Η ελληνική συμμετοχή στη φετινή 61η Διεθνή Εκθεση Μπιενάλε της Βενετίας (9 Μαΐου – 22 Νοεμβρίου) δεν παρουσιάζεται απλώς ως μια έκθεση, αλλά ως μια εμπειρία που αμφισβητεί τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ιστορία και την πραγματικότητα.
Η πρόταση με τίτλο «Εscape Room» φέρει την υπογραφή του αρχιτέκτονα και εικαστικού Ανδρέα Αγγελιδάκη και συνιστά «μια πρόσκληση να δούμε την ιστορία όχι ως δεδομένο, αλλά ως ένα ανοιχτό πεδίο ερμηνειών», σύμφωνα με τον επιμελητή του ελληνικού περιπτέρου, Κώστα Μπεκιράκη.
Και, παρότι υπάρχει «ρήτρα μυστικότητας» και οι λεπτομέρειες παραμένουν περιορισμένες, ο Αγγελιδάκης έδωσε μια πρώτη εικόνα της λογικής του έργου, προτείνοντας έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό του ίδιου του ελληνικού περιπτέρου ως χώρου ψυχαγωγίας όπου μπορεί και κάποιος να μπερδευτεί και να νομίζει ότι είναι το πάρτι της Μπιενάλε ή το κατάστημά της.
«Αυτό που κάνω είναι ότι χωρίζω το περίπτερο στη μέση. Το ένα κομμάτι είναι εθνικό και το άλλο είναι περίπτερο. Και παίζω και με τη συνωνυμία του περιπτέρου ως Pavilion και του περιπτέρου ως Kiosk, αυτού του “εικονίσματος της ελληνικής πραγματικότητας”.

Οπότε δεν υπάρχει κάτι προσβλητικό στο περίπτερο. Είναι δύο μηχανισμοί. Το ένα μοιάζει με πίστα από μπουζούκια και το άλλο μοιάζει με περίπτερο που πουλάει τουριστικά σουβενίρ. Το ένα ζει από το άλλο.
Πρόκειται για δύο μηχανισμούς, όπως τους περιγράφει ο Πλάτωνας, που παράγουν μια εικόνα της αλήθειας. Ο ένας είναι καθαρά ψηφιακός και αποτελείται από αποσπασμένα στοιχεία του ίδιου του κτιρίου – όπως οι κολόνες, μετασχηματισμένες σε πουφ.
Ο άλλος κινείται σε μια πιο “αλατούρκα” λογική: μια πρακτική αυτοσχεδιασμού, όπου δημιουργείς με ό,τι βρίσκεις διαθέσιμο». Οπότε η Ελλάδα που προτείνει ο Αγγελιδάκης προκύπτει από τη συνύπαρξη αυτών των δύο – της α λα τούρκα οθωμανικής εμπειρίας, του Ρωμιού, και εκείνου που έρχεται απ’ έξω με μια διαφορετική γνώση και οπτική.
Η πρόταση του Ανδρέα Αγγελιδάκη για το ελληνικό περίπτερο στηρίζεται σε μια μακρόχρονη έρευνα γύρω από τη σχέση αρχαιολογίας, αρχιτεκτονικής και ιστορίας, τις οποίες προσεγγίζει ως έννοιες ρευστές και διαρκώς διαπραγματεύσιμες.
Στο escape room το περίπτερο δεν λειτουργεί ως ουδέτερος εκθεσιακός χώρος, αλλά ως ενεργό μέρος του έργου: ένα κτίριο του 1934, ιδεολογικά φορτισμένο, με χαρακτηριστικά εθνικού μνημείου.
Η νεοβυζαντινή του πρόσοψη μετατρέπεται σε ένα σύγχρονο, ψηφιακό πλατωνικό σπήλαιο, όπου η αλήθεια δεν παρουσιάζεται ως απόλυτη. Μέσα από τη λογική του παιχνιδιού, ο θεατής καλείται να κινηθεί ανάμεσα σε αποσπασματικά στοιχεία, χωρίς να οδηγείται σε τελική λύση.
Ετσι, πραγματικότητα και αναπαράσταση συγχέονται, ενώ το έργο αναδεικνύει τη χρήση της ιστορίας ως μηχανισμού ιδεολογίας και προπαγάνδας.







