Πολύ μακρινή φαντάζει πλέον η εποχή που το 50ευρο πρόσφερε μια σιγουριά στους καταναλωτές όταν έφταναν στο ταμείο του σουπερμάρκετ. Μετά από δύο χρόνια ανελέητης ακρίβειας τα 50 ευρώ έχουν γίνει κάτι λιγότερο από 37 ευρώ και πλέον το καλάθι γεμίζει μόνο κατά τα 2/3, δημιουργώντας άγχος και ανασφάλεια όχι μόνο στα φτωχότερα νοικοκυριά, αλλά και στη λεγόμενη «μεσαία τάξη».

 € 37 Μετά από δύο χρόνια ανελέητης ακρίβειας τα 50 ευρώ έχουν γίνει κάτι λιγότερο από 37 ευρώ και πλέον το καλάθι γεμίζει μόνο κατά τα 2/3

Η αργή αποκλιμάκωση στον πληθωρισμό των τροφίμων – τον Μάρτιο η κατηγορία «διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» έτρεξε με +5,3% και για πρώτη φορά, εδώ και αρκετούς μήνες, έπεσε από την κορυφή των αυξήσεων – δεν συνιστά λόγο πανηγυρισμού. Κι αυτό γιατί είναι περισσότερο τεχνική. Η μεταβολή του κλαδικού δείκτη προκύπτει από τη σύγκριση της εφετινής τιμής με την αντίστοιχη περυσινή. Για την ιστορία, να πούμε ότι τον Μάρτιο του 2023 ο πληθωρισμός των τροφίμων ήταν 14,3% σε σχέση με τον Μάρτιο του 2022.

Ετσι παρά τα μέτρα Σκρέκα, που ακολούθησαν τα μέτρα Γεωργιάδη, ένα καλάθι με 19 βασικά προϊόντα διατροφής το οποίο κόστιζε 50,11 ευρώ την 1η Μαρτίου του 2022, σήμερα κοστίζει 63,42 ευρώ, ήτοι 26,5% ακριβότερα.

Ας σημειωθεί ότι ο Μάρτιος του 2022 ήταν ο τελευταίος μήνας που ο πληθωρισμός των τροφίμων ήταν μονοψήφιος, αφού για τους επόμενους 17 μήνες, δηλαδή μέχρι και τον Αύγουστο του 2023, «έτρεχε» με διψήφιο ρυθμό αύξησης.

Για να αγοράσει λοιπόν κάποιος/α τα ίδια προϊόντα χωρίς να πληρώσει παραπάνω θα πρέπει να μειώσει τις ποσότητες, ή να αφαιρέσει προϊόντα, ή να επιλέξει αποκλειστικά προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, που αν και ακριβότερα συγκριτικά με τον Μάρτιο του 2022, εξακολουθούν να είναι φθηνότερα περίπου 30% έναντι των επωνύμων.

Το ελαιόλαδο

Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ελαιόλαδο. Μέσα σε δύο χρόνια έχει ανατιμηθεί στο ράφι κατά 103,5%, καθώς από 7,66 ευρώ το λίτρο η μέση τιμή έχει φθάσει στα 15,59 ευρώ (στοιχεία e-Καταναλωτής). Και η ανηφόρα συνεχίζεται. Τον Μάρτιο εφέτος, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η ετήσια αύξηση στην τιμή του ήταν 67,2% ενισχύοντας τον γενικό δείκτη κατά 0,53%.

Χρυσή η πρωτεΐνη

Εξίσου μεγάλη οφείλει να είναι η… περικοπή και στη φέτα, καθώς μέσα σε δύο χρόνια η τιμή του «λευκού χρυσού» έχει ανέβει κατά 23,8%. Από 4,84 ευρώ τα 400 γραμμάρια το 2022 πωλείται πλέον στα 5,99 ευρώ και μάλιστα σε προσφορά. Επίσης αναγκαίο είναι το ψαλίδι και σε άλλα πρωτεϊνούχα τρόφιμα, όπως το γιαούρτι και τα αβγά, μιας και οι τιμές έχουν αυξηθεί στη διετία κατά 23,7% και 21,8% αντίστοιχα. Ανάλογη είναι η εικόνα και στο φρέσκο γάλα, με τις τιμές να είναι υψηλότερες κατά 5,8% σε σχέση τον Μάρτιο του 2022.

