Μανωλάδα, Τετάρτη 17 Απριλίου 2013. Η ώρα είναι σχεδόν 6 το απόγευμα. Δεκάδες εργάτες γης, με καταγωγή από το Μπανγκλαντές, αποφασίζουν να αντιδράσουν διεκδικώντας τα χρήματά τους για την εργασία έξι μηνών στις φυτείες φράουλας που δεν είχαν πληρωθεί. Επιστάτες, κρατώντας κυνηγετικά όπλα, ανοίγουν πυρ εναντίον των εργατών. Περισσότεροι από 30 τραυματίζονται, εκ των οποίων οκτώ σοβαρά.
Το περιστατικό παίρνει μεγάλη δημοσιότητα εντός και εκτός Ελλάδας. Τέσσερα χρόνια μετά, στις 30 Μαρτίου 2017, η χώρα μας καταδικάζεται για την υπόθεση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το δικαστήριο κρίνει ότι οι Αρχές δεν προστάτευσαν επαρκώς τους εργάτες και ότι οι συνθήκες εργασίας τους συνιστούν μορφή καταναγκαστικής εργασίας.
Η υπόθεση της Μανωλάδας δεν είναι πια τοπικό γεγονός. Γίνεται σημείο αναφοράς και ανοίγει τη συζήτηση για το πώς λειτουργεί στην πράξη ο μηχανισμός πίσω από την παραγωγή του «κόκκινου χρυσού».

Στον χώρο γύρω από τα θερμοκήπια το έδαφος είναι νωπό λόγω των στάσιμων υδάτων, ενώ συναντώνται συχνά απορρίμματα, άδεια πλαστικά μπουκάλια, νεκρά ζώα και έντομα
Στο σήμερα
Δεκατρία χρόνια μετά τα αποτρόπαια γεγονότα, οι συνθήκες διαβίωσης μπορεί να έχουν αλλάξει, αλλά οι σχέσεις δεν έχουν πάψει να δοκιμάζονται. Η εργασία παραμένει σκληρή, επισφαλής, χαμηλά αμειβόμενη και σε πολλές περιπτώσεις εκμεταλλευτική. Μόλις 35 ευρώ το επτάωρο, χωρίς διάλειμμα. Κάτω από τον ήλιο, στους 40 βαθμούς. Μέσα στα θερμοκήπια, κάτω από τα πλαστικά, το θερμόμετρο ανεβαίνει κι άλλο. Υγρασία και ζέστη εγκλωβίζονται.
Η δουλειά όμως πρέπει να βγει στην ώρα της. Χωρίς καθυστερήσεις. Αν χρειαστεί να μείνουν παραπάνω, παίρνουν πέντε ευρώ την ώρα. Και συχνά, χρειάζεται. Οι χρόνοι πιέζουν. Στην ευρύτερη ζώνη Ηλείας και Αχαΐας παράγεται σχεδόν το σύνολο της εγχώριας παραγωγής φράουλας – έως και το 90% – σε δεκάδες χιλιάδες στρέμματα που λειτουργούν σαν ένα ενιαίο σύστημα. Κάθε χρόνο περισσότεροι από 100.000 τόνοι φράουλας φεύγουν από εδώ προς τις ευρωπαϊκές αγορές.
«Η υπόθεση της Μανωλάδας ήρθε στην επιφάνεια λόγω των πυροβολισμών το 2013. Διαφορετικά θα υπήρχε ακόμη σιωπηλή ανοχή» σχολιάζει ο Θεόδωρος Φούσκας, αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Δημόσιας Υγείας της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Ο ίδιος, ως επικεφαλής ερευνητικής ομάδας του στη Μονάδα Κοινωνιολογικής Ερευνας της Διεθνούς Μετανάστευσης, των Πολιτικών Υγείας και Ενταξης του Εργαστηρίου Επιδημιολογίας, Προσδιοριστών Υγείας και Ευεξίας, επισκέπτεται συχνά την περιοχή καταγράφοντας τις συνθήκες διαβίωσης και ελέγχοντας πώς αυτές επηρεάζουν την ποιότητα ζωής των εργατών γης. Η τελευταία φορά που την επισκέφτηκε ήταν το καλοκαίρι του 2024. Περιγράφει στο «Β» τις δυσάρεστες εικόνες που συνάντησε.
