Κερδίζει κανείς χωρίς αντίπαλο. Αλλά μπορεί και να χάσει χωρίς αντίπαλο; Μια μοναχική νίκη είναι θρίαμβος, μια μοναχική ήττα ισοδυναμεί με συντριβή. Εάν όμως ο θρίαμβος του ενός διαβάζεται και ως «πρόβλημα αντιπολίτευσης», η συντριβή του συνιστά χωρίς αμφιβολία πρόβλημα διακυβέρνησης: Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση δεν είναι απλώς ένα πολιτικό σύστημα που τραμπαλίζεται ασύμμετρα, είναι μια ολόκληρη χώρα.
Αυτή η χώρα βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια αλυσίδα βαρών. Από τις υποκλοπές του Pretador έως τις αγροτικές επιδοτήσεις, το κυβερνών κόμμα φέρει πλέον το βάρος ενός πολλαπλού στίγματος. Δεν είναι μόνο ότι «έσκασαν τα σκάνδαλα», είναι και η διαχείρισή τους. Είναι ότι το κράτος, δηλώνοντας αμέτοχο στις επιμολύνσεις με το παράνομο λογισμικό, δεν κινήθηκε ποτέ κατά των «ιδιωτών» που επιχείρησαν να παγιδεύσουν την πολιτική του και τη στρατιωτική του ηγεσία. Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι ότι εκδίωξε με στερήσεις μισθού και πειθαρχικά συμβούλια την υπάλληλο που κατήγγειλε τις παρανομίες στον οργανισμό. Στις υποκλοπές σιώπησε, στις επιδοτήσεις εκδικήθηκε. Τι σόι κράτος είναι αυτό; Αμέτοχο ή συμμέτοχο; Ποια «κανονικότητα» και ποια «σταθερότητα» εγγυάται έτσι η κυβέρνησή του;
Από την άλλη πλευρά, την κατακερματισμένη του πολιτικού συστήματος, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν κατάφεραν έως τώρα να σηκώσουν το βάρος μιας εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης. Εδώ και επτά χρόνια και για διαφορετικούς λόγους το καθένα συνθλίβονται εκλογικά και συμπιέζονται δημοσκοπικά όχι εξαιτίας της αντιπολίτευσης που ασκούν αλλά της κυβερνησιμότητας που δεν εκπέμπουν.
Με τόσα βάρη σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση, το πρόβλημα διατυπώνεται και ως εκλογικό ερώτημα. Ποιος είναι ο κούκος που θα έφερνε την άνοιξη; Ο ίδιος που τώρα βυθίζεται σε έναν βαθύ χειμώνα; Κάποιος άλλος; Και από πού; Στις καλές εποχές του διπολικού συστήματος, την απάντηση θα την έδιναν οι κάλπες. Μόνο που δεν είναι αυτή η εποχή. Το καλοκαίρι του 2019 δημιουργήθηκε το λεγόμενο «σύστημα του 1,5 κόμματος». Το σύστημα επιβεβαίωσε τον εαυτό του στις διπλές εκλογές του 2023 με τη Βουλή να διατηρεί τον χαρακτήρα του πάρκου που φιλοξενεί πολλά και διαφορετικά είδη πολιτικής πανίδας – όχι μόνο κούκους, αηδόνια και τσαλαπετεινούς, αλλά και άγρια ζωή.
Στην επόμενη Βουλή κάποια είδη θα εξαφανιστούν και νέα πιθανότατα θα προκύψουν. Οσο όμως και αν δεν αλλάξει η δομή του συστήματος, έχει ήδη αλλάξει η φύση του προβλήματος. Ο ένας και μοναδικός πόλος εξουσίας αυτής της επταετίας – ο κούκος της ιστορίας – κουβαλά πλέον τη στάμπα της διαφθοράς. Στους κόλπους του αναπτύχθηκαν μηχανισμοί του προθέματος «-παρά». Παρακρατικοί και παραθεσμικοί στην υπόθεση των υποκλοπών, παραοικονομικοί σε εκείνη των αγροτικών επιδοτήσεων και των απευθείας αναθέσεων για τις οποίες είναι πιθανόν να λέγονται λιγότερα σήμερα απ’ όσα θα ακουστούν μια μέρα.
Επιστρέφει έτσι το πολιτικό λεξιλόγιο μιας εποχής. Οι «ημέτεροι», ο «πελατειασμός», ο «παλαιοκομματισμός», τα «δικά μας παιδιά», τα «λαμόγια» και κάθε έκφραση μιας παραεξουσίας με τις γνωριμίες της, τις προστασίες της και τις ατιμωρησίες της. Μόνο που στον εκλογικό ορίζοντα δεν φαίνεται να επιστρέφει και το πολιτικό σύστημα εκείνης της εποχής. Η κάλπη δεν «θα τιμωρήσει» τους προηγούμενους για να εναποθέσει τις ελπίδες της στους επόμενους μέχρι να τους «τιμωρήσει» και αυτούς.
Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η άσκηση των μετεκλογικών συνεργασιών γίνεται ακόμη δυσκολότερη – εάν δεν γίνεται μια αδύνατη εξίσωση. Ποιος θα κάτσει να συνεργαστεί με ένα τέτοιο κόμμα, τα βάρη του και τις στάμπες του; Πώς θα ταιριάξουν τα νούμερα που «δεν βγαίνουν»;
Αυτές μπορεί να είναι οι κάλπες του 2026. Ενα αποτέλεσμα χωρίς κούκο, ένα δέμα με άγνωστο παραλήπτη. Λέγεται και ακυβερνησία. Και το βάρος – στους ώμους της χώρας πια – θα είναι τεράστιο.