* Οι συσκευασίες έχουν αλλάξει/ μικρύνει, στη μαργαρίνη αντί για 500 g είναι 400 g, ενώ το ψωμί του τοστ είναι 480 g

Ενα κιλό λιγότερο

Παρότι η τιμή στο κοτόπουλο έχει συγκρατηθεί, το «κοτόπουλο με πατάτες στον φούρνο», ένα από τα αγαπημένα φαγητά των Ελλήνων, είναι τελικά ακριβότερο και ο λόγος είναι οι πατάτες, η τιμή των οποίων έχει εκτιναχθεί κατά 35,6% σε δύο χρόνια.

Οπως έχουν αυξηθεί και οι τιμές των αναψυκτικών. Τον Μάρτιο εφέτος και ενώ η κατηγορία των ειδών διατροφής και των μη αλκοολούχων ποτών ανατιμήθηκε κατά 5,3% σε ετήσια βάση, οι τιμές των αναψυκτικών σημείωσαν άνοδο 13%.

Φρουτοπληθωρισμός

Από τα περίπου 4-5 μήλα που «βγαίνουν» στο κιλό με τα ίδια λεφτά σήμερα αγοράζει κάποιος 4-4,5 καθώς η μέση τιμή κατά τη διάρκεια της πληθωριστικής κρίσης έχει αυξηθεί κατά 13%, από 1,31 ευρώ το κιλό στα 1,48 ευρώ το κιλό.

Και φυσικά δεν είναι μόνο τα μήλα ακριβότερα, αλλά όλα τα φρέσκα φρούτα, καθώς με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, συγκρίνοντας τον εφετινό Μάρτιο με τον Μάρτιο του 2022, οι τιμές είναι υψηλότερες κατά 14,1%. Κάτι που αποτυπώνεται και στον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή της Eurostat, με τον «fruitflation» στη χώρα μας («φρουτοπληθωρισμός» ελληνιστί) για πολλούς μήνες να χτυπάει πρωτιές πανευρωπαϊκά.

Πικρός ο καφές

Με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στο 67% του μέσου όρου της ΕΕ των 27, τη στιγμή που το επίπεδο τιμών στην Ελλάδα βρίσκεται στο 88,2% του ευρωπαϊκού μέσου όρου (τα τελευταία δημοσιευμένα στοιχεία αφορούν το 2022), ακόμη και τον καφέ της παρηγοριάς πρέπει να μειώσουν οι καταναλωτές για να βγει ο λογαριασμός. Η μέση τιμή του επώνυμου στιγμιαίου καφέ είναι υψηλότερη κατά 9,9% σε σχέση με δύο χρόνια πριν.

Το «shrinkflation»

Από την άλλη, στη μαργαρίνη και στο ψωμί του τοστ δεν χρειάζεται να κόψουν οι καταναλωτές τις ποσότητες λόγω ακρίβειας, φρόντισαν οι προμηθευτές! Πλέον οι παλαιότερες συσκευασίες του μισού κιλού δεν υπάρχουν, με τους καταναλωτές και στην Ελλάδα να μαθαίνουν τι είναι το «shrinkflation», το φαινόμενο δηλαδή της μείωσης του περιεχομένου των συσκευασιών των προϊόντων χωρίς ταυτόχρονη μείωση τιμής. Ετσι το κύπελλο γνωστής μαργαρίνης πωλείται μεν φθηνότερα σήμερα σε σχέση με τον Μάρτιο του 2022 (από 2,68 ευρώ στα 2,63 ευρώ), αλλά είναι 400 γραμμάρια αντί για 500.

