Η επικοινωνία θέλει timing το οποίο να επιλέγεις εσύ και όχι αυτό εσένα. Υπό την πίεση σκανδάλων και πτυχίων, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μάλλον πιέστηκε να ανακοινώσει ένα πακέτο 500 εκατομμυρίων ευρώ, «επιστρέφοντας», όπως είπε, το πλεόνασμα στην κοινωνία.

Επίδομα στους χαμηλοσυνταξιούχους, ελάφρυνση στα καύσιμα, στήριξη για ενοίκια. Το αφήγημα ήταν σαφές: η καλή διαχείριση αποδίδει καρπούς και τώρα μοιράζουμε. Είναι όμως έτσι; Στο πλεόνασμα αυτό, παρότι έχει στολιστεί με δείκτες για τη συνετή οικονομική πολιτική της ΝΔ και την ξέφρενη ανάπτυξη, υπάρχει και μια άλλη πλευρά που είναι σαν του φεγγαριού. Μόνο που εμείς δεν έχουμε κανένα Artemis να δούμε τι συμβαίνει εκεί.

Μόνο το 2025, τα έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής έφτασαν τα 2,2 δισ. ευρώ, ρεκόρ για τα ελληνικά δεδομένα. Από αυτά, τα 1,2 δισ. προήλθαν από την επέκταση των POS, την εφαρμογή των myDATA και τη γενικευμένη στροφή στο ηλεκτρονικό χρήμα. Πρόκειται, δηλαδή, για χρήματα που πάντα κυκλοφορούσαν εκεί έξω, αλλά δεν έμπαιναν ποτέ στο ταμείο. Δεν είναι χρήματα που παρήχθησαν και οδήγησαν σε έναν μεγαλύτερο «τζίρο» του κράτους.

Προφανώς και η διόρθωση και ο εκσυγχρονισμός είναι θετικά βήματα, αλλά τι μακροπρόθεσμο ορίζοντα έχει αυτή η στρατηγική; Προσθέστε σε αυτό και κάτι ακόμα: ένα μέρος των δημοσιονομικών εσόδων πηγάζει από φόρους που επιβλήθηκαν την εποχή των μνημονίων και από τότε παραμένουν σε ισχύ. Η Ελλάδα βγήκε από τα προγράμματα, αλλά οι νόμοι δεν βγήκαν μαζί της. Δεν υπάρχει τίποτα παράνομο ή αδικαιολόγητο σε αυτό. Η είσπραξη χρημάτων είναι θεμιτή και απολύτως σωστή πρακτική. Αλλά υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο να μεγαλώνεις την οικονομία και στο να είσαι καλός εισπράκτορας.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο από πού ήρθαν τα χρήματα. Είναι και τι κοστίζει να τα εισπράττεις έτσι. Ενας ΦΠΑ που ζορίζει τη ρευστότητα των εταιρειών δεν απλώς εισπράττεται. Ταυτόχρονα συμπιέζει το περιθώριο επένδυσης, την πρόσληψη, την επέκταση. Με άλλα λόγια, περιορίζει την πραγματική ανάπτυξη που θα παρήγε αύριο τα έσοδα που σήμερα αναζητούμε στη φοροδιαφυγή. Το πλεόνασμα, λοιπόν, δεν είναι τόσο καρπός ανάπτυξης όσο καρπός αδιαφάνειας που διορθώθηκε και φόρων που δεν καταργήθηκαν ποτέ. Αυτό δεν μειώνει την αξία των μέτρων. Βέβαια δεν μεγαλώνει και την αντοχή τους στις πολιτικές πιέσεις που δέχεται η κυβέρνηση. Οσες επιστροφές χρημάτων και αν γίνουν, πλησιάζει η ώρα που θα πρέπει κι αυτή να πληρώσει τον φόρο παραγόμενης αξίας της.