Ανάμεσα σε δύο κόσμους,
Έτρεξες με βήματα ξυπόλητα
Περπάτησες αγκάθινους δρόμους
Μεγάλωνες σε κίτρινους καιρούς
Μισούσες αυτό το χρώμα
Μα το βλέμμα σου στους δειλινούς
ουρανούς, φώναζε
«θ’ αλλάξω αυτή την εικόνα»
Στα δεκαπέντε χρόνια σου,
ο καθρέφτης αετό ανίκητο
απεικονίζει
Και η ατίθαση νιότη σου
σε βάρβαρα, ατρόμητα
κύματα σε ρίχνει
Ένιωσες τη θάλασσα
σαν νέα σου μάνα
να αγκαλιάζει το Καπετανάκι της,
να το παρηγορεί, να του μιλεί μετά
από κάθε της αντάρα
Κι όπως ανυπάκουα
ονειρευόσουν ακόμα, φεύγεις
απ’ τα υγρά χέρια της,
πατάς σε νέο χώμα
Βλέπεις, ήθελες πάντα
ν’ αλλάξεις αυτό το χρώμα
Αλλο χρώμα, άλλη πόρτα,
άλλη γλώσσα, άλλη χώρα
Και μέσα στη θολούρα του
αλλιώτικου, ο καθρέφτης
απεικονίζει άλλη εικόνα
Ξεθώριασε εκείνος ο αετός,
το ατίθασο παλικάρι
Ένας άστεγος ονειρευτήκαμε
τη θέση του έχει πάρει
Ο φόβος κι η ανασφάλεια
σε στοιχειώνουν, είναι οδηγοί σου
τώρα, μα σου είναι γνώριμο,
δεν πρέπει να μείνεις μαζί τους
πολλή ώρα
Εκείνο το όνειρο στου μπαρ
το τραπέζι, ξεσηκώνει τη θύμησή
σου, σε ταξιδεύει στη χώρα που
άφησες, στον παλιό σου καθρέφτη,
Κι ο νεαρός αετός
«Σήκω» σου γνέφει
Πέρασαν χρόνια πολλά
Ο καθρέφτης ντύθηκε στα λευκά
Εζησες ανάμεσα σε δύο όνειρα
ανάμεσα σε δύο κόσμους
Την υπόσχεσή σου κράτησες
«θ’ αλλάξω αυτήν την εικόνα»
Απλά αναπολώντας δεν ξέρεις αν
έφυγε εκείνο το κίτρινο χρώμα
Εζησες με πλούτη και φωτιά,
έγραψες τη δική σου ιστορία
Μα έζησες συνάμα με ενοχή,
προδοσία και νοσταλγία
Σε τύλιξε ο γνωστός καημός που
ζεις σε δεύτερη, πλανεύτρα χώρα
Κι ανάθεμα στους δειλινούς
ουρανούς όλα αυτά είναι
βαμμένα με κίτρινο χρώμα…
Ανάμεσα σε δύο όνειρα
Ανάμεσα σε δύο κόσμους…



