«Αν από κάτι κινδυνεύει αυτή η κυβέρνηση, αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από τον κακό της εαυτό». Η άποψη αυτή, την οποία εξέφρασε κυβερνητικό στέλεχος που μετέχει σε όλα τα κυβερνητικά σχήματα από το 2019, αποτυπώνει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη δυσχερή θέση στην οποία βρέθηκε το Μέγαρο Μαξίμου εξαιτίας των εντονότερων αγροτικών κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων.

Η ίδια η κυβέρνηση, άλλωστε, αναγνώρισε τις ευθύνες που τη βαρύνουν, καθώς τα αγροτικά μπλόκα που στήθηκαν από τη μια άκρη της χώρας ως την άλλη δεν είχαν αυτή τη φορά τον ετήσιο επετειακό διεκδικητικό χαρακτήρα εκ μέρους των εκπροσώπων του πρωτογενούς τομέα. Αντιθέτως ήταν διαμαρτυρίες που έγιναν πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της εορταστικής περιόδου επειδή βρήκαν έρεισμα στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και στο πρόστιμο που επέβαλε η Κομισιόν για τη λεηλασία των αγροτικών επιδοτήσεων από πρόσωπα που συνδέονταν κυρίως με τη Νέα Δημοκρατία και λιγότερο με άλλους πολιτικούς χώρους.

Το κλίμα οργής

Η κατάσταση κατέστη ακόμη δυσχερέστατη για την κυβέρνηση όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέρριψε στις αρχές Αυγούστου το action plan του ΟΠΕΚΕΠΕ, αφήνοντας ουσιαστικά τη χώρα χωρίς σύστημα πληρωμών για τις αγροτικές επιδοτήσεις. Την ώρα που η κυβερνητική ηγεσία έδινε μάχη στη Βουλή για να μην παραπεμφθούν οι υπουργοί της σε Προανακριτική Επιτροπή, το κλίμα οργής στον αγροτικό κόσμο φούντωνε εξαιτίας και της καθυστέρησης των ετήσιων πληρωμών για το 2025. Αλλά και στις Βρυξέλλες τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα, καθώς επικρατούσε αίσθημα δυσπιστίας που κρατούσε κλειστή τη ροή των πληρωμών.

Οπως παραδέχονται κυβερνητικοί αξιωματούχοι – με καθυστέρηση φυσικά και αφού άλλαξαν πέντε αρμόδιοι υπουργοί και έξι διοικήσεις τα τελευταία χρόνια –, ο ΟΠΕΚΕΠΕ, που «δεν ήταν ποτέ το πρότυπο δημόσιου οργανισμού», κατέρρευσε σχεδόν ολοκληρωτικά όταν άρχισαν οι απανωτοί έλεγχοι από την Οικονομική Αστυνομία, την OLAF και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Ετσι για να επανεκκινήσουν οι πληρωμές έπρεπε είτε να στηθεί εξαρχής ένα νέο σύστημα είτε να ενεργοποιηθεί ξανά ο παλαιός μηχανισμός. Ούτε το ένα ούτε το άλλο, όμως, ήταν εύκολο, αφού οι αγρότες ζέσταιναν ήδη τα τρακτέρ, προετοιμαζόμενοι για σκληρά μπλόκα.

Τα χρήματα ήταν λίγα

Η απόφαση για κατάργηση του «αμαρτωλού» ΟΠΕΚΕΠΕ και μεταφορά των αρμοδιοτήτων του στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων άλλαξε κάπως την εικόνα. Και μόνον τότε κατάφερε να βρει γλώσσα συνεννόησης με τις Βρυξέλλες ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης που επιστρατεύθηκε για να κάνει τις διαπραγματεύσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Το νέο action plan για τις πληρωμές εγκρίθηκε στις αρχές Νοεμβρίου και έκτοτε ξεκίνησε ένας αγώνα δρόμου για να πιστωθεί στους λογαριασμούς των αγροτών η προκαταβολή της βασικής ενίσχυσης για το 2025. Τα χρήματα ήταν λίγα και μέχρι να γίνουν και οι υπόλοιπες πληρωμές που πήγαν για τα τέλη Νοεμβρίου, οι παραγωγοί είχαν βγάλει στους δρόμους τα τρακτέρ τους και άρχιζαν τους αποκλεισμούς των δρόμων, αλλά και των λιμανιών, των αεροδρομίων και των τελωνείων.

