Συντονισμός Αγγελος Σκορδάς

Γράφουν Ηλιάνα Δανέζη, Πέτρος Κωνσταντινίδης

Επιμέλεια Παναγιώτης Σωτήρης

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008, στο προαύλιο της Σχολής Μωραΐτη στο Παλαιό Ψυχικό. Το κλίμα είναι τεταμένο, το πένθος και η οργή ζωγραφισμένα στα πρόσωπα των έφηβων μαθητών του γνωστού ιδιωτικού σχολείου της Αθήνας. Κάποιοι, σκαρφαλωμένοι στον εξωτερικό τοίχο, αναρτούν ένα μεγάλο πανό που γράφει «ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ». Δίπλα, ζωγραφισμένο με σπρέι, το πρόσωπο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, του 15χρονου που δύο ημέρες νωρίτερα είχε πέσει νεκρός στη γωνία Τζαβέλλα και Μεσολογγίου στα Εξάρχεια, από τη σφαίρα του ειδικού φρουρού Επαμεινώνδα Κορκονέα.

Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, μαθητής της Α’ Λυκείου το 2008, είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια στη Σχολή Μωραΐτη, πριν αλλάξει σχολείο, μετά το τελευταίο του καλοκαίρι. Οι συμμαθητές και φίλοι του από τη Σχολή Μωραΐτη είχαν δώσει τότε όρκο να πράξουν αυτό ακριβώς που έγραφε το πανό τους. Δεκαπέντε χρόνια μετά, έχουν πλέον κλείσει τα 30. Οπως παραδέχονται στο «Βήμα», η δολοφονία εκείνη τους σημάδεψε ανεξίτηλα. Τι θυμούνται, όμως, από εκείνες τις ημέρες και νύχτες του Δεκέμβρη και πώς βλέπουν την επέτειο της δολοφονίας του συμμαθητή και φίλου τους, με την εμπειρία 15 χρόνων στην πλάτη τους;

Κανείς δεν μπορούσε να το πιστέψει

Ο Νικόλας Γουάστωρ, μουσικός σήμερα και συμμαθητής του Γρηγορόπουλου από τη Σχολή Μωραΐτη, ήταν αυτός που είχε ζωγραφίσει το πρόσωπό του στο πανό. «Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά εκείνο το βράδυ. Ημασταν μια παρέα στην Κηφισιά και ένας φίλος που είχε επαφές με τον αναρχικό χώρο πήρε τηλέφωνο και μας είπε ότι πυροβόλησαν τον Γρηγορόπουλο» περιγράφει για τις πρώτες στιγμές των γεγονότων που έμελλε να μείνουν στη συλλογική μνήμη ως «Δεκεμβριανά». «Δεν το πιστέψαμε αρχικά. Μιλήσαμε με τους γονείς μας, οι οποίοι μας καθησύχαζαν γιατί και οι ίδιοι δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Οταν εν τέλει επιβεβαιώθηκε η είδηση, πήγαμε σε ένα σπίτι και καθόμασταν σιωπηλοί, καπνίζαμε και τρέμαμε. Και ενώ οι γονείς κανονικά θα είχαν θέμα να βλέπουν τα 15χρονα παιδιά τους να καπνίζουν, εκείνη την ημέρα δεν είπαν κάτι».

Ο Γιάννος Σιδέρης, ιδιωτικός υπάλληλος σήμερα, θέλησε να πάει στα Εξάρχεια για να μάθει από πρώτο χέρι τι συνέβη. «Αποφασίσαμε να κατέβουμε με το λεωφορείο για να δούμε τι γίνεται. Οταν ήμασταν στο λεωφορείο, μίλησα με τη μητέρα μου στο τηλέφωνο και μου ζήτησε να μην πάω γιατί καιγόταν η Αθήνα» θυμάται. Από εκείνο το βράδυ, τα ΜΜΕ είχαν επικεντρώσει την προσοχή τους στο τραγικό συμβάν. «Εφτιαξαν έναν μύθο για το πώς έγιναν τα πράγματα. Εν τέλει, ακόμα και το όνομά του άλλαξαν – το «Αλέξης» είναι ένα δημιούργημα, είναι άλλο όνομα από το Αλέξανδρος».

 

Για τους φίλους «Γκρέγκορι»

Αλλωστε, στους φίλους και στον ευρύτερο κύκλο του, ο Γρηγορόπουλος ήταν περισσότερο γνωστός ως «Γκρέγκορι», παρατσούκλι που προκύπτει από το επώνυμό του. «Εγώ συγκεκριμένα τον έλεγα Γκρεγκουάρ, κατά το γαλλικό. Με τον Αλέξανδρο ήμασταν μαζί στην πρώτη μου μπάντα στο Γυμνάσιο και μας έλεγαν «Αντίφαση», εκείνος έπαιζε κιθάρα» συνεχίζει ο Σιδέρης. «Ημασταν από το νηπιαγωγείο μαζί και για μένα ήταν πάντα ο Αλέξανδρος. Δεν κάναμε στενή παρέα αλλά είχαμε κοινούς κολλητούς» συμπληρώνει ο Γουάστωρ.

