Αποτελούν κοινό τόπο όλων των δημοσκοπικών ευρημάτων, τα τελευταία χρόνια, τα υψηλά ποσοστά που συγκεντρώνει η Δικαιοσύνη στην έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών, ποσοστά που κυμαίνονται σε γενικές γραμμές πάνω από το 65%, ενώ έχουν φθάσει κατά καιρούς και σε «ταβάνι» του 80%. Παλαιότερα, η Δικαιοσύνη δεν είχε τέτοιες δημοσκοποπικές επιδόσεις που αντανακλούν, όχι επιφανειακά, σε διευρυμένη δυσπιστία των πολιτών για την αποτελεσματικότητα και την ευθυκρισία των δικαστών.
Τι συνετέλεσε όμως και το δικαστικό μας σύστημα, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τις Ενοπλες Δυνάμεις ή την Εκκλησία, κατρακύλησε στην εμπιστοσύνη των πολιτών;
Πρώτα πρώτα ευθύνες επωμίζονται οι ίδιοι οι δικαστές. Και όταν λέω δικαστές, εννοώ πρωτίστως συγκεκριμένα πρόσωπα που χειρίστηκαν κατά καιρούς – και πρόσφατα – σοβαρές υποθέσεις με πολιτικό πρόσημο, όπου η διαχείρισή τους δέχθηκε σφοδρές επικρίσεις. Η διαχείριση υποθέσεων, όπως για παράδειγμα σκάνδαλα με πολιτικές απολήξεις και άλλα, έχουν δημιουργήσει, χωρίς αμφιβολία, ρωγμές στην εμπιστοσύνη των πολιτών. Ωστόσο, πέραν αυτών, και η ευθύνη της ίδιας της Δικαιοσύνης στον τρόπο που αποδέχονται τη θεσμική της δράση οι πολίτες και η κοινωνία είναι δεδομένη και εμφανής. Διότι, πέραν των όποιων συγκεκριμένων υποθέσεων, σχετίζεται με την απόδοσή της, τη γενικότερη λειτουργία της, την αποτελεσματικότητά της, που κινείται ακόμα και σήμερα, παρά τις βελτιώσεις, σε χαμηλούς δείκτες κάτω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο.
Οι χιλιάδες πολίτες που καθημερινά συναλλάσσονται με το δικαστικό μας σύστημα εισπράττουν δυσαρέσκειες και απογοητεύεσεις για την ορισμένες φορές προκλητική καθυστέρηση στην εκδίκαση των αιτημάτων τους. Αρα η ίδια η Δικαιοσύνη δεν έχει πείσει τον κόσμο και ρίχνει με τον τρόπο που λειτουργεί λάδι στη φωτιά της αμφισβήτησης του θεσμικού της κύρους. Από την άλλη όμως, για την κατρακύλα της Δικαιοσύνης στην εμπιστοσύνη των πολιτών βαρύτατες ευθύνες έχουν τα πολιτικά κόμματα. Οι πολιτικοί μας το έχουν εύκολο να εξαπολύουν επιθέσεις κατά του δικαστικού θεσμού, όταν μια απόφαση ή μια δικαστική ενέργεια δεν τους βολεύει.
Η συγκεκριμένη πολιτική στάση έχει γίνει νόμος για πολλές δεκαετίες, συμβάλλοντας καθοριστικά στην απαξίωση του δικαστικού θεσμού και στην ενίσχυση της αμφισβήτησής του από τους πολίτες. Τελευταία στον χορό έχουν εισέλθει και τα μέσα ενημέρωσης, που πολλές φορές προσεγγίζουν με επιφανειακούς όρους δικαστικές έρευνες, δικαστικές αποφάσεις και λοιπά, σπέρνοντας αμφιβολίες για δικαστικές κρίσεις, τις οποίες επικρίνουν χωρίς επιχειρήματα και στη λογική μιας τυφλής, λαϊκιστικού τύπου προσέγγισης. Η κριτική στη Δικαιοσύνη είναι αναγκαία και επιβεβλημένη ακόμα και αν είναι σκληρή, αλλά με επιχειρήματα και αποδείξεις, καθώς η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι εκτός κριτικής ούτε να αντιμετωπίζεται ως θεσμικό τοτέμ. Ωστόσο επικρίσεις αστήρικτες, υποβολιμαίες, με σκοπιμότητες, με λαϊκισμό και στη λογική μιας αφόρητης τοξικότητας που τελευταία και με αφορμή και την τραγωδία των Τεμπών κυριάρχησε στον δημόσιο διάλογο με επίκεντρο τη Δικαιοσύνη έχουν τροχίσει ακόμα περισσότερο την έλλειψη εμπιστοσύνης προς το δικαστικό μας σύστημα.
Θα πει κάποιος: Και τι πειράζει; Πειράζει και παραπειράζει.
Γιατί δεν είναι θεωρία ότι η Δικαιοσύνη είναι πυλώνας της δημοκρατίας. Είναι μια πραγματικότητα της δημοκρατίας. Και αν φθάσουμε να σακατέψουμε το κλαδί που κάθονται δικαιώματα πολιτών και κοινωνικές ισορροπίες, τότε θα πέσουμε όλοι, και μάλιστα ξαφνικά. Και οι θεσμικές πτώσεις έχουν οδυνηρές συνέπειες πρώτα απ’ όλα για τους αδυνάμους και για το κοινωνικό σώμα.
Μετά ταύτα. Με αφορμή τη διαχείριση σημαντικών υποθέσεων, όπως οι υποκλοπές, τα Τέμπη, ευθύνες πολιτικών προσώπων και άλλα, η Δικαιοσύνη έχει πρώτη απ’ όλους το βάρος να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών για την αντικειμενικότητα στη θεσμική της δράση. Θα μπορέσει όμως να το γυρίσει το χαρτί; Δύσκολο αλλά αναγκαίο.



