Ο Βενιαμίν Ντισραέλι γεννήθηκε στο Λονδίνο. Ο πατέρας του, Ισαάκ Ντ’ Ισραέλι, ήταν συγγραφέας και καταγόταν από εβραΪκή οικογένεια της Βενετίας που είχε μεταναστεύσει στην Αγγλία γύρω στο 1750. Θέλοντας να προφυλάξει τα τέσσερα παιδιά του – τη Σάρα, τον Βενιαμίν, τον Ραφαήλ και τον Ιάκωβο – από τον αγγλικό αντισημιτισμό, ο Ισαάκ Ντ’ Ισραέλι το 1817 τα βάπτισε χριστιανούς. Επίσης απλοποίησε τη γραφή του επωνύμου των παιδιών του από «Ντ’ Ισραέλι» σε «Ντισραέλι».



Ο Βενιαμίν μεγάλωσε σε πνευματικά καλλιεργημένο περιβάλλον και τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του σε ιδιωτικά σχολεία. Στα 17 του μπήκε μαθητευόμενος σε δικηγορικό γραφείο αλλά τελικά προτίμησε να περάσει τα πρώτα χρόνια της νιότης του ταξιδεύοντας στην Ευρώπη και στην Ανατολή με τα χρήματα του πατέρα του, κάνοντας αποτυχημένες επενδύσεις και γράφοντας ρομαντικά μυθιστορήματα τα οποία, μολονότι οι κριτικοί τα υποδέχτηκαν πολύ αρνητικά, του επέφεραν αρκετά έσοδα και κυρίως τον έκαναν γνωστό στην καλή κοινωνία.


Οι δυσκολίες της πολιτικής


Στο πατρικό του σπίτι η πολιτική εθεωρείτο ανιαρή ενασχόληση αλλά ο Βενιαμίν στα 26 χρόνια του προσπάθησε να εκλεγεί βουλευτής με το κόμμα των Ουίγων. Το κατόρθωσε μόνο ύστερα από επτά χρόνια με το κόμμα των Τόρηδων. Οι συνάδελφοί του στη Βουλή των Κοινοτήτων το 1837 υποδέχτηκαν τον παρθενικό του λόγο με απαξιωτικά σχόλια. Ο Ντισραέλι αναγκάστηκε να διακόψει τον λόγο του αλλά, προτού καθήσει στο έδρανό του, είπε την προφητική φράση: «Μολονότι τώρα κάθομαι, θα έρθει η στιγμή όπου θα με ακούτε».


Πράγματι δεν πέρασε πολύς καιρός και οι λόγοι του Ντισραέλι ακούγονταν με μεγάλη προσοχή στη Βουλή των Κοινοτήτων. Ο Ντισραέλι κατόρθωσε να κάμψει ακόμη και τον αντισημιτισμό των Αγγλων – τουλάχιστον ως προς τον εαυτό του – απαντώντας σε κάποιον βουλευτή ο οποίος τον κατηγόρησε για την εβραϊκή καταγωγή του: «Ναι, είμαι Εβραίος, αλλά όταν οι πρόγονοι του αξιότιμου αυτού κυρίου ήταν άγριοι σε κάποιο άγνωστο νησί, οι δικοί μου ήταν ιερείς στον Ναό του Σολομώντος».


Το 1839 ο Ντισραέλι παντρεύτηκε την πλούσια χήρα Μαίρη Ανν Γουίντχαμ Λιούις, η οποία ήταν δώδεκα χρόνια μεγαλύτερή του. Με τον γάμο αυτόν ο Ντισραέλι τόνωσε το κοινωνικό του γόητρο και μολονότι στην πρώτη νιότη του είχε διάφορες διαβόητες ερωτικές σχέσεις, μετά τον γάμο του έμεινε απόλυτα πιστός στη σύζυγό του.