Οι κινητοποιήσεις των αγροτών ξεκίνησαν σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη των πληρωμών, οι οποίες, όμως, δεν τους ικανοποίησαν διότι ήταν κατώτεροι των προσδοκιών τους και των εξαγγελιών της κυβέρνησης ότι φέτος θα εισέπρατταν περισσότερα χρήματα από τα προηγούμενα χρόνια.

Αδειασμα λογαριασμών

Το κλίμα επιβαρύνθηκε ακόμη περισσότερο όταν ο ΕΛΓΑ προχώρησε σε είσπραξη οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών για φυσικές καταστροφές, αδειάζοντας τους λογαριασμούς πολλών παραγωγών. Η ενέργεια αυτή ενίσχυσε την καχυποψία των αγροτών έναντι της κυβέρνησης. Πολύ περισσότερο που το ίδιο διάστημα έγιναν σε κάποιες περιοχές (Κρήτη, Θεσσαλονίκη, Λάρισα) συγκρούσεις των αγροτών με τα ΜΑΤ, πυροδοτώντας έτι περαιτέρω την ένταση που επικρατούσε.

Το συμπέρασμα που εξήχθη στην κυβερνητική ηγεσία από αυτές τις αψιμαχίες ήταν ότι η δυναμική αντιμετώπιση των μπλόκων δεν θα είχε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Η κοινή γνώμη, άλλωστε, στήριζε τις κινητοποιήσεις και ήθελε πλειοψηφικά την ικανοποίηση των αιτημάτων.

Γι΄ αυτό και δεν εισακούστηκαν οι ακραίες φωνές που ακούστηκαν από γαλάζια στελέχη. Στο κενό έπεσαν επίσης και οι επισημάνσεις για την ταλαιπωρία της κοινωνίας και τα προβλήματα στις μεταφορές προϊόντων και τις μετακινήσεις προσώπων εν όψει και της επερχόμενης τότε γιορτινής περιόδου.

Σύσταση task force

Στο Μέγαρο Μαξίμου ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέστησε task force υπό τον Κωστή Χατζηδάκη και με τη συμμετοχή του αρμόδιου υπουργού Κώστα Τσιάρα, ο οποίος επιφορτίστηκε με το καθήκον να κρατήσει ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με τους αγροτοσυνδικαλιστές, του υφυπουργού Οικονομικών Θάνου Πετραλιά, ο οποίος κοστολογούσε την επιβάρυνση κάθε αιτήματος, του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, ο οποίος είχε την ευθύνη της επικοινωνίας με την κοινή γνώμη, του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ Γιώργου Μυλωνάκη, καθώς και του γραμματέα της ΝΔ Κώστα Σκρέκα και του συμβούλου του Πρωθυπουργού Θανάση Νέζη. Οι τρεις τελευταίοι ήταν επιφορτισμένοι με το καθήκον να μιλούν με τα «γαλάζια» κομματικά στελέχη τα οποία σε πολλά μπλόκα κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα είχαν και το πρόσταγμα.

Παρά τις τρεις αρνήσεις των αγροτοσυνδικαλιστών να προσέλθουν σε συνάντηση στο Μέγαρο Μαξίμου, η κυβερνητική ηγεσία αποφάσισε να μην οξύνει την κατάσταση και γι’ αυτό δεν εφάρμοσε τις απειλές που κατά καιρούς εκτοξεύτηκαν για καταστολή των μπλόκων και δυναμική παρέμβαση της Αστυνομίας για να αρθούν οι αποκλεισμοί που ιδίως την περίοδο των εορτών ταλαιπώρησαν πολύ κόσμο.

