Μπορούμε μέσω της αντιγραφής και της αναπαράστασης να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο; Είναι η αντιγραφή πρωτότυπη δημιουργία; Οταν τις ερωτήσεις τις θέτουν ο Αντώνης Αντωνόπουλος και ο Παναγιώτης Μελίδης (a.k.a. Larry Gus), θέλεις να ακούσεις – αλλά και να δεις – τις απαντήσεις. Πόσο μάλλον όταν στην παράσταση-περφόρμανς «Μ/Α/Ρ/Ξ – Μελίδης Αντωνόπουλος ρεζιλεύονται ξανά» στην Κάμιρο στην Κυψέλη, τις δίνουν μέσα από τον χορό.
Με αφορμή τον Φρεντ Αστέρ και τους αδελφούς Μαρξ, οι δυο τους προσπαθούν να μάθουν και να ξαναχτίσουν μια χορογραφία η οποία σταδιακά μετατρέπεται σε παράσταση, με τη μουσική του Larry Gus να λειτουργεί ως ζωντανός πυρήνας της. Μέσα από αυτή τη διαδικασία επιχειρούν να φέρουν κοντά το vaudeville, το slapstick και την ιδέα της «πατρότητας» ενός δημιουργικού έργου, πατώντας πάνω και σε χνάρια γνωστών συγγραφέων. Οπως στο «Μπουβάρ και Πεκισέ» του Γκιστάβ Φλομπέρ, όπου οι ήρωες προσπαθούν να κατακτήσουν τη γνώση αντιγράφοντάς τη μηχανικά, χωρίς ουσιαστική κατανόηση, και γι’ αυτό οδηγούνται διαρκώς σε αποτυχία. Ή στο «Πιερ Μενάρ, συγγραφεύς του Δον Κιχώτη» του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ο οποίος παρουσιάζει τον ήρωά του να επιχειρεί να ξαναγράψει λέξη προς λέξη το έργο του Θερβάντες, διεκδικώντας τη συγγραφική πατρότητα του ίδιου του κειμένου, ακριβώς επειδή αυτό παράγεται σε διαφορετικό ιστορικό και πνευματικό πλαίσιο, αποκτώντας έτσι νέο νόημα. Και στις δύο περιπτώσεις, η αντιγραφή δεν παρουσιάζεται απλώς ως τεχνική, αλλά ως βαθύτερη επιθυμία προσέγγισης της γνώσης και της δημιουργίας, η οποία, ωστόσο, αποκαλύπτει ταυτόχρονα και τα όριά της.
Οπως θα πει ο Αντώνης Αντωνόπουλος στο BHMAgazino: «Εχοντας την ιδέα του vaudeville κατά νου, ξεκινήσαμε μαθήματα κλακέτας και, μετά από κάθε μάθημα, τραβούσαμε ένα βίντεο για να μπορούμε να κάνουμε πρόβα μόνοι μας. Στην πορεία, αυτό εξελίχθηκε: η ίδια η παράσταση έγινε μια καταγραφή της προσπάθειάς μας να μάθουμε, μαζί με τις δυσκολίες και τα αδιέξοδα που συναντούσαμε.
Από εκεί προκύπτει και το “ρεζιλεύονται ξανά” – ο υπότιτλος που χρησιμοποιούμε. Αφορά την έκθεση της προσπάθειας και της αποτυχίας, το να τις μοιράζεσαι ανοιχτά με το κοινό. Με έναν τρόπο, αυτό είναι και η ουσία της πρόβας. Παράλληλα, τόσο εγώ όσο και ο Παναγιώτης δουλεύουμε, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, πάνω στην έννοια της αντιγραφής.
Προσωπικά, σχεδόν πάντα ξεκινάω αντιγράφοντας κάτι. Στην πορεία, όμως, αυτή η αντιγραφή μετατοπίζεται και μεταμορφώνεται: κρατάς λίγες κινήσεις, προσθέτεις δικές σου, και σταδιακά προκύπτει κάτι νέο. Σε αυτή τη δουλειά, η διαδικασία δεν κρύβεται, αντίθετα, φανερώνεται, γιατί τελικά η παράσταση δεν είναι άλλο από τη διαδικασία της».
Οπότε, ναι, ο Αντωνόπουλος και ο Μελίδης χορεύουν. Με μια πρώτη ματιά μπορεί να φαίνεται «κόντρα», αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι. Ο Αντώνης Αντωνόπουλος έχει ήδη κινηθεί σε αυτό το πεδίο, τόσο στον «Εκκλησιαστή» όσο και στην παράσταση «Ουτοπία», την οποία συνυπέγραψε χορογραφικά με τον Κώστα Τσιούκα.
