Πόσο θα διαρκέσουν οι πολεμικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή; Πόσο θα διατηρηθεί η διαφαινόμενη «συσπείρωση της σημαίας», το φαινόμενο κατά το οποίο οι πολίτες συσπειρώνονται γύρω από την κυβέρνηση ή τον ηγέτη της χώρας όταν υπάρχει μια εξωτερική απειλή, κρίση ή κάποιο εθνικών διαστάσεων γεγονός; Τα δύο αλληλένδετα αυτά ερωτήματα απασχολούν την κυβερνητική ηγεσία καθώς συμπληρώνεται μια εβδομάδα από την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών βομβαρδισμών κατά των υποδομών και της ηγεσίας του θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν.

Στο Μέγαρο Μαξίμου έχουν επίγνωση ότι σε περιόδους κρίσης οι πολίτες τείνουν να αφήνουν στην άκρη τις πολιτικές διαφορές, αυξάνεται η στήριξη προς την κυβέρνηση ή τον ηγέτη και η κοινή γνώμη επιθυμεί μεγαλύτερη ενότητα και επιβραβεύει την πατριωτική στάση των πολιτικών δυνάμεων. Γι΄ αυτό και συνεργάτες του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη έσπευσαν να παραλληλίσουν τα πρόσφατα γεγονότα με παλαιότερες κρίσεις, όπως η αποτροπή της υβριδικής επίθεσης στον Εβρο, η επιβολή του lockdown την περίοδο της πανδημίας, η έξοδος το καλοκαίρι του 2020 του ελληνικού στόλου και υποβρυχίων στη Μεσόγειο σε απάντηση αντίστοιχων κινήσεων της Αγκυρας, αλλά και ο πόλεμος στην Ουκρανία που η Ελλάδα αντιτάχθηκε από την πρώτη στιγμή στη ρωσική εισβολή. Είναι, όπως επισημαίνουν, «τέσσερις μείζονες κρίσεις κατά τις οποίες οι χειρισμοί που έγιναν πιστώθηκαν στην κυβέρνηση και στον Πρωθυπουργό και αποτυπώθηκαν στο εκλογικό αποτέλεσμα του 2023».

Επίθεση στους εκ δεξιών «πατριώτες της φακής»

Αν και είναι ακόμη πολύ νωρίς για να μετρηθεί αξιόπιστα η δημοσκοπική απήχηση που είχαν οι πρόσφατες πρωτοβουλίες, στελέχη του κυβερνητικού επιτελείου προεξοφλούν ότι η – «ιστορικών διαστάσεων», όπως υποστηρίζουν – αποστολή στην Κύπρο των δύο φρεγατών – με έμφαση στη νεότευκτη Belharra «Κίμων» – και των τεσσάρων αεροσκαφών F-16 Viber, καθώς και η μετακίνηση της συστοιχίας των αντιαεροπορικών Patriot στην Κάλυμνο, θα δώσουν επικοινωνιακή ώθηση στην κυβερνητική παράταξη και θα ενισχύσουν το ηγετικό προφίλ του κ. Μητσοτάκη. Ο οποίος, ως γνωστόν, δεχόταν εδώ και καιρό βολές για την ακολουθούμενη εξωτερική πολιτική τόσο από την εκ δεξιών αντιπολίτευση όσο και από τους πρώην πρωθυπουργούς Αντώνη Σαμαρά και Κώστα Καραμανλή.

Ενημερώνοντας τη Βουλή, την ίδια ώρα που υπουργός Εθνικής Αμυνας Νίκος Δένδιας ήταν ήδη στην Κύπρο, ο Πρωθυπουργός υποστήριξε ότι «η Ελλάδα είναι παρούσα με ευθύνη και ισχύ όπου την καλεί το εθνικό καθήκον και θέτει τις αναβαθμισμένες Ενοπλες Δυνάμεις της στην υπηρεσία του οικουμενικού Ελληνισμού». Ταυτόχρονα και προκειμένου να προλάβει τις αντιδράσεις της Αγκυρας – που ακολούθησαν ένα 24ωρο αργότερα – αποσαφήνισε ότι η κίνηση της αποστολής δυνάμεων στην Κύπρο είναι «αμυντική και ειρηνική» και «γίνεται με βάση τόσο τη διμερή όσο και την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και με έναν στόχο μόνο: να αποτραπούν απειλητικές ενέργειες εναντίον του ανεξάρτητου κράτους της Κύπρου».

Παρόλο, πάντως, που υποστήριξε ότι «η εξωτερική και η αμυντική πολιτική δεν ασκούνται με ιδεολογικά αλλά με εθνικά κριτήρια», o Κυριάκος Μητσοτάκης δεν παρέλειψε να εξακοντίσει βέλη κατά της εκ δεξιών τής ΝΔ αντιπολίτευσης. «Διαπίστωσα μία αμηχανία και μία σχετική αφωνία για την πρωτοβουλία αυτή της ελληνικής κυβέρνησης» ανέφερε για να προσθέσει δηκτικά: «Ξέρετε, κάποτε είχα χαρακτηρίσει όλους αυτούς “πατριώτες της φακής”. Μάλλον ήμουν προσβλητικός για τις φακές, όταν χρησιμοποίησα αυτόν τον όρο». Στο ίδιο πνεύμα, στελέχη του επικοινωνιακού μηχανισμού του Μεγάρου Μαξίμου εκπέμπουν σε κάθε ευκαιρία μηνύματα σύμφωνα με τα οποία «είναι θετικό για τη χώρα ότι βρίσκεται στο τιμόνι αυτή την ώρα ένας πεπειραμένος πρωθυπουργός και μια κυβέρνηση η οποία έχει αποδείξει και σε άλλες κρίσεις ότι μπορεί να χειρίζεται δύσκολες καταστάσεις».

