Είναι αρχές του ’90 στην Μπολόνια και ο Χρήστος Θηβαίος κάνει μία ακόμα δουλειά του ποδαριού για να βγάλει μερικά χρήματα. Βοηθά έναν παλιατζή να αδειάσει ένα διαμέρισμα. Δεν είναι η πρώτη τέτοια δουλειά. Παλιότερα -και με πολύ λιγότερο ιδρώτα και σκόνη- έκανε τον διερμηνέα κατά τη διάρκεια της διεθνούς έκθεσης στην Μπολόνια. Ποιος να το λέγε τότε στους εμπόρους γούνας και τους αλουμινάδες της βόρειας Ελλάδας ότι ο άνθρωπος που είχε μια κάποια συνεισφορά στο να ανοίξουν νέες δουλειές στην Ιταλία θα γινόταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες τραγουδοποιούς.
Το βανάκι του παλιατζή έχει σχεδόν γεμίσει και κάποια στιγμή το αφεντικό του Θηβαίου βγαίνει από το σπίτι κρατώντας ένα μαντολίνο. Δεν είναι σε ιδιαίτερα καλή κατάσταση, η καταγωγή του όμως είναι υψηλή: Μόντενα 1932. Γνωρίζει ότι ο βοηθός του «ασχολείται με τη μουσική» και σκεπτόμενος όπως κάθε αφεντικό σκέπτεται του το προσφέρει έναντι αμοιβής.

Φωτό: Γιώργος Βελλής
Ο Θηβαίος δέχεται, επισκευάζει το μαντολίνο και όταν επιστρέφει στην Αθήνα το δίνει στον Τάσο Λώλη, ο οποίος έπαιζε κιθάρα στους Συνήθεις Υπόπτους και αγαπούσε πολύ τα μαντολίνα.
Προφανώς, το περιστατικό δεν υπήρξε καθοριστικό για τον χαρακτηριστικό αλέγκρο ήχο που είχαν οι Συνήθεις Ύποπτοι και οφειλόταν στο μαντολίνο και τις επιρροές του Λώλη, αλλά αποτυπώνει την αισιοδοξία μιας εποχής, τότε που τα πράγματα έβρισκαν το δρόμο τους.
Οι «Μέρες Αδέσποτες» και η αναζήτηση του πρώτου τραγουδιού
Αν το σκεφτούμε, οι Συνήθεις Ύποπτοι εμφανίστηκαν πριν 30 χρόνια με τις «Μέρες αδέσποτες», αυτό το επετειακό ορόσημο, το δισκογραφικό του ντεμπούτο, θα γιορτάσει ο Χρήστος Θηβαίος στις 4 Ιουνίου μαζί με αγαπημένους φίλους και φίλες (Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μίλτος Πασχαλίδης, Γιάννης Χαρούλης, Ρίτα Αντωνπούλου και Οδυσσέας Ιωάννου), και έφεραν μια ανοιχτωσιά και ένα ιδιαίτερο φως -όχι ακριβώς έντεχνο, όχι ακριβώς έθνικ, όχι ακριβώς φιούζιον. Ήρθαν με την καρδιά τους και τα πόδια τους γυμνά.
«Κάποια στιγμή μού είχε πει ο Μάλαμας “μη με ακούς πολύ γιατί εσύ έχεις φως”», θυμάται ο Θηβαίος και λέει ότι οι εκλεκτικές συγγένειες του συγκροτήματος ήταν τόσο η σκηνή της Θεσσαλονίκης, όσο και η γενιά που ξεπήδησε από τους μουσικούς αγώνες της Κέρκυρας, με την Κρίστη Στασινοπούλου, τον Γιώργο Μακρή κ.α..

