Σε έναν παγκόσμιο χάρτη που είναι αναρτημένος στην ιστοσελίδα της Εθνικής Φρουράς των ΗΠΑ, η Ελλάδα εμφανίζεται πλέον με κόκκινο χρώμα και την ένδειξη «TBD» («To be decided» ή «determined», υπό καθορισμό). Με αυτό τον τρόπο καταγράφεται η νέα θέση της στο αμερικανικό Πρόγραμμα Συνεργασίας Πολιτειών (State Partnership Program – SPP). Η αλλαγή αποτυπώνει την απόφαση για την ένταξη της χώρας μας στη λίστα των ευρωπαϊκών κρατών που συμμετέχουν στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στην Εθνοφρουρά μιας αμερικανικής Πολιτείας να αναπτύξει μακροχρόνια συνεργασία με τις Ενοπλες Δυνάμεις μιας ξένης χώρας.
Το SPP λειτουργεί ως εργαλείο στρατιωτικής και θεσμικής συνεργασίας, με έμφαση όχι μόνο στην άμυνα αλλά και στην πολιτική προστασία, τη διαχείριση κρίσεων και την ανταλλαγή τεχνογνωσίας σε θέματα ασφάλειας. Η ένδειξη «TBD», ωστόσο, δείχνει ότι παραμένει ανοικτό το επόμενο κρίσιμο βήμα. Αυτό δεν είναι άλλο από την επίσημη επιλογή της Πολιτείας που θα αποτελέσει τον βασικό εταίρο της Ελλάδας στο πρόγραμμα.
Προβάδισμα για την «ηλιόλουστη Πολιτεία»
Σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος», προβάδισμα για τη συνεργασία με την Ελλάδα φαίνεται να έχει η αποκαλούμενη στις ΗΠΑ «ηλιόλουστη Πολιτεία». Πρόκειται για τη Φλόριντα, η οποία αναμένεται να αναλάβει τον ρόλο του βασικού εταίρου της χώρας μας στο πλαίσιο του SPP. Η επιλογή της Πολιτείας δεν αποτελεί απόφαση της ελληνικής πλευράς. Τον τελικό λόγο έχει το National Guard Bureau (NGB), η ομοσπονδιακή δομή που συντονίζει την Εθνοφρουρά σε όλες τις Πολιτείες, λειτουργώντας ως κοινή διοικητική αρχή υπό το αμερικανικό υπουργείο Πολέμου. Ο διοικητής του NGB είναι μέλος του Γενικού Επιτελείου και σύμβουλος του προέδρου, του υπουργού Πολέμου και του συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας σε ζητήματα που αφορούν την Εθνοφρουρά.
Στο διάστημα που μεσολάβησε, η Ελλάδα έγινε «μήλο της έριδος» για αρκετές Πολιτείες, οι οποίες επιδίωξαν να εξασφαλίσουν τη συνεργασία για τη δική τους Εθνοφρουρά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το ενδιαφέρον αυτό εκδηλώθηκε και δημόσια. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Τενεσί, όπου στις 11 Δεκεμβρίου οι γερουσιαστές Μάρσα Μπλάκμπερν και Μπιλ Χάγκερτι ένωσαν τις φωνές τους με τον κυβερνήτη για να ζητήσουν επισήμως από το NGB να ανατεθεί στην Εθνοφρουρά του Τενεσί η συνεργασία με την Ελλάδα.
Η πιθανή επιλογή της Φλόριντα δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες Πολιτείες των ΗΠΑ που έχει ειδικό βάρος. Ακόμα και αν πλέον δεν θεωρείται αμφίρροπη (swing state), η Φλόριντα διατηρεί ισχυρή επιρροή στην κεντρική πολιτική σκηνή λόγω μεγέθους, εκπροσώπησης και πολιτικού εκτοπίσματος. Αυτό αποτυπώνεται και στο Κογκρέσο, καθώς εκλέγει μεγάλο αριθμό μελών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και δύο γερουσιαστές, με παρουσία σε νευραλγικές επιτροπές που αφορούν την άμυνα, τις εξωτερικές υποθέσεις και τον προϋπολογισμό. Παράλληλα, η Φλόριντα διαθέτει μια από τις ισχυρότερες οικονομίες στις ΗΠΑ. Αν αποτελούσε ανεξάρτητη χώρα, θα συγκαταλεγόταν μεταξύ των μεγαλύτερων οικονομιών παγκοσμίως. Τομείς όπως η αμυντική βιομηχανία, η αεροδιαστημική, τα λιμάνια, η ναυτιλία και ο τουρισμός συνδέονται άμεσα με πεδία όπου η Ελλάδα αναπτύσσει ήδη στρατηγικά συμφέροντα.
Η σημασία της Φλόριντα αποκτά ιδιαίτερο βάρος και στη σημερινή πολιτική συγκυρία. Η Πολιτεία αποτελεί πλέον έναν από τους βασικούς πυρήνες επιρροής γύρω από τον Ντόναλντ Τραμπ, με το Μαρ-α-Λάγκο να λειτουργεί τα τελευταία χρόνια ως άτυπο πολιτικό κέντρο και σημείο συνάντησης σημαντικών δωρητών και κομματικών στελεχών. Από τη Φλόριντα προέρχεται επίσης η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Σούζι Γουάιλς, ενώ στην ίδια Πολιτεία εκλεγόταν και ο υπουργός Εξωτερικών και εκτελών χρέη συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Μάρκο Ρούμπιο. Μάλιστα, δεν πέρασε απαρατήρητο ότι, κατά την πρόσφατη επίδοση των διαπιστευτηρίων του νέου έλληνα πρέσβη Αντώνη Αλεξανδρίδη στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε αναφορά στη στήριξη που λαμβάνει από την ελληνοαμερικανική κοινότητα, με ειδική μνεία στη Φλόριντα.