Από την άλλη, ο Παναγιώτης Μελίδης χορεύει συστηματικά στις συναυλίες του ως Larry Gus, ενώ κουβαλά και βιωματική εμπειρία από τους παραδοσιακούς χορούς της Βέροιας, όπου μεγάλωσε.
Ο Τσιούκας υπήρξε καθοριστική μορφή και για τους δύο. Η γνωριμία του με τον Μελίδη, μέσω του Ευθύμη Φιλίππου, άνοιξε τον δρόμο για μια πιο σταθερή συνεργασία, με τον Larry Gus να συνθέτει μουσική για τις παραστάσεις του. Αυτή την περίοδο, για παράδειγμα, ο Μελίδης υπογράφει τη μουσική στην «Ιεροτελεστία της άνοιξης», την παράσταση του Τσιούκα που παρουσιάζεται στο Θέατρο Σφενδόνη.
Τη χορογραφία του «Μ/Α/Ρ/Ξ» έχει αναλάβει όμως ο Θάνος Δασκαλόπουλος, μια ξεχωριστή περίπτωση χορευτή και μουσικού, που εστιάζει σε πρακτικές όπου ο χορός παράγει ήχο, όπως το tap dancing, και δραστηριοποιείται στον χώρο Playground for the Arts στον Βοτανικό.
Ο Δασκαλόπουλος αποτελεί κομβικό συντελεστή της παράστασης, λειτουργώντας ως ένας ιδιότυπος auteur: οι Αντωνόπουλος και Μελίδης προσέφυγαν σε αυτόν για να αφομοιώσουν την τεχνογνωσία του, η οποία διαπερνά την παράσταση, ακόμη και όταν η παρουσία του δεν είναι άμεση.
Η αντιγραφή ως απελευθέρωση
Η ίδια η συνάντηση των δύο δημιουργών της παράστασης δεν προέκυψε τυχαία, αλλά ως αποτέλεσμα ενός ευρύτερου διαμοιρασμού δημιουργικής σκέψης και συνεργασιών.
Η σκηνοθέτις Θεοδώρα Καπράλου ήταν εκείνη που έριξε τον σπόρο της ιδέας, όταν, βλέποντάς τους να κάθονται δίπλα-δίπλα, παρατήρησε μια απροσδόκητη συγγένεια μεταξύ τους και τους πρότεινε σχεδόν αυθόρμητα: «Γιατί δεν κάνετε εσείς οι δύο κάτι μαζί;».
Οπως θα πει ο Παναγιώτης Μελίδης: «Οι αδερφοί Μαρξ, ήδη από την εποχή των vaudeville παραστάσεων, πριν περάσουν στον κινηματογράφο, έπαιζαν με την ιδέα της ανταλλαγής ρόλων, του να γίνεται ο ένας ο άλλος. Υπήρχε μια ρευστότητα στην ταυτότητα και στην εκτέλεση, σαν να μπορούσαν να μοιραστούν τα πάντα. Αυτό το στοιχείο μάς απασχόλησε πολύ, γιατί στο vaudeville δεν υπήρχε με τη σημερινή έννοια ο “δημιουργός” ως αυθεντία. Τα αστεία, οι σκηνές, οι ιδέες κυκλοφορούσαν ελεύθερα, σχεδόν σαν μια μορφή κοινής χρήσης. Ολα ανήκαν σε όλους. Αυτό γίνεται κεντρικό και στην παράσταση, καθώς αποµακρυνόµαστε από την ιδέα του auteur και κινούµαστε προς µια πιο οριζόντια, πιο συλλογική αντίληψη της δηµιουργίας. Η αντιγραφή είναι και απελευθέρωση. Το βλέπεις και αλλού: από τη μία υπάρχουν φιγούρες σαν τον Μπόουι, που μοιάζουν απρόσιτες, σχεδόν άπιαστες. Από την άλλη, συγγραφείς όπως ο Μπολάνιο, που σου δίνουν την αίσθηση ότι μπορείς κι εσύ να δοκιμάσεις, να μπεις στη διαδικασία. Αυτή η δεύτερη κατεύθυνση είναι για εμένα πιο συγκινητική και πιο γόνιμη, γιατί σε επαναφέρει σε μια ιδέα δημιουργίας που δεν ανήκει αποκλειστικά σε κάποιον».
INFO
«Μ/Α/Ρ/Ξ»: Κάµιρος (Ιθάκης 32, Αθήνα), έως τις 27 Μαΐου, υπό την αιγίδα και µε την οικονοµική υποστήριξη του υπουργείου Πολιτισµού.