Εύφλεκτα υλικά
«Οι εργάτες ζουν σε αυτοσχέδιες κατασκευές, γνωστές ως “παράγκες”, φτιαγμένες από εύφλεκτα υλικά – ένα ασφυκτικό περιβάλλον που εγκλωβίζει τους εργάτες σε συνθήκες ασφυκτικής ζέστης, υγρασίας και ανθυγιεινής διαβίωσης, όπου οι ίδιοι οι εργάτες περιγράφουν ως “τάφο από νάιλον, σύρματα, μπαμπού και καλύμματα υφασμάτων”. Μέσα σε θερμοκρασίες που συχνά ξεπερνούν τους 45 βαθμούς, εργάζονται αδιάκοπα στα θερμοκήπια, φορώντας απλές μάσκες, χωρίς επαρκή προστασία από τα χημικά, ενώ το νερό είναι ελλιπές ή μη πόσιμο και τα τρόφιμα μαγειρεύονται σε γκαζάκια λόγω έλλειψης ηλεκτρισμού.
Στον περιβάλλοντα χώρο, το έδαφος είναι νωπό λόγω των στάσιμων υδάτων (που προέρχονται από διαρροές ή ποτίσματα), ενώ συναντώνται συχνά απορρίμματα, άδεια πλαστικά μπουκάλια, νεκρά ζώα και έντομα. Η απουσία βασικών υποδομών υγιεινής, πόσιμου νερού, λουτρού και αποχωρητηρίου επιδεινώνει τις συνθήκες διαβίωσης, αυξάνοντας τους κινδύνους ασθενειών, αναπνευστικών προβλημάτων και τραυματισμών. Στις ακραίες αυτές συνθήκες διαβίωσης και εργασίας οι ίδιοι οι εργάτες αναφέρουν συχνά εξάντληση, απώλεια βάρους, ασθένειες του αναπνευστικού, παθήσεις του μυοσκελετικού, αλλά και ψυχολογική επιβάρυνση».
Τελευταίως, οι εικόνες των πρόχειρων παραπηγμάτων έχουν σε έναν βαθμό περιοριστεί. Οι κατασκευές από πάνελ έχουν αντικαταστήσει μεγάλο μέρος τους, δίνοντας μια πιο σταθερή, αν και όχι οριστική, λύση στο ζήτημα της στέγασης.
Οι «προνομιούχοι»
«Στις τελευταίες καταγραφές υπάρχουν άνθρωποι που ζουν και σε σπίτια. Καμιά δεκαριά σε 80 τετραγωνικά. Μετά τα τραγικά γεγονότα κάποιοι αγρότες ανέλαβαν την πρωτοβουλία να φτιάξουν σπιτάκια. Βέβαια, αυτοί που μένουν σε αυτά είναι, κατά κάποιον τρόπο, προνομιούχοι» αναφέρει ο Νίκος Οντουμπιτάν, ο οποίος ανήκει στη δεύτερη γενιά μεταναστών, με μακρά εμπειρία ως ακτιβιστής πάνω στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις μεταναστευτικές πολιτικές μέσα από τον Μη Κυβερνητικό Οργανισμό Generation 2.0 RED.
Το «Β» επισκέφθηκε στις αρχές της εβδομάδας τη Μανωλάδα για να δει να δει ιδίοις όμμασι τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των μεταναστών στις φυτείες φράουλας. Το απόγευμα της προηγουμένης είχε γίνει η συγκέντρωση των εργατών, από διαφορετικές χώρες, στην πλατεία της Νέας Μανωλάδας – του τόπου που έχει συνδεθεί με την εργασία των μεταναστών όσο λίγοι στην Ελλάδα – για τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς, με πρωτοβουλία του Συνδικάτου Εργαζομένων Βόρειας Ηλείας – Δυτικής Αχαΐας.
Πρωί-πρωί Δευτέρας, οι ίδιοι άνθρωποι που λίγες ώρες πριν βρίσκονταν στην πλατεία του χωριού κατευθύνονταν με τα πόδια στα θερμοκήπια. «Πολλοί περπατούν χιλιόμετρα, κατά μήκος της Εθνικής Οδού, για να πάνε στα χωράφια, κι αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Εχουν συμβεί πολλά ατυχήματα» σημειώνει ο Νίκος Οντουμπιτάν.