«Πολλές φορές έχει τύχει να ακούσω πράγματα για τον Αλέξανδρο που ξέρω με βεβαιότητα ότι δεν ισχύουν – ότι ήταν κάφρος, χούλιγκαν κ.λπ. Αλλά επειδή τον ήξερα από πολύ μικρό και είχα δει πώς μεγάλωνε και σε τι περιβάλλον, είμαι σίγουρος για την αγνότητά του» ξεκαθαρίζει ο ίδιος. «Σε αυτές τις περιπτώσεις, με πνίγει το δίκιο και θέλω να μιλήσω και να διαβεβαιώσω ότι επρόκειτο για ένα 15χρονο παιδί που ήταν ο ορισμός του καλού παιδιού. Ψυχούλα. Αποφεύγω, όμως, να μπω σε οποιαδήποτε κουβέντα πέρα από αυτό» επισημαίνει ο 30χρονος μουσικός, ο οποίος θεωρεί πως δεν μπόρεσε ποτέ να επεξεργαστεί τη δολοφονία του συμμαθητή του: «Δεν νομίζω πως έχω πραγματικά καταλάβει τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει αφήσει η δολοφονία του Αλέξανδρου, όχι μόνο σε μένα, αλλά σε όλη τη γενιά μας. Ενστικτωδώς και μόνο έχω την αίσθηση ότι για τα παιδιά που ήμασταν τότε έφηβοι, δεν είναι κάτι που μπορεί να περάσει απαρατήρητο – είτε ήμασταν στο ίδιο σχολείο είτε όχι».

 

Οργή για κράτος και αστυνομία

«Οταν δολοφονήθηκε ο Γκρέγκορι πολλοί θύμωσαν αλλά εγώ φοβήθηκα. Με φόβισε η κοινωνία που επιτρέπει τη δολοφονία παιδιών και τα ονομάζει μεμονωμένα περιστατικά» λέει από τη μεριά του ο Κ., επίσης συμμαθητής του Γρηγορόπουλου από τη Σχολή Μωραΐτη που σήμερα ζει και εργάζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του. «Ακόμα και σήμερα δεν νιώθω άνετα στους δρόμους της Αθήνας, δεν νομίζω να γυρίσω όσο τα γνωστά συστηματικά προβλήματα ατιμωρησίας της αστυνομίας συνεχίζουν. Ακόμα δεν έχει υπάρξει θέληση, ούτε αλλαγές – ακόμα και σήμερα δολοφονούν παιδιά» προσθέτει.

Σε άλλους, βέβαια, η δολοφονία που συγκλόνισε την Ελλάδα προκάλεσε οργή. «Μου δημιούργησε μια μυθική οργή, την οποία είχα ανάγκη να εκδηλώσω. Κυρίως θεωρώ πως ήταν το αίσθημα του δικαίου που πληγώθηκε, δεν γινόταν να το αφήσουμε να πέσει κάτω» λέει ο Σιδέρης. «Αφυπνιστήκαμε σαν γενιά. Ηταν σαν να σηκωνόμαστε και να δίνουμε μια σφαλιάρα στο κράτος και να του λέμε «Συγκεντρώσου! Τι είναι αυτά που κάνεις;»».

«Σαν να πηγαίναμε να πολεμήσουμε»

«Θυμάμαι στην πρώτη πορεία που κατεβήκαμε από το Ψυχικό με τα πόδια. Δεν ήθελα να τα σπάσω, αλλά ήθελα να φωνάξω όσο τίποτα. Ειδικά στις μαθητικές πορείες, βρισκόμασταν όλοι μαζί εκεί με τον ίδιο σκοπό. Αυτό το πράγμα νομίζω ότι μόνο με την εξέγερση του Πολυτεχνείου συγκρίνεται» εκτιμά ο Σιδέρης. «Ηταν σαν να πηγαίνουμε όλοι μαζί να πολεμήσουμε. Οταν βρίσκαμε τα άλλα σχολεία γινόμασταν πιο δυνατοί. Και ενώ μας είχαν για τους φλούφληδες του ιδιωτικού, δώσαμε δυνατό «παρών» και κάναμε το καλύτερο δυνατό για να εκφράσουμε την οργή μας».

«Γ…έται το κράτος» λέει από την πλευρά του ο Σ., φίλος του Γρηγορόπουλου που θα ήταν κι εκείνος στα Εξάρχεια το μοιραίο βράδυ αν οι γονείς του δεν του είχαν πάρει το τηλέφωνο λόγω κακών επιδόσεων στο σχολείο. «Την επόμενη μέρα ξύπνησα και είχα επτά κλήσεις από τον Αλέξανδρο…».