Αντίστοιχα στη συσκευασία των 500 γραμμαρίων στο ψωμί του τοστ δύο φέτες δεν υπάρχουν πλέον, ωστόσο η τιμή είναι 4,9% υψηλότερη συγκριτικά με τον Μάρτιο του 2022, όταν η τιμή του αλευριού είχε εκτιναχθεί λόγω της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία, τον σιτοβολώνα της Ευρώπης.

Και μια ο λόγος για το αλεύρι, να σημειωθεί ότι οι τιμές στο ράφι μέσα σε δύο χρόνια έχουν αυξηθεί πάνω από 30%, αλλά κυρίως για τις μονές συσκευασίες του ενός κιλού, καθώς στις πολυσυσκευασίες οι τιμές ανά κιλό είναι χαμηλότερες.

Αποδίδουν τα μέτρα;

Πάντως για το υπουργείο Ανάπτυξης τα πράγματα δεν είναι τόσο μαύρα, με υψηλόβαθμα στελέχη να τονίζουν πως η πορεία του πληθωρισμού των τροφίμων (σ.σ.: μειώθηκε διαδοχικά από 8,3% τον Ιανουάριο σε 6,7% τον Φεβρουάριο και σε 5,3% τον Μάρτιο) δείχνει ότι τα μέτρα κατά της ακρίβειας ήδη αποδίδουν. Μάλιστα, ο Κώστας Σκρέκας σημείωσε ότι τον τελευταίο μήνα, μετά την εφαρμογή των τελευταίων μέτρων, σε κάποιες αλυσίδες ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει στο 0,4%.

Την ώρα όμως που ο υπουργός Ανάπτυξης «βλέπει» την ακρίβεια να αποκλιμακώνεται, τα ίδια τα στελέχη της αγοράς, τόσο από το λιανεμπόριο και το χονδρεμπόριο όσο και από τις προμηθευτικές εταιρείες, θεωρούν ότι οι τιμές των αγαθών στην Ελλάδα είναι ακριβότερες σε σύγκριση με την Ευρώπη, με εξαίρεση τη μαναβική (έρευνα της εταιρείας Netrino).

Προκλήσεις

Αλλάζουν συνήθειες οι καταναλωτές

Ο έλληνας καταναλωτής μπήκε στο 2024 κουρασμένος και αγχωμένος όχι μόνο από την πληθωριστική πίεση, αλλά και από την κρίση της πανδημίας, καθώς και την οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας στην Ελλάδα. Προσαρμόζεται λοιπόν προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις, κάνοντας μικρές και μεγάλες αλλαγές, όπως επισημαίνει ο κ. Βάιος Δημοράγκας, Managing Director της NielsenIQ για Ελλάδα και Βουλγαρία. Αυτό σημαίνει ότι:

  • Περνάει περισσότερο χρόνο στο σπίτι λόγω του υβριδικού μοντέλου εργασίας.
  • Είναι πιο προσεκτικός ώστε να αγοράζει όσα πραγματικά χρειάζεται.
  • Προσαρμόζεται στην ιδέα ότι χρειάζεται λιγότερα για να είναι ευχαριστημένος και χαρούμενος.
  • Προσπαθεί να παίρνει προληπτικά μέτρα για την υγεία του, να ελέγξει το άγχος της καθημερινότητας, την πίεση που αισθάνεται και την αυξανόμενη έλλειψη ισορροπίας μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής ζωής.
  • Προσέχει πολύ τις αγορές του, έχοντας γνώση – συνείδηση τιμών.
  • Σχεδιάζει τις αγορές του πριν φτάσει στο κατάστημα, ενώ τσεκάρει τις τιμές προϊόντων με το κινητό του και μέσα στο κατάστημα.
  • Βάζει μπροστά τις προτεραιότητές του για προϊόντα πιο υγιεινά.