Εργάτης ετοιμάζεται να τοποθετήσει κασόνι με φράουλες σε φορτηγό. Από την Ηλεία και την Αχαΐα προέρχεται το 90% της ελληνικής παραγωγής
Πριν το χάραμα
Στα χωράφια η εργασία ξεκινά πριν ακόμα χαράξει η μέρα. Τα πρώτα τελάρα γεμίζουν από νωρίς το πρωί και περνούν σχεδόν αμέσως στη διαλογή, όπου το μέγεθος, το χρώμα, η υφή κρίνονται με ταχύτητα που δεν αφήνει περιθώρια δεύτερης σκέψης. Λίγο πιο πέρα, οι γραμμές συσκευασίας δουλεύουν συνεχώς, κουτιά στοιβάζονται, φορτηγά φορτώνονται και φεύγουν αμέσως. Στα θερμοκήπια, η κίνηση δεν σταματά ποτέ.
Εκεί, η οργάνωση της δουλειάς περνά συχνά μέσα από ανθρώπους που λειτουργούν ως ενδιάμεσοι. «Είναι οι επιστάτες, γνωστοί και ως “μάστορες”» εξηγεί ο κ. Οντουμπιτάν. Γνωρίζουν τους εργάτες, μιλούν τη γλώσσα τους, κανονίζουν ποιος θα δουλέψει πού και πότε, μεταφέρουν πληροφορίες και ανάγκες από τη μία πλευρά στην άλλη. Οι ίδιοι δεν εμφανίζονται πάντα, αλλά η παρουσία τους είναι διαρκής.
Στις καλλιέργειες η ζέστη, προς το μεσημέρι, έχει ήδη αρχίσει να ανεβαίνει. Ο αέρας είναι βαρύς και μυρίζει χώμα και υγρασία. Τα πλαστικά τραβούν το φως και το διαχέουν πάνω στις σειρές με τα φυτά. Κανείς δεν μιλάει πολύ. Τα χέρια μπαίνουν μέσα στις φυλλωσιές, ψάχνουν τον καρπό, τον κόβουν προσεκτικά και τον αφήνουν στο τελάρο. Κάθε κίνηση επαναλαμβάνεται δεκάδες φορές το λεπτό. Οι διάδρομοι είναι στενοί και η κίνηση περιορισμένη.
Κοφτές κουβέντες
Σκυμμένος πάνω από μια σειρά, ο Αμπντούλ Χαγί σηκώνεται για λίγο, ακουμπά το τελάρο στο πλάι και σκουπίζει τα χέρια του στο παντελόνι. Είναι 58 ετών και δουλεύει στα χωράφια κοντά τρεις δεκαετίες. «Το μεροκάματο είναι 35 ευρώ το επτάωρο» λέει. «Δεν υπάρχει διάλειμμα. Αν χρειαστεί να μείνουμε παραπάνω, είναι πέντε ευρώ η ώρα». Ξανασκύβει σχεδόν αμέσως. Η κουβέντα για τις συνθήκες εργασίας δεν κρατά πολύ. «Είναι καλύτερα τα πράγματα πλέον. Πληρώνουν κανονικά, είναι εντάξει» λέει κοφτά. Η ίδια φράση επανέρχεται, με μικρές παραλλαγές, και από άλλους γύρω του.
Οταν η συζήτηση φθάνει στο πού μένουν, η απάντηση έρχεται με μια κίνηση. Σηκώνει το χέρι και δείχνει προς τα έξω, πίσω από τα θερμοκήπια. «Εκεί, στα σπίτια. Πάνελ». Πρόκειται για πρόχειρες, προκατασκευασμένες κατασκευές, με μεταλλικό σκελετό και τοιχώματα από πάνελ, πιο σταθερές από τα παραπήγματα των προηγούμενων χρόνων, αλλά με περιορισμένο χώρο και βασικές υποδομές. «Οκτώ άτομα μέσα σε κάθε δωμάτιο» διευκρινίζει. Τα δωμάτια είναι στενά, με κουκέτες τοποθετημένες η μία πάνω από την άλλη, λίγα προσωπικά αντικείμενα στοιβαγμένα σε γωνίες, ένας χώρος που μοιράζεται χωρίς να αφήνει πολλά περιθώρια απομόνωσης. Η καθημερινότητα οργανώνεται μέσα σε αυτά τα λίγα τετραγωνικά, με τους ρυθμούς της δουλειάς να συνεχίζονται και εκτός των χωραφιών.