Στον κύκλο των συνεργατών του Πρωθυπουργού θεωρούν ότι οι τελευταίες εξελίξεις σημειώνονται σε μια πολιτικά κρίσιμη περίοδο, καθώς βρισκόμαστε ουσιαστικά στον τελευταίο χρόνο της δεύτερης θητείας της κυβέρνησης, αφού, εκτός απροόπτου, οι κάλπες είναι προγραμματισμένο να στηθούν τον Μάρτιο του 2027. Και, υπό αυτό το πρίσμα, εκτιμούν ότι, ανάλογα και με τη χρονική διάρκεια που θα έχουν οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, οι επιπτώσεις τους μπορεί να επηρεάσουν το αποτέλεσμα των προσεχών εκλογών.

Δεν είναι λίγοι, άλλωστε, εκείνοι οι οποίοι επισημαίνουν ότι όσο και αν, εξαιτίας της διεθνούς κρίσης και των απειλών που τη συνοδεύουν, υποχωρήσει πρόσκαιρα η παρατεταμένη ένταση που επικρατεί στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο, το συναινετικό πνεύμα είναι δύσκολο να επικρατήσει όσο θα πλησιάζουν οι εκλογές. Η αντιπολίτευση μπορεί αρχικά να κρατήσει χαμηλούς τόνους, αλλά αν η κρίση παραταθεί ή αν υπάρξουν οικονομικές συνέπειες για τα νοικοκυριά, η πολιτική οξύτητα δεν θα αργήσει να επανεμφανιστεί. Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως αναγνωρίζουν ακόμη και κυβερνητικά στελέχη, «η προσδοκώμενη “συσπείρωση της σημαίας” είναι πιθανό να αποδειχθεί ότι αποτελεί βραχυπρόθεσμη συνθήκη, η οποία, μάλιστα, θα ισχύσει υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις».

«Ο,τι χρειαστεί και ό,τι αντέχει η οικονομία»

Κατά γενική παραδοχή, ο καθοριστικός παράγων που θα επηρεάσει τη χρονική διάρκεια της επίδρασης που θα έχει στο πολιτικό κλίμα η «συσπείρωση της σημαίας» δεν είναι άλλος από τις επιπτώσεις που θα επιφέρει η κρίση στην ελληνική οικονομία. Στην κυβερνητική ηγεσία επικρατεί σχετική αισιοδοξία που βασίζεται στο επιχείρημα ότι ο προϋπολογισμός του τρέχοντος έτους «συντάχθηκε με σενάρια που λαμβάνουν υπόψη τιμές πετρελαίου μέχρι και 100 δολάρια το βαρέλι, δηλαδή πολύ υψηλότερες σε σχέση με τις σημερινές». Δεν αρνούνται, ωστόσο, ότι «με αιχμή τις τιμές της ενέργειας θα υπάρξουν δυσμενείς συνέπειες αν η κρίση διαρκέσει πολύ περισσότερο από μερικές εβδομάδες», με βάση και τις διαβεβαιώσεις που δίνονται από τους πρωταγωνιστές των πολεμικών επιχειρήσεων στις ΗΠΑ.

Από το κυβερνητικό επιτελείο θεωρείται ότι «είναι πολύ πρόωρο να γίνεται λόγος για ακραία σενάρια», αφού «ουδείς γνωρίζει τη διάρκεια που θα έχει αυτή η κρίση». Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι μόνο το 25% του πετρελαίου και του φυσικού αερίου διεθνώς διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, ενώ η Ελλάδα δεν προμηθεύεται καθόλου φυσικό αέριο από τη συγκεκριμένη περιοχή. Επιπλέον υπογραμμίζεται – κάτι που σε άλλες συνθήκες αποσιωπάται – ότι στη χώρα μας το μεγαλύτερο τμήμα των τιμών που πληρώνει ο καταναλωτής στην αντλία δεν σχετίζεται με τις διεθνείς τιμές, αλλά με τους φόρους. Οπότε, σημειώνεται, «η επίπτωση κανονικά θα πρέπει να είναι πολύ μικρότερη».

Αρμόδιοι αξιωματούχοι, όπως ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος, διακηρύσσουν ότι ο ελεγκτικός μηχανισμός της νέας Ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας του Καταναλωτή βρίσκεται ήδη σε πλήρη εγρήγορση, πραγματοποιώντας εκατοντάδες ελέγχους στην αγορά. Και, ως εκ τούτου, διαβεβαιώνουν ότι «δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει αποδεκτή καμιάς μορφής ασυδοσία στην αγορά». Σε περίπτωση παράτασης της κρίσης από την κυβέρνηση στέλνεται το μήνυμα ότι «έχει προετοιμαστεί σχέδιο εκτάκτων μέτρων για την προστασία των καταναλωτών», κατά το προηγούμενο της κρίσης στην Ουκρανία. «Ο,τι χρειαστεί και ό,τι αντέχει η οικονομία και ο προϋπολογισμός θα γίνει στην ώρα του» επισημαίνεται σε μια προφανή προσπάθεια να διασκεδαστούν οι αρνητικές εντυπώσεις και να διατηρηθεί η ατμόσφαιρα της «συσπείρωσης της σημαίας», το εύρος της οποίας θα αποτυπωθεί στις δημοσκοπήσεις της προσεχούς εβδομάδας.