Ταυτόχρονα επιχειρήθηκε να κρατηθούν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας και διαλόγου με τους αργοτοσυνδικαλιστές. Ο αντιπρόεδρος Χατζηδάκης είδε δύο φορές του αγρότες της Κρήτης και ο Κώστας Τσιάρας είχε σταθερή επικοινωνία με τους αγροτοσυνδικαλιστές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας.

Tρεις «κόκκινες γραμμές»

Μετά και την ολοκλήρωση των πληρωμών για το 2025 που έφθασαν στο συνολικό ποσό των 3,82 δισ. ευρώ και κάποιες μάλιστα έγιναν την τελευταία ημέρα του χρόνου, η κυβέρνηση με τη συνέντευξη Τύπου της περασμένης Δευτέρας έδειξε ότι έχει πει τον τελευταίο λόγο.

Κάλεσε ξανά τους αγρότες στο τραπέζι του διαλόγου, διατυπώνοντας, ωστόσο, τρεις «κόκκινες γραμμές»: Πρώτον, ότι δεν μπορεί να ξεπεράσει τα δημοσιονομικά περιθώρια του προϋπολογισμού, δεύτερον, ότι δεν μπορεί να παραβιαστεί η συμφωνία με τον Κομισιόν για το νέο σύστημα αγροτικών επιδοτήσεων και εν γένει οι κοινοτικοί κανονισμοί της ΚΑΠ, και, τρίτον, ότι δεν μπορεί να κοπεί η Ελλάδα στα δύο με αποκλεισμό στρατηγικών υποδομών και πλήρη διακοπή της κυκλοφορίας.

Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν από την κυβέρνηση, εκτός από τις πληρωμές, ένας ακόμη παράγων που «ξεκλείδωσε» τον διάλογο ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους αγρότες, που ορίστηκε για την προσεχή Τρίτη, 13 Ιανουαρίου, ήταν ότι ικανοποιήθηκαν 20 από τα 27 αιτήματά τους, όπως η μείωση του αγροτικού ρεύματος, η ενίσχυση με 150 εκατ. ευρώ για βαμβάκι, σιτάρι και κτηνοτρόφους, η επιστροφή στην αντλία για το αγροτικό πετρέλαιο.

Παράλληλα ξεκαθαρίστηκε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να ικανοποιηθούν άλλα οικονομικά αιτήματα – με ενδεχόμενη εξαίρεση, όπως λένε ορισμένοι, την ακόμη πιο βελτιωμένη πρόταση για την τιμή του ρεύματος.

Zημιές και κέρδη

Ο Κωστής Χατζηδάκης διατήρησε ανοιχτό το παράθυρο του διαλόγου για θεσμικά, διοικητικά θέματα, ζητήματα αναδιάρθρωσης καλλιεργειών, θέματα της νέας ΚΑΠ, ενώ η κυβέρνηση θεωρεί σημαντική και την πρόταση για τη χάραξη νέα στρατηγικής για τον πρωτογενή τομέα παραγωγής που θα προκύψει από τις εργασίες της διακομματικής Επιτροπής που πρότεινε ο Πρωθυπουργός.

Αν και στην κυβέρνηση δηλώνουν «συγκρατημένα αισιόδοξοι», όλα δείχνουν ότι μετά τη συνάντηση της Τρίτης με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τα αγροτικά μπλόκα θα διαλυθούν. Από την επομένη της συνάντησης θα αρχίσει να γίνεται και το ισοζύγιο ζημιών και κέρδους από τις κινητοποιήσεις που ακόμη και στελέχη της κυβέρνησης εκτιμούν ότι έχουν πλήξει την εικόνα της κυβέρνησης. Θεωρούν, ωστόσο, με τα μέτρα που ελήφθησαν ότι η εικόνα θα αναστραφεί στην πορεία του χρόνου.