Σε μια άλλη καλλιέργεια, λίγα χιλιόμετρα μακριά, ο Σιράτζ Μαεβί έχει σταματήσει για λίγο τη δουλειά. Είναι 18 χρόνια εδώ και, όπως λέει, δουλεύει στον ίδιο άνθρωπο όλο αυτό το διάστημα. Ο παραγωγός του καλλιεργεί περίπου 2.000 στρέμματα φράουλας, μια έκταση που απλώνεται σε διαφορετικά σημεία της περιοχής και απαιτεί εκατοντάδες εργατικά χέρια για να λειτουργήσει. «Είναι καλύτερα τώρα» τονίζει. «Εχουμε μπάνιο, έχουμε κουζίνα. Οχι όπως πριν». Το να μοιράζονται οκτώ άτομα ένα μικρό δωμάτιο παραμένει ο κανόνας, αλλά εκείνος το βλέπει ως βελτίωση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Στο Μπανγκλαντές έχει οικογένεια, με δύο παιδιά. «Στέλνω λεφτά κάθε μήνα» αναφέρει. Η επιστροφή γίνεται μία φορά τον χρόνο, για λίγες εβδομάδες, «δύο μήνες, αν μπορώ», προτού ξαναγυρίσει στα χωράφια. Μια ζωή μοιρασμένη σε δύο τόπους.
«Το χωριό άλλαξε»
Λίγο πιο μέσα, στο χωριό, η εικόνα αλλάζει. Σε έναν παράδρομο με χαμηλά κτίρια και μαγαζιά που κοιτούν προς τον κεντρικό δρόμο, ο Φαρούκ Μπεπαρί, 59 ετών, κάθεται σε μια μικρή αυλή γεμάτη περιστέρια. Είναι 38 χρόνια στην Ελλάδα. Ηρθε το 1989 από την Ντάκα, αρχικά με σκοπό να φύγει για την Ιταλία. Δεν έφυγε ποτέ. «Τότε δεν ξέραμε την Ελλάδα» λέει. «Νομίζαμε ότι είναι μόνο πέρασμα». Η ιστορία του ακολουθεί, σε μικρογραφία, τη διαδρομή πολλών άλλων. Ξεκίνησε από τα χωράφια, πέρασε από μεροκάματα και μικρές δουλειές, μέχρι να ανοίξει το πρώτο του μαγαζί.
Για χρόνια, ο Φαρούκ Μπεπαρί λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την κοινότητα. Μεταφράζει, εξηγεί, βοηθά σε υπηρεσίες και διαδικασίες που για πολλούς παραμένουν ακατανόητες. «Το χωριό άλλαξε» υπογραμμίζει. Οι μόνιμοι έλληνες κάτοικοι είναι λίγοι, μερικές εκατοντάδες πια, ενώ οι εργάτες, ανάλογα με την εποχή, φθάνουν έως και τις 10.000. «Το καλοκαίρι γεμίζει. Είναι άλλος τόπος».
Ο ίδιος έχει δει και την άλλη πλευρά αυτής της αλλαγής. «Εχουν βελτιωθεί κάποια πράγματα πια» σημειώνει. Η αμοιβή περνάει πλέον πιο συχνά μέσα από επίσημα κανάλια. Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ενιαία. Σε έναν χώρο που βασίζεται σε γρήγορες μετακινήσεις εργατών και σε ανάγκες που αλλάζουν από μέρα σε μέρα, η αόρατη εργασία εξακολουθεί να υφίσταται. «Αν δεν έχεις χαρτιά, δεν μπορείς να κάνεις πολλά. Αυτό ζητούμε να αλλάξει. Να μπορούμε να δουλεύουμε κανονικά» λέει ο Φαρούκ.

Πολλοί εργάτες γης περπατούν χιλιόμετρα κατά μήκος της Εθνικής Οδού για να πάνε στα χωράφια όπου εργάζονται
Οι διαθέσιμοι
Για τους παραγωγούς, η ανάγκη είναι συγκεκριμένη. Εργατικά χέρια διαθέσιμα άμεσα, σε περιόδους που δεν επιτρέπονται καθυστερήσεις. Για τους εργάτες, η δουλειά είναι συχνά αποσπασματική, μετακινούμενη, χωρίς σταθερότητα. Οι ομάδες αλλάζουν, τα χωράφια εναλλάσσονται, ο ρυθμός καθορίζεται από την παραγωγή. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η εργασία παραμένει ευέλικτη αλλά και εύθραυστη. Οσοι δεν διαθέτουν πλήρη νομιμοποιητικά έγγραφα βρίσκονται σε πιο αδύναμη θέση. Εξαρτώνται περισσότερο από τα δίκτυα που τους φέρνουν στη δουλειά, έχουν μικρότερη δυνατότητα διαπραγμάτευσης και λιγότερα περιθώρια αντίδρασης.
