Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η ενεργειακή μετάβαση της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ταχείας διείσδυσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) στην Ευρώπη. Από ένα ενεργειακό σύστημα που μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000 βασιζόταν κυρίως στον λιγνίτη και τα εισαγόμενα καύσιμα, η χώρα έχει μεταβεί σε ένα πιο διαφοροποιημένο και βιώσιμο μοντέλο, στο οποίο οι ΑΠΕ διαδραματίζουν πλέον κεντρικό ρόλο. Η συνολική παραγωγή από ΑΠΕ έχει φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα τα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα δεδομένα του ΑΔΜΗΕ (Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας) το 2024 παρήχθησαν συνολικά 25,2 TWh ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, εξαιρουμένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών, υπερδιπλάσια αυτής που παράχθηκε το 2019 (12,2 TWh).

Η μετάβαση αυτή ενισχύθηκε από τις ευρωπαϊκές πολιτικές για την κλιματική αλλαγή, τα εθνικά σχέδια ενέργειας, καθώς και από τη σημαντική μείωση του κόστους των τεχνολογιών, ιδίως των φωτοβολταϊκών συστημάτων. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη έχει διαδραματίσει η ανάπτυξη των ενεργειακών υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των διασυνδέσεων των νησιών και της ενίσχυσης του συστήματος μεταφοράς, καθώς και το ρυθμιστικό πλαίσιο που διαμορφώνεται από την Ελληνική Κυβέρνηση και τη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ), ενθαρρύνοντας σημαντικές επενδύσεις από εγχώριους και διεθνείς φορείς.

Το 2026, η συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών στην ηλεκτροπαραγωγή της Ελλάδας κυμαίνεται περίπου στο 50%-55%, με βασικούς πυλώνες την ηλιακή, την αιολική και την υδροηλεκτρική ενέργεια. Τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά συστήματα έχουν γνωρίσει τη μεγαλύτερη ανάπτυξη, αξιοποιώντας το υψηλό ηλιακό δυναμικό και τις ευνοϊκές ανεμολογικές συνθήκες της χώρας.

Ωστόσο, η παραγωγική ισχύς της ηλεκτρικής ενέργειας από την ηλιακή και αιολική ενέργεια παρουσιάζει μεγάλη αναμενόμενη ή αναπάντεχη μεταβλητότητα, κυρίως λόγω καιρικών συνθηκών, σε αντίθεση με τις συμβατικές πηγές ενέργειας. Για τον λόγο αυτόν απαιτείται η συνεχής παρακολούθηση του συστήματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για τη διαρκή εξισορρόπησή του, σε περιπτώσεις ανεπαρκούς παροχής ενέργειας ή υπερβολικής παροχής ενέργειας. Τα κενά της ανεπαρκούς παροχής ενέργειας από ηλιακή και αιολική ενέργεια καλύπτονται από την υδροηλεκτρική ενέργεια, από θερμοηλεκτρικές μονάδες και τις διεθνείς μεταφορές ενέργειας. Από την άλλη πλευρά, η υπερπαραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ καθιστά την αποθήκευση ενέργειας κρίσιμο παράγοντα για το επόμενο στάδιο της ενεργειακής μετάβασης.

Στο πλαίσιο αυτό, βρίσκονται σε εξέλιξη επενδύσεις σε συστήματα αποθήκευσης, όπως μπαταρίες μεγάλης κλίμακας και έργα άντλησης/αποταμίευσης, τα οποία αναμένεται να επιτρέψουν μεγαλύτερη αξιοποίηση της παραγόμενης ενέργειας από ΑΠΕ και να μειώσουν τις απώλειες. Η περαιτέρω ανάπτυξη των τεχνολογιών αυτών θα συμβάλει στη σταθεροποίηση του ενεργειακού συστήματος και στη μείωση του κόστους για τους καταναλωτές.

Συνολικά, η Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε προχωρημένο στάδιο ενεργειακής μετάβασης, έχοντας επιτύχει σημαντική αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Έτσι, παρά τις προκλήσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση της μεταβλητότητας και την ανάγκη ενίσχυσης των υποδομών και της αποθήκευσης, η χώρα διαθέτει τις προϋποθέσεις για να επιτύχει τους στόχους της επόμενης δεκαετίας και να ενισχύσει τον ρόλο της ως περιφερειακού κόμβου καθαρής ενέργειας.

Βέβαια στα παραπάνω να προσθέσουμε ότι η χώρα μας διαθέτει σημαντικό, και σε έναν βαθμό ανεκμετάλλευτο, γεωθερμικό δυναμικό, κυρίως λόγω της έντονης τεκτονικής και ηφαιστειακής δραστηριότητας που υπάρχει, κάτι που μπορεί να αποτελέσει πηγή γεωθερμικής ενέργειας. Επί του παρόντος, η Ελλάδα εστιάζει κυρίως στην «γεωθερμία χαμηλής ενθαλπίας» που χρησιμοποιείται για θέρμανση θερμοκηπίων, ιχθυοκαλλιεργειών και ξήρανση προϊόντων, με κύριες περιοχές τη Βόρεια Ελλάδα (Σέρρες, Καβάλα) και νησιά (Λέσβος, Χίος, Μήλος, Σαντορίνη).

Ωστόσο, η γεωθερμία και οι προοπτικές ανάπτυξής της επαναφέρουν στο προσκήνιο έναν τομέα με σημαντικές προοπτικές αλλά και πολλές προκλήσεις.

*Έλενα Φλόκα, Καθηγήτρια Τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών