Γραμμένο από τη γαλλίδα συγγραφέα Ρασίλντ, εμβληματική μορφή του παρισινού ντεκανταντισμού, το «Monsieur Vénus» θεωρείται ένα από τα προκλητικότερα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, καθώς επιτίθεται σε κάθε σταθερή ιδέα περί φύλου, επιθυμίας και εξουσίας.
Στο κέντρο της ιστορίας, η αριστοκράτισσα Ραούλ ντε Βενεράντ απορρίπτει και αντιστρέφει τους έμφυλους ρόλους: ερωτεύεται τον Ζακ, έναν φτωχό νεαρό τον οποίο ουσιαστικά «κατασκευάζει» ως αντικείμενο επιθυμίας – τον θηλυκοποιεί, τον ελέγχει, τον μεταμορφώνει. Το αιρετικό σύμπαν της μεταφέρεται τώρα στη σκηνή: η όπερα «Monsieur Vénus» κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στις 30 Απριλίου, ως αποτέλεσμα της σύμπραξης τριών καλλιτεχνών: του θεατρικού δημιουργού Αλφρέδο Aριας και της χορογράφου-σκηνοθέτριας Ντιάνας Θεοχαρίδη που συνυπογράφουν τη σκηνοθεσία (και συμμετέχουν στην παράσταση) και του αργεντινού συνθέτη Μαρτίν Ματαλόν που υπογράφει τη μουσική και μιλάει στο «Βήμα» για την απόδοση του «σκοτεινού» κλασικού κειμένου μέσα από ένα σύγχρονο ηχητικό σύμπαν.
Τι κέντρισε το ενδιαφέρον σας στον προκλητικό κόσμο της Ρασίλντ;
«Το κείμενο επέλεξε ο Αλφρέδο Aριας και μου πρότεινε να γράψω τη μουσική. Σιγά-σιγά, το έργο άρχισε να με κερδίζει. Hταν πρόκληση, καθώς απείχε από κάτι που θα με προσέλκυε, όχι τόσο λόγω της θεματολογίας του όσο λόγω της αφηγηματικής του φόρμας και μιας αισθητικής ριζωμένης στον 19ο αιώνα. Ωστόσο, με ενδιέφερε η πολυπλοκότητα του κεντρικού χαρακτήρα και η βασανιστική σχέση με τον Ζακ Σιλβέρ – μια σχέση αντισυμβατική και παθιασμένη».
Στόχος ήταν να παραμείνετε πιστός στο πνεύμα του πρωτοτύπου ή να το επανερμηνεύσετε με μια σύγχρονη ματιά;
«Το αισθητικό πνεύμα του πρωτότυπου κειμένου του 1884 θα με ανάγκαζε να γράψω μουσική σύμφωνα με τις σκηνικές οδηγίες, οι οποίες είναι εξαιρετικά λεπτομερείς στο πρωτότυπο κείμενο, και το ταξικό πλαίσιο της εποχής. Θα με οδηγούσε σε μια αφηγηματική, νεορομαντική μουσική. Ακολούθησα την αντίθετη οδό, λειτουργώντας συμπληρωματικά. Το κείμενο είναι μάλλον αφηγηματικό και κατά κάποιον τρόπο γραμμικό, η μουσική εναλλάσσεται ανάμεσα σε αφηρημένες στιγμές και αφηγηματικές “εστίες”. Ενίοτε μπορεί να περιέχει παιγνιώδη ή χιουμοριστικά στοιχεία που απουσιάζουν από την αφήγηση. Πιστεύω ότι αυτές οι “διαταραχές” διευρύνουν τις διαστάσεις του κειμένου. Παρ’ όλα αυτά, η μουσική προσπαθεί να ακολουθήσει και να σχολιάσει τις περίπλοκες καταστάσεις και τη δραματουργία».
Στο έργο σας συχνά συνδυάζετε ακουστικά όργανα με ηλεκτρονικά στοιχεία. Στο «Monsieur Vénus»;
«Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις ήταν να καταφέρω να διατηρήσω την ένταση επί 65 λεπτά, με ελάχιστα δυνατά μέσα παραγωγής ήχου: μία σοπράνο και έναν μουσικό. Πώς όμως ανανεώνεις το ενδιαφέρον της ακρόασης, πώς δίνεις ποικιλία στα ηχοχρώματα και δημιουργείς διαφορετικές ατμόσφαιρες χωρίς να γίνει η φωνή μονότονη με ένα μινιμαλιστικό σχήμα δύο μουσικών; Η ενσωμάτωση των ηλεκτρονικών στοιχείων ήταν το κλειδί για την επίλυση τέτοιων προβλημάτων. Με αυτά ανοίγεται ένας τεράστιος αριθμός δυνατοτήτων. Τα ηλεκτρονικά μέσα επιτρέπουν επίσης μια πιο ενδιαφέρουσα χρήση του χώρου: η μετάδοση του ήχου είναι περιφερειακή, δημιουργώντας έναν εμβυθιστικό (immersive) χώρο. Επίσης, μου επιτρέπουν, παρά τον περιορισμένο αριθμό μουσικών, να έχω έναν ήχο που είναι ταυτόχρονα πλούσιος και ισχυρός, αλλά και ποιητικός και οικείος».
Η συνεργασία με τον Αλφρέδο Aριας και την Ντιάνα Θεοχαρίδη;
«Καθώς ζούμε σε διαφορετικές χώρες, η επικοινωνία περιοριζόταν σε τηλεφωνικές συνομιλίες ή μηνύματα. Μόλις ολοκλήρωνα κάποιες σκηνές, δημιουργούσα μια προσομοίωση στον υπολογιστή ώστε να έχουν μια ιδέα για τη μουσική. Eχω συνεργαστεί αρκετές φορές με την Ντιάνα· γνωρίζει τη δουλειά μου. Με τον Αλφρέδο είναι η πρώτη φορά που συνεργάζομαι. Δουλεύει πάνω στη μουσική με έναν τρόπο που σπάνια έχω βιώσει. Είναι προσεκτικός και ευαίσθητος και βρίσκει πάντα ευφυείς τρόπους να την εντάσσει στη δραματουργία».
Το έργο πραγματεύεται θέματα που θεωρούνταν σκανδαλώδη τον 19ο αιώνα. Τι τα καθιστά επίκαιρα σήμερα;
«Παρόλο που σήμερα το ζήτημα του φύλου είναι πιο κατανοητό από τμήματα της κοινωνίας, η επάνοδος εξαιρετικά αρχαϊκών και συντηρητικών ιδεών σε πολλές χώρες επιχειρεί να υποβιβάσει τις κοινωνικές προόδους σε μία Εποχή του Λίθου. Η αποδοχή των ανθρώπων όπως ακριβώς είναι, ο σεβασμός απέναντί τους, αποτελεί μια ιδέα που πρέπει επειγόντως να υπερασπιστούμε».
Είναι ένα πολιτικό έργο;
«Εκ πρώτης είναι πολιτικό επειδή οι χαρακτήρες είναι queer πριν καν υπάρξει ο όρος. Από την άλλη, το κείμενο δεν αναδεικνύει το ζήτημα της τρανς ταυτότητας. Αφορά μια παθιασμένη και περίπλοκη σχέση. Απλώς αυτή η σχέση εκδηλώνεται μέσα από queer χαρακτήρες. Γινόμαστε συχνά μάρτυρες των προβληματισμών και των διεκδικήσεών τους και, υπό αυτή την έννοια, το έργο θέτει σημαντικά ερωτήματα σε ανθρώπους που δεν είναι απαραίτητα queer».
Ποιο συναίσθημα ελπίζετε να πάρει μαζί το κοινό μετά την παράσταση;
«Hρθα για πρώτη φορά στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ (και στην Ελλάδα) πέρυσι, για να παρακολουθήσω την όπερα ενός φίλου. Ο χώρος και το πλαίσιο ήταν ιδανικά για αυτού του είδους το εγχείρημα. Λίγες φορές στη ζωή μου έτυχε να ακούσω ένα κομμάτι που με άγγιξε τόσο βαθιά, όχι μόνο συναισθηματικά, αλλά με έναν περίεργο, ασυνείδητο τρόπο. Προκάλεσε μέσα μου κάτι, “άνοιξε” την κατανόησή μου για τα πράγματα. Είναι μια εμπειρία που δύσκολα εξηγείται… Αν έστω και ένας θεατής βιώσει κάτι τέτοιο, θα θεωρήσω ότι πέτυχα τον στόχο μου. Αλλά ακόμη κι αν το κοινό απλώς σκεφτεί πάνω σε αυτό που άκουσε, αν διεγερθεί η φαντασία του, αυτό από μόνο του είναι αρκετό».