Ο Ρωμανός και το αποτύπωμα

Η οργή, που σιγοβράζει μέσα σε αυτούς τους νέους, ήταν πιο έντονη στον Νίκο Ρωμανό, κολλητό φίλο του Γρηγορόπουλου που ήταν μαζί με τον αδικοχαμένο 15χρονο εκείνο το βράδυ στα Εξάρχεια. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο ίδιος θα συλλαμβανόταν για ένοπλη ληστεία στην Αγροτική Τράπεζα στο Βελβεντό Κοζάνης. Είναι σαφές ότι η δολοφονία του καλύτερού του φίλου είχε παίξει κομβικό ρόλο. Αποφυλακίστηκε το 2019 έπειτα από έξι χρόνια στη φυλακή, καθώς του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς.

Το τραύμα αυτό άφησε το αποτύπωμά του στην πολιτικοποίηση αυτής της γενιάς συνολικά. «Με έκανε να μην μπορεί το χέρι μου να πάει σε ψηφοδέλτιο της ΝΔ» λέει ο Νικόλας Γουάστωρ και εξηγεί: «Θεωρώ ότι αυτό που έγινε εκείνο το βράδυ είχε να κάνει με μια γενικότερη απόπειρα να σπάσουν το «γκέτο» που δημιουργούνταν στα Εξάρχεια. Αυτό οδήγησε στη δολοφονία του Αλέξανδρου». «Η δολοφονία του Αλέξανδρου άναψε μέσα μου τη φλόγα της πολιτικοποίησης και το ενδιαφέρον για τα κοινά – θέλησα να κάτσω να ασχοληθώ, να μάθω τι φταίει» περιγράφει ο Σιδέρης.

«Να κάνω ό,τι μπορώ για να μην ξεχαστεί»

«Στα 15 χρόνια που έχουν περάσει, σε όλες τις μεγάλες στιγμές, αποφοιτήσεις, βραβεύσεις, έρωτες και θλίψη, πάντα σκέφτομαι τον Γκρέγκορι εκεί μαζί μου. Εχω σκεφτεί πολλές ζωές για εκείνον, αλλά παραμένω περήφανος και γεμίζουν τα πνευμόνια μου κουράγιο όταν σκέφτομαι ότι δεν έμεινε σιωπηλός. Στάθηκε γενναίος ακόμα και αν του στοίχισε τα πάντα» λέει ο Κ. «Θυμάμαι την τελευταία φορά που τον είδα – με ένα καρό πουκάμισο σε μια συναυλία στα Εξάρχεια – καθόταν έξω και όταν τον αγκάλιασα ήταν ιδρωμένος από τον πολύ χορό. Πρέπει να ήταν μια-δυο βδομάδες πριν τον δολοφονήσουν…».

«Το μόνο που μπορώ πλέον – σαν φίλος του Αλέξανδρου – είναι να κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να μην ξεχαστεί σαν άνθρωπος. Θέλω να τον θυμόμαστε, και όπου μπορεί να αναφέρεται ότι κανονικά θα ήταν εδώ κι εκείνος με εμάς, να αναφέρεται – το δικαιούται και το αξίζει» καταλήγει ο Νικόλας Γουάστωρ.

«Μέσα  σε μια μέρα γίναμε 30»

«Είναι άλλο να χάνεις έναν συγγενή σου και άλλο να σκοτώνει ένας αστυνομικός τον άνθρωπο που είναι στο διπλανό θρανίο και που θα μπορούσες να είσαι εσύ» λέει ο Νικόλας Γουάστωρ. «Κάπου είχα διαβάσει πως όσο μεγαλώνεις νιώθεις λιγότερο αθάνατος. Η δική μας γενιά, δεδομένου του πόσο προστατευμένη ήταν σε αυτό το περιβάλλον του καλού ιδιωτικού σχολείου των βορείων προαστίων, μεγάλωσε πολύ γρήγορα: Ημασταν 15 και μέσα σε μια μέρα γίναμε 30. Ετσι νομίζω» αναφέρει χαρακτηριστικά
«Λειτούργησε σαν έναυσμα για να εξωτερικεύσω ό,τι είχα μέσα μου. Ηταν σαν να μου ήρθε μια ανάποδη σφαλιάρα» επισημαίνει ο Γιάννος Σιδέρης. «Το τραύμα που έχουμε τα παιδιά αυτής της γενιάς θεωρώ πως μοιάζει κάπως με αυτό που έχουν τα παιδιά που πέρασαν την εφηβεία τους μέσα στην πανδημία» εκτιμά ο Γουάστωρ, αν και τονίζει πως υπάρχουν μεγάλες διαφορές στην ένταση.