Μουσικής, παρουσίασε μια βραδιά αποκλειστικά αφιερωμένη στον Γίρι Κίλιαν, λίγο προτού ξεκινήσει για μια τουρνέ σε Αυστραλία – Νέα Ζηλανδία. Η ευφυής συνταγή που θέλει κλασικούς χορευτές σε μια ομάδα μοντέρνου ρεπερτορίου ιδέα που βρίσκει εύφορο έδαφος στα σημερινά δεδομένα και εντέλει πολλούς μιμητές αποδεικνύεται ιδεώδης για το ύφος του μεγάλου τσέχου χορογράφου. Σε μια βραδιά που περιελάμβανε το διάσημο «Stamping Ground», το «Sechs Taenze», ένα ευφυές και σαρκαστικό σχόλιο της εποχής που ο Μότσαρτ συνέθετε τις υπέροχες μουσικές του, αλλά και το αριστουργηματικό «Petite Mort», συνειδητοποιούσα για μία ακόμη φορά την υπέρτατη μουσικότητα του ανδρός αλλά και το πόσο έχουν αφομοιώσει την ιδιαιτερότητα ενός στυλ οι χορευτές του Μπαλέτου της Λυών. Σίγουρα ο Κίλιαν θα είχε μείνει απολύτως ικανοποιημένος για το αποτέλεσμα!
Πάντως τον Ιούνιο ο Γ. Λούκος καλεί το ίδιο το NDT 1 να παρουσιάσει στην Οπερα της Λυών νέο έργο για ολόκληρη βραδιά με την υπογραφή του χορογράφου και διευθυντή του. Ξανά λοιπόν ο Κίλιαν στη Λυών και η επάνοδός του συναρπάζει καθώς πρόκειται για τη μοναδική περίπτωση δημιουργού με ανεξάντλητα αποθέματα ευρηματικότητας και φαντασίας, που δεν επαναλαμβάνεται γιατί δεν έγινε ποτέ ακαδημαϊκός.
Οσο για το Σπίτι του Χορού στην ίδια πόλη, με επικεφαλής τον Γκυ Νταρμέ, ετοιμάζει για τον Σεπτέμβριο την 8η κατά σειρά Μπιενάλε, αφιερωμένη στη Μεσόγειο, με σημαντικές ελληνικές συμμετοχές. Θα επανέλθουμε όμως διεξοδικότερα.