«Εως το 2022, οπότε υπογράφηκε η διμερής σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Μπανγκλαντές για τη νομιμοποίηση των μεταναστών, το 90% των ανθρώπων που εργάζονταν στις καλλιέργειες φράουλας ήταν χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα. Η συμφωνία, που προέβλεπε την είσοδο στην Ελλάδα 4.000 εργατών τον χρόνο, δεν προχώρησε λόγω γραφειοκρατικών αγκυλώσεων. Ωστόσο, η κατάσταση από το 2022 και μετά κάπως βελτιώθηκε. Οι περισσότεροι απέκτησαν νομιμοποιητικά έγγραφα. Αποκτώντας όμως τα συγκεκριμένα έγγραφα, πολλοί έφυγαν από τη Μανωλάδα και πήγαν σε άλλες περιοχές της χώρας προκειμένου να εργαστούν σε καλύτερες συνθήκες, στην εστίαση και τον τουρισμό. Τότε δημιουργήθηκε κενό, διότι η παραγωγή φράουλας είναι μεγάλη και απαιτητική. Οι ανάγκες, αντί να καλυφθούν από μετακλήσεις, καλύφθηκαν από ανθρώπους που ήρθαν από το Νεπάλ και από τις προσφυγικές ροές από το Μπανγκλαντές μέσω Λιβύης» αναφέρει ο Βασίλης Κερασιώτης, δικηγόρος με ειδίκευση στο μεταναστευτικό δίκαιο και το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο οποίος εκπροσώπησε την υπόθεση της Μανωλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Ο κ. Κερασιώτης εκφράζει τον φόβο ότι αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση υπάρχει κίνδυνος να επιστρέψουμε στην εποχή που οι εργάτες ήταν στη συντριπτική πλειονότητά τους παράνομοι. «Η δουλειά πρέπει να βγει και μπροστά σε αυτή την πίεση οι παραγωγοί θα πάρουν όποιον είναι διαθέσιμος. Συνήθως διαθέσιμοι είναι οι μη νόμιμοι» εξηγεί.
«Περίεργη ισορροπία»
Ανάλογη θέση διατυπώνει ο Απόστολος Παπαδόπουλος, καθηγητής στο τμήμα Γεωγραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, με εξειδίκευση στη Γεωγραφική και Κοινωνική Ανάλυση του Αγροτικού Χώρου, ο οποίος έκανε το 2008 την πρώτη έρευνα για τους εργάτες γης στη Μανωλάδα. «Αρκετοί εργάζονται με εργόσημο και άλλοι όχι. Πολλοί δεν έχουν εισέλθει με νόμιμο τρόπο στην Ελλάδα. Είναι μία περίεργη ισορροπία, από την πλευρά της πολιτείας, για την κάλυψη των αναγκών των αγροτών». Σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο, εκτός από τη συμφωνία με το Μπανγκλαντές, η Ελλάδα έχει συνάψει και άλλη με την Αίγυπτο για την είσοδο στη χώρα 5.000 εργατών γης για εννέα μήνες.«Εχουν έρθει λιγότεροι από 100 και αυτό δείχνει ότι στην πράξη ακόμη κι αυτό το κομμάτι των αφίξεων με νόμιμες διαδικασίες δε λειτουργεί αποτελεσματικά στην Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπως η Ισπανία» συμπεραίνει.
Σε αυτό το περιβάλλον, τα περιστατικά εκμετάλλευσης δε λείπουν. Τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί υποθέσεις εργατών από το Νεπάλ που βρέθηκαν να δουλεύουν σε συνθήκες εξαναγκασμού, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα αποχώρησης, με χρέη προς μεσάζοντες και περιορισμένη ελευθερία κινήσεων. Οι καταγγελίες αυτές δεν αφορούν το σύνολο της παραγωγής, αλλά φωτίζουν τα όρια ενός συστήματος που εξακολουθεί να λειτουργεί υπό πίεση.