Φιλολαϊκή στάση


Με τη μεγάλη νίκη των Συντηρητικών στις εκλογές του 1841 ο Ντισραέλι περίμενε ότι θα έμπαινε στην κυβέρνηση. Ωστόσο ο πρωθυπουργός Ρόμπερτ Πιλ τον άφησε να κάθεται στα πίσω πίσω έδρανα. Θυμωμένος ο Ντισραέλι άρχισε την κριτική των Τόρηδων εκ των έσω και συνέπραξε στη συγκρότηση του κινήματος της «Νέας Αγγλίας», μιας φράξιας των Τόρηδων που υποστήριζε ότι η μεσαία τάξη, έχοντας πλέον αποκτήσει μεγάλη πολιτική δύναμη, θα έπρεπε να συμμαχήσει τόσο με την αριστοκρατία όσο και με την εργατική τάξη.


Ο Ντισραέλι πρέσβευε ότι η αριστοκρατία όφειλε να βοηθήσει τις φτωχότερες οικονομικά τάξεις. Αυτή την πολιτική του φιλοσοφία ο Ντισραέλι, ο οποίος συνέχισε να συγγράφει καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, την εξέφρασε και με τρία μυθιστορήματα: Κόνινγκσμπι (1844), Σίβυλλα (1845) και Ταγκρέδος (1847). Στα βιβλία αυτά οι ήρωες εμφανίζονται ευαίσθητοι απέναντι στη φτώχεια και στην αδικία. Ο Ντισραέλι κατηγορούσε το κράτος και τον κλήρο ότι άφηναν τα λαϊκά στρώματα εντελώς αβοήθητα.


H ανάδειξη του Ντισραέλι μέσα στο Κοινοβούλιο προήλθε από την απόφαση της κυβέρνησης των Συντηρητικών, σε συμμαχία με μια μερίδα της αντιπολίτευσης, να ανακαλέσει τους Νόμους περί Σιτηρών, οι οποίοι προστάτευαν τους αγρότες από την εισαγωγή φθηνών αγροτικών προϊόντων. Αφορμή της ανάκλησης ήταν η καταστροφή της εσοδείας της πατάτας το 1845 στην Ιρλανδία που είχε ως αποτέλεσμα να πλήξει λιμός το νησί. H αγγλική κυβέρνηση πίστευε ότι με την εισαγωγή φθηνών σιτηρών από την Αμερική η τιμή του ψωμιού θα μειωνόταν και οι Ιρλανδοί θα μπορούσαν να τραφούν. Ο Ντισραέλι αντίθετα θεωρούσε ότι με τον τρόπο αυτόν ενισχύονταν οι έμποροι σε βάρος των αγροτών. Μολονότι τελικά ο Ντισραέλι έχασε τη μάχη των «σιτηρών» και οι νόμοι ανακλήθηκαν, κέρδισε τον πόλεμο εναντίον του αντιπάλου του Πιλ ο οποίος αναγκάστηκε να παραιτηθεί.


Επιτέλους πρωθυπουργός


H πρώτη συμμετοχή του Ντισραέλι σε κυβερνητικό σχήμα ήταν το 1852 όταν στη βραχύβια κυβέρνηση των Συντηρητικών ορίστηκε υπουργός των οικονομικών. Μολονότι, όπως δήλωσε ο ίδιος, δεν είχε ιδέα από οικονομικά, έκανε προτάσεις για προστατευτικούς νόμους της αγροτικής παραγωγής. Από την περίοδο αυτή ξεκινάει η κοινοβουλευτική αντιπαλότητα του Ντισραέλι με τον φιλελεύθερο Γουλιέλμο Γλάδστωνα, η οποία κράτησε τριάντα ολόκληρα χρόνια.


Το 1858 και το 1867 ο Ντισραέλι ξανάγινε υπουργός των οικονομικών και υποστήριξε σθεναρά την ψήφιση του νόμου για την κοινοβουλευτική μεταρρύθμιση (1867), με τον οποίον δόθηκε δικαίωμα ψήφου σε μεγάλες ομάδες εργατών των αστικών κέντρων και σε μικρούς γαιοκτήμονες. Ο νόμος αυτός έκανε πολύ δημοφιλή τον Ντισραέλι στα μεσαία και στα κατώτερα στρώματα του πληθυσμού αλλά οι πλούσιοι γαιοκτήμονες στράφηκαν εναντίον του.


Το 1868 ο Ντισραέλι έγινε πρωθυπουργός αλλά για πολύ λίγο. Οι Φιλελεύθεροι με αρχηγό τον Γλάδστωνα κατόρθωσαν να ρίξουν την κυβέρνηση των Συντηρητικών. Εξι χρόνια πέρασαν ώσπου ο Ντισραέλι να μπορέσει να ξαναπάρει την πρωθυπουργία από τον Γλάδστωνα. Και αυτή τη φορά παρέμεινε πρωθυπουργός ως το 1878.


Κατά τη δεύτερη πρωθυπουργία του ο Ντισραέλι ακολούθησε δυναμική εξωτερική πολιτική θέλοντας να τονώσει το γόητρο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. H πρώτη του επιτυχία ήταν η αγορά των μετοχών της Εταιρείας της Διώρυγας του Σουέζ. Ο πολυέξοδος χεδίβης της Αιγύπτου Ισμαήλ Πασάς, κάτοχος του 50% σχεδόν των μετοχών της Διώρυγας, αναζητούσε εναγωνίως αγοραστή. Το έμαθε αυτό ο Ντισραέλι και αγόρασε τις μετοχές με χρήματα της οικογενείας Ρόθτσιλντ ώσπου το Κοινοβούλιο να εγκρίνει την αγορά. Στη συνέχεια, με νόμο που πρότεινε ο Ντισραέλι, το Κοινοβούλιο απένειμε τον τίτλο της Αυτοκράτειρας των Ινδιών στη Βασίλισσα Βικτωρία, και αυτή με τη σειρά της, για να τον ανταμείψει, τον έκανε κόμη του Μπίκονσφιλντ.


Ρώσοι και Τούρκοι


Ως τιτλούχος πλέον ο Ντισραέλι πέρασε στη Βουλή των Λόρδων και, ενώ εξακολουθούσε να είναι πρωθυπουργός, έγινε ταυτόχρονα και πρόεδρος της Βουλής των Λόρδων.


Παράλληλα με τη μέριμνά του να ψηφιστούν μια σειρά από νόμοι οι οποίοι ανακούφιζαν σημαντικά την ταλαίπωρη αγγλική εργατική τάξη, όπως οι περί υγείας, στέγασης, συνδικάτων και σχέσεων εργοδοτών και εργαζομένων, ο Ντισραέλι το 1878 είχε μία ακόμη επιτυχία στην εξωτερική πολιτική.


Στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78 ο Ντισραέλι στάθμισε ότι το συμφέρον της Αγγλίας ήταν η υπεράσπιση της ετοιμοθάνατης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ακόμη και παρά το γεγονός ότι η Ρωσία πολεμούσε κατά της Τουρκίας με λάβαρο την απελευθέρωση των υποδούλων χριστιανών των Βαλκανίων. Ετσι στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878 ο Ντισραέλι πέτυχε την αναχαίτιση της ρωσικής επέκτασης προς την Τουρκία και σε αντάλλαγμα ο Σουλτάνος επέτρεψε στην Αγγλία να «βάλει πόδι» στην Κύπρο.


Στις εκλογές του 1880 οι Φιλελεύθεροι νίκησαν τους Συντηρητικούς και, όταν ο Γλάδστων έγινε πρωθυπουργός, ο Ντισραέλι αποφάσισε να εγκαταλείψει την πολιτική και να αφοσιωθεί στη συγγραφή των μυθιστορημάτων του. Υστερα όμως από την έκδοση του Ενδυμίωνα το 1880, ο Ντισραέλι αρρώστησε βαριά και πέθανε στις 19 Απριλίου του 1881. H Βασίλισσα Βικτωρία ήταν απαρηγόρητη που είχε χάσει τον αγαπημένο της πρωθυπουργό.


KEIMENA: ΙΩΑΝΝΑ ΖΟΥΛΑ