Η βιβλιογραφία για την πτώση αυταρχικών καθεστώτων αφηγείται μια επαναλαμβανόμενη ιστορία: τα καθεστώτα σπάνια καταρρέουν επειδή ξεσπά μια κοινωνική έκρηξη ή εκδηλώνεται μια σοβαρή κρίση. Μια τέτοια κρίση μπορεί, αντιθέτως, να ενεργοποιήσει μηχανισμούς συσπείρωσης γύρω την κυρίαρχη εξουσία («rally around the flag») και να ενισχύσει προσωρινά την καθεστωτική συνοχή. Aυταρχικά καθεστώτα είναι, ωστόσο, πιθανότερο να οδηγηθούν σε κατάρρευση όταν διαρρηχθεί η εσωτερική αρχιτεκτονική των μηχανισμών κυριαρχίας. Η κλασική σχολή ανάλυσης των μεταβάσεων, που θεμελιώθηκε στην πολύτομη σειρά Transitions from Authoritarian Rule (O’ Donnell κ.ά., 1986), έδειξε ότι οι μεταβάσεις συχνά εκκινούν από ρήγματα στο εσωτερικό της άρχουσας ελίτ και από διαπραγματεύσεις μεταξύ καθεστωτικών και οργανωμένης αντιπολίτευσης.
Από διαφορετική οπτική, η Skocpol στο States and Social Revolutions (1979) υποστήριξε ότι οι επαναστατικές ρήξεις συνδέονται με κρατική αποσύνθεση που συνοδεύεται από διεθνή πίεση και μαζική εξέγερση. Συνολικά, η θεωρία δεν αντιμετωπίζει την πτώση καθεστώτος ως στιγμιαίο γεγονός, αλλά ως διαδικασία φθοράς: όταν η εξουσία χάσει ταυτόχρονα νομιμοποίηση, ενότητα και ικανότητα επιβολής, τότε η κατάρρευση μετατρέπεται από ένα ενδεχόμενο σε μια ρεαλιστική προοπτική.
Υπό αυτό το πρίσμα, η περίπτωση του Ιράν εντάσσεται σε αυτή την προβληματική. Η κοινωνική αγανάκτηση και η οικονομική ασφυξία συνιστούν σημαντικούς παράγοντες πίεσης, οι οποίοι ωστόσο δεν αρκούν από μόνοι τους για να διαρρήξουν ένα θεοκρατικό καθεστώς με ιδιαίτερα ισχυρούς μηχανισμούς καταστολής. Η καθοριστική μεταβλητή, σύμφωνα με τα παραπάνω θεωρητικά σχήματα, θα ήταν μια ρήξη στον ίδιο τον πυρήνα του θεοκρατικού άξονα εξουσίας, ιδίως εάν εμφανιστούν διαφοροποιήσεις στους Φρουρούς της Επανάστασης ή ευρύτερα στον μηχανισμό ασφαλείας. Οσο όμως η συνοχή και η κατασταλτική ικανότητα διατηρούνται, ακόμα και σοβαρές κρίσεις, όπως αυτή τώρα στο Ιράν, μπορεί να αποδειχθούν διαχειρίσιμες.
Η Αραβική Ανοιξη αναζωπύρωσε τη συζήτηση γύρω από τη δυναμική των κοινωνικών κινητοποιήσεων, δείχνοντας ότι η μαζική διαμαρτυρία, όταν μάλιστα διαπερνά εγκάρσια την κοινωνία, μπορεί να απονομιμοποιήσει ένα αυταρχικό καθεστώς, ακόμα και να προκαλέσει την πτώση της ηγεσίας του, όπως συνέβη στην Τυνησία και την Αίγυπτο, χωρίς ωστόσο να εγγυάται τον θεσμικό μετασχηματισμό του ίδιου του συστήματος. Επιπλέον, η μεταγενέστερη πορεία σε χώρες όπως η Συρία και η Λιβύη κατέδειξε τα όρια της κινηματικής ώθησης όταν αυτή δεν συνοδεύεται από ρήγματα στον πυρήνα της κρατικής ισχύος.
Η εμπειρία του 2011 έδειξε, επίσης, ότι οι μαζικές κοινωνικές κινητοποιήσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως επιταχυντής κρίσης, όμως η τελική έκβαση εξαρτάται από το εάν ο στρατός και οι μηχανισμοί καταστολής παραμένουν ή όχι συνεκτικοί. Εκεί όπου τέτοιοι μηχανισμοί διασπάστηκαν ή ουδετεροποιήθηκαν, η μεταβατική διαδικασία κατέστη δυνατή, ενώ όπου παρέμειναν συμπαγείς επικράτησε η καταστολή ή τέθηκε σε λειτουργία μια μορφή αυταρχικής ανασυγκρότησης και αναπαραγωγής του προϋπάρχοντος συστήματος υπό κάποια νέα μορφή. Για περιπτώσεις όπως το Ιράν, η εμπειρία αυτή υποδηλώνει ότι η μαζικότητα των διαδηλώσεων αποτελεί αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη, ενώ καθοριστικός παράγοντας για την πτώση του αυταρχικού καθεστώτος είναι η διάβρωση του θεοκρατικού και στρατιωτικού πυρήνα εξουσίας.