Ξεχωριστή σημασία έχει και η παρουσία της ομογένειας. Η εκπροσώπηση της Πολιτείας στο Κογκρέσο περιλαμβάνει τον Γκας Μπιλιράκη, πρόεδρο της Ομάδας Ελληνικών Υποθέσεων στη Βουλή, καθώς και τους νεότερους βουλευτές Τζίμι Πατρώνη και Μάικ Χαριδόπουλο, των οποίων την υποψηφιότητα στήριξε ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ. Παράλληλα, ο γερουσιαστής Ρικ Σκοτ, πρώην κυβερνήτης της Φλόριντα, διατηρεί στενούς δεσμούς με την ελληνοαμερικανική κοινότητα.
Τα οφέλη για την Ελλάδα από το SPP
Η ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα έρχεται σε μια περίοδο όπου οι αμερικανικές Ενοπλες Δυνάμεις εμφανίζουν τάσεις αναπροσαρμογής της παρουσίας τους στην Ευρώπη. Για την Αθήνα, εύλογα γεννάται το ερώτημα ποια είναι η πρακτική χρησιμότητα ενός τέτοιου προγράμματος, δεδομένου ότι η Ελλάδα είναι ήδη μέλος του ΝΑΤΟ, διαθέτει ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αμυντική συνεργασία με τις ΗΠΑ και δεν αντιμετωπίζει ζητήματα διαλειτουργικότητας. Η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται περισσότερο στη λογική της στρατιωτικής διπλωματίας παρά σε καθαρά επιχειρησιακές ανάγκες.
Σε ένα πρώτο επίπεδο, το πρόγραμμα διευρύνει τις δυνατότητες για διμερείς ασκήσεις. Αμερικανικές μονάδες της Εθνοφρουράς θα μπορούν να εκπαιδεύονται στην Ελλάδα, ενισχύοντας το αμερικανικό αποτύπωμα στην περιοχή, ενώ ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις θα αποκτούν συχνότερη παρουσία στις ΗΠΑ μέσα από κοινές δραστηριότητες με την Εθνική Φρουρά. Το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι ο διμερής χαρακτήρας αυτών των συνεργασιών. Σε αντίθεση με τις μεγάλες νατοϊκές ασκήσεις, όπου η συνεργασία είναι πολυμερής, το SPP δημιουργεί πιο σταθερά διμερή σχήματα, επιτρέποντας την ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων και δικτύων μεταξύ στελεχών, κάτι που θεωρείται κρίσιμο στη λογική της αμυντικής διπλωματίας. Τα πλεονεκτήματα δεν σταματούν εκεί. Το πρόγραμμα θα δημιουργήσει έναν μόνιμο δεσμό με τις πολιτικές αρχές μιας συγκεκριμένης Πολιτείας. Οπως είναι γνωστό, οι κυβερνήτες των Πολιτειών αλλά και γερουσιαστές συχνά εξελίσσονται σε πρόσωπα με επιρροή σε εθνικό επίπεδο ή ακόμη και υποψηφίους για τον Λευκό Οίκο. Επίσης, το Κογκρέσο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ιδίως δε με την εποπτεία που ασκεί σε εξοπλιστικά ζητήματα.
Η Αθήνα τα τελευταία χρόνια έχει αντιληφθεί πώς «παίζεται» το παιχνίδι στην Ουάσιγκτον και έχει επενδύσει συστηματικά στη σχέση με το Κογκρέσο. Αυτή η προσπάθεια έχει παραγάγει καρπούς, καθώς σε πολλές περιπτώσεις οι αμερικανοί νομοθέτες έχουν επηρεάσει τη στάση της γραφειοκρατίας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Λευκού Οίκου σε ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος. Υπό αυτή την έννοια, η συμμετοχή στο SPP προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο πολιτικής διασύνδεσης με τους εκπροσώπους μιας ισχυρής Πολιτείας.
Ο ρόλος της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ
Η ένταξη μιας χώρας στο SPP δεν είναι συνήθως γρήγορη διαδικασία. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το αίτημα είχε υποβληθεί πριν από σχεδόν έναν χρόνο, ακολουθώντας τη θεσμική οδό. Στις 13 Νοεμβρίου 2025 η πρέσβειρα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ ανακοίνωσε δημόσια ότι ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ ενέκρινε την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα, υπογραμμίζοντας ότι η νέα σχέση με την Εθνοφρουρά θα επεκτείνει τη συνεργασία και την κοινή εκπαίδευση των δύο πλευρών.
Σύμφωνα με πηγές με γνώση των διαβουλεύσεων, η ολοκλήρωση της διαδικασίας επισπεύσθηκε κατά περίπου τρεις μήνες, έπειτα από παρέμβαση της ίδιας. Οπως αναφέρεται, αξιοποιήθηκαν επαφές σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο, ενώ ρόλο φέρεται να διαδραμάτισε και η προσωπική της σχέση με τον Χέγκσεθ, γεγονός που συνέβαλε στην υπέρβαση γραφειοκρατικών καθυστερήσεων.