Στην αρχική φάση της επίθεσης κατά του Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι η αποδυνάμωση, αν όχι η πτώση, του καθεστώτος αποτελούσε έναν από τους πολιτικούς στόχους της επέμβασης. Η ταχεία αναδίπλωσή του και η μετατόπιση της ρητορικής του προς έναν στενότερο, επιχειρησιακό σκοπό (στρατιωτικές ενέργειες για την αποτροπή του πυρηνικού προγράμματος) υποδηλώνουν ότι η αλλαγή καθεστώτος δεν αποτέλεσε μια συνεκτικά επεξεργασμένη στρατηγική επιδίωξη. Πριν από την επέμβαση, ο Τραμπ είχε ενθαρρύνει τις αντικαθεστωτικές κινητοποιήσεις στο Ιράν, υποσχόμενος στήριξη στους διαδηλωτές.
Ωστόσο, η γρήγορη υποβάθμιση αυτού του στόχου επιτρέπει την ερμηνεία ότι αυτή η ρητορική λειτουργούσε ως εργαλείο διαμόρφωσης ενός πολιτικού πλαισίου παρά ως δέσμευση για μακροπρόθεσμη υποστήριξη. Με άλλα λόγια, η ενθάρρυνση των κινητοποιήσεων εκ μέρους του Τραμπ θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως προσπάθεια διόγκωσης της εσωτερικής αποσταθεροποίησης αλλά και της διεθνούς κατακραυγής του ιρανικού καθεστώτος, ώστε η ήδη σχεδιαζόμενη αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν να εμφανίζεται ως περισσότερο αναγκαία και δικαιολογημένη.
Η κλασική θεωρία της «διάχυσης της δημοκρατίας» στηρίζεται στην υπόθεση ότι οι πολιτικές μεταβάσεις δεν είναι απομονωμένα γεγονότα αλλά αλληλεξαρτώμενες διαδικασίες: η εγκαθίδρυση δημοκρατικών θεσμών σε μια χώρα αυξάνει την πιθανότητα ανάλογης μετάβασης σε γειτονικές ή σε συνδεδεμένες με αυτήν, οικονομικά ή πολιτισμικά, χώρες. Με άλλα λόγια, η διάχυση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα, αλλά ένας μηχανισμός που λειτουργεί είτε μέσω «προσαρμογής» (adaptation), όταν δηλαδή μη δημοκρατικά κράτη μιμούνται επιτυχημένα παραδείγματα δημοκρατικών χωρών, είτε μέσω «μάθησης» (learning), όταν κράτη αντλούν πληροφορίες από τις εμπειρίες άλλων κρατών. Ωστόσο, η σημερινή συγκυρία διαφοροποιείται ουσιωδώς από τις διεργασίες των «κυμάτων εκδημοκρατισμού». Πλέον δεν προβάλλεται κάποιο πρότυπο φιλελεύθερης δημοκρατίας που να λειτουργεί ως παράδειγμα.
Στις ΗΠΑ επικρατεί, αντίθετα, το πολιτικό αφήγημα MAGA του προέδρου Τραμπ που προβάλλει μια εκδοχή εθνικού απομονωτισμού και έμφασης στην ισχύ χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον για τη διάχυση των δημοκρατικών αξιών και το ποιος θα αντικαταστήσει τους αυταρχικούς ηγέτες σε χώρες όπως το Ιράν ή η Βενεζουέλα («The Economist», 8/3/2026). Με άλλα λόγια, η γεωπολιτική σύγκρουση δεν πλαισιώνεται από ένα αφήγημα εκδημοκρατισμού, αλλά συνοδεύεται από ενέργειες επίδειξης ισχύος και αποτροπής, γεγονός που περιορίζει την προοπτική μιας ενδεχόμενης «δημοκρατικής διάχυσης». Ο αμερικανός υπουργός Αμυνας, Πίτερ Χέγκσεθ, το διατυπώνει αυτό σε δηλώσεις του (2/3/2026) με χαρακτηριστική ευκρίνεια: «Οχι βάλτωμα σε εγχειρήματα κρατικής ανασυγκρότησης, ούτε σε σχέδια επιβολής δημοκρατίας» αναφέρει χαρακτηριστικά καταδεικνύοντας ότι στη λογική της διακυβέρνησης Τραμπ η ισχύς ασκείται για να επιβληθεί ένα επιθυμητό αποτέλεσμα, αλλά όχι για να μετασχηματιστεί σε μια συγκεκριμένη – δημοκρατική – κατεύθυνση ένα αυταρχικό καθεστώς.
Υπό αυτό το πρίσμα, η κρίση στο Ιράν δεν ενεργοποιεί αυτομάτως μηχανισμούς δημοκρατικής διάχυσης. Σε συνθήκες εξωτερικής σύγκρουσης, είναι τουλάχιστον εξίσου πιθανό να ενισχυθούν λογικές συγκέντρωσης εξουσίας και αυταρχικής αναδίπλωσης. Προς το παρόν γνωρίζουμε ελάχιστα για το τι ακριβώς συμβαίνει στο εσωτερικό του ιρανικού καθεστώτος, στον ακόμη αθέατο πυρήνα του οποίου θα κριθεί σε σημαντικό βαθμό η όλη έκβαση.
* Το άρθρο αφιερώνεται στους/ις Ιρανούς/ές συμφοιτητές/τριές μου από τα χρόνια των σπουδών μου στη Γερμανία, με ευγνωμοσύνη για όσα έμαθα και την ευχή να είναι καλά.
Η κυρία Βασιλική Γεωργιάδου είναι καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθύντρια και πρόεδρος του ΔΣ του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).