Φωτό: Γιώργος Βελλής
Ο δίσκος γεννήθηκε στα χρόνια της Ιταλίας. «Κάποια στιγμή, λέω στον εαυτό μου “αν έπρεπε να γράψω μόνο ένα τραγούδι στα ελληνικά ποιο θα ήταν αυτό;”. Αυτό μου κόστισε ψυχικά και χρονικά περίπου 8-9 μήνες και έγραψα το “Ημερολόγιο”. Όταν το ολοκλήρωσα, αισθάνθηκα ότι δε μ’ ενδιαφέρει να γράψω κάτι άλλο. Το «Ημερολόγιο» είναι το πρώτο τραγούδι του του δίσκου.
«Αυτός ο κύκλος τραγουδιών ήταν για μένα σαν μικρές πραγματείες. Το “Απ’ τον παράδεισο” μια πραγματεία στη “Φυγή” του Σεφέρη, οι “Περικοπές ενός απόκρυφου Ευαγγελίου” μια πραγματεία πάνω στον Μπόρχες και “Ο γορίλας” μια πραγματεία πάνω στην ποίηση και τους στίχους του Ζορζ Μπρασάνς. Ήταν σαν να δίνω εξετάσεις σε μια σχολή τραγουδοποιίας που είχα στήσει μέσα στο κεφάλι μου», λέει ο Θηβαίος.
Η «Μικρή Πατρίδα» που άλλαξε τα πάντα
Από τη μία υπήρχε αυτή η ακαδημαϊκή προσέγγιση και από την άλλη η ζωή κυλούσε με το ένστικτο και τις συμπτώσεις.
Η χρονιά είναι ίδια, το 1996, οι Συνήθεις Ύποπτοι δίνουν μια σειρά από χειροποίητες εμφανίσεις στο μπαράκι του Βασίλη. Ένα απόγευμα ο Θηβαίος ακούει στο ραδιόφωνο τη «Μικρή πατρίδα» στην πρώτη εκτέλεση, αυτή του Παντελή Θεοχαρίδη. Τηλεφωνεί στο σταθμό με ένα αίτημα αδιανόητο για σήμερα, αλλά τότε μάλλον τετριμμένο. «Τους παρακάλεσα να το ξαναπαίξουν για να το γράψω σε μια κασέτα. Ήταν απόγευμα, τα δισκοπωλεία είχαν κλείσει, και η ηχογράφηση ήταν ο μοναδικός τρόπος για να μάθω το τραγούδι, να το προβάρουμε και να το παίξουμε το βράδυ».
Το κομμάτι ακουγόταν στο Μπαράκι του Βασίλη, ένα βράδυ το άκουσε και συνθέτης του, Γιώργος Ανδρέου, υποσχέθηκε ότι την επόμενη φορά που θα έρθει θα έχει μαζί του και τον Γιώργο Νταλάρα. Ο Θηβαίος γέλασε ευγενικά αλλά δεν πίστεψε ούτε για μια στιγμή ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε μέχρι που ένα βράδυ η παρέα στο απέναντι τραπέζι ήταν ο Ανδρέου, ο Νταλάρας και ο παραγωγός του συγκροτήματος στη Lyra, Άγγελος Σφακιανάκης.
Τότε τούς έγινε η πρόταση να εμφανιστούν μαζί με τον Νταλάρα στην Ιερά Οδό. Η «Μικρή Πατρίδα» ηχογραφήθηκε ζωντανά έγινε γνωστή παντού.
Από τους Συνήθεις Υπόπτους στη σόλο πορεία
Η εποχή των «Υπόπτων» ολοκληρώθηκε με τον δεύτερο δίσκο τους («Είμαι αυτό που κυνηγάω») και ο Θηβαίος ξεκίνησε μια σόλο διαδρομή για να έχει μεγαλύτερη καλλιτεχνική αυτονομία αλλά και έλεγχο πάνω στο υλικό που κυκλοφορεί.
Η ζωή όμως ξέρει το δικό της δρόμο. Όπως κάποτε έπεσε ένα μαντολίνο στα χέρια του, έτσι και αυτό συνεργάστηκε με σπουδαίους συνθέτες και τραγουδοποιούς για να ερμηνεύσει τα τραγούδια τους. Μικρούτσικος, Ανδρέου και Δημητρίου χάραξαν την καριέρα του, οι οποίοι κατάλαβαν, όπως σημειώνει, ότι εκείνος μπορούσε να νιώσει σε βάθος τον κόπο βάθος τον κόπο και το μόχθο ενός συνθέτη να γράψει και να ενορχηστρώσει ένα τραγούδι που θεωρούσαν σημαντικό.
«Δεν είμαι τραγουδιστής, είμαι αφηγητής»
«Τριάντα χρόνια μετά, είναι ξεκάθαρο ότι ακολούθησα μια διπλή διαδρομή, αυτή του τραγουδοποιού και του ερμηνευτή», σχολιάζει ο ίδιος. «Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν εύκολο και για αυτό δεν θεωρώ τον εαυτό μου τραγουδιστή, αλλά αφηγητή, είτε έχω γράψει ο ίδιους τους στίχους και τη μουσική είτε έχω αφηγηθεί την πολύ προσωπική ιστορία των άλλων συνθετών».
Στον «Άμλετ της Σελήνης» τραγούδησε στίχους του Ελευθερίου, του Τριπολίτη, του Ιωάννου, του Κακουλίδη, της Μαστοράκη. Στάθηκε στο ύψος των μεγάλων ερμηνευτών που είχαν συνεργαστεί με τον Μικρούτσικο.
Στο «Μυστήριο τρένο» με τον Ανδρέου, χρειάστηκε να περάσουν περισσότερα από δέκα χρόνια γνωριμίας για να κάνουν έναν ολοκληρωμένο δίσκο παρέα. Για τον Ανδρέου ο Θηβαίος ήταν πρώτα τραγουδοποιός και ο αγαπημένος του ερμηνευτής ήταν ο Πάνος Κατσιμίχας.

Φωτό: Γιώργος Βελλής
Κάθισαν ένα πρωινό στο στούντιο του Ανδρέου στους Θρακομακεδόνες, περισσότερο για να μελετήσουν και να μάθει ο Θηβαίος τα κομμάτια. Εκείνη η πρώτη ηχογράφηση ήταν και η μοναδική που έκανε μέχρι να κυκλοφορήσει ο δίσκος. Δεν χρειάστηκε άλλη.
Στα τραγούδια του “Μεγάλου Θυμού” ο Δημητρίου ήθελα «να αποδώσω τον ήχο που είχαμε με τους Υπόπτους. Αποδέχθηκε δηλαδή την ταυτότητα μου ως τραγουδοποιού».
Η διαρκής μαθητεία και οι δάσκαλοι
Καθώς ο Θηβαίος μπαινοβγαίνει στις δεκαετίες και τη μία βρίσκει μια παλιά ιστορία με τον Παβιάνι και την άλλη επιστρέφει στο σήμερα για να πει πόσο του αρέσει ο Ορέστης Ντάντος αλλά και η Παυλίνα Βουλγαράκη, μιλά με την ταπεινότητα ενός αιώνιου μαθητή. Δεν έχει κανένα δισταγμό να πει πόσο θαυμάζει άλλους καλλιτέχνες.
Ο περισσότερος χρόνος έχει περάσει για να μιλήσει με αγάπη και εκτίμηση για τον Περίδη, τον Ιωαννίδη, τον Παπακωνσταντίνου, τον Μάλαμα, τον Αγγελάκα και τις Τρύπες, τον Παυλίδη και τα Ξύλινα Σπαθιά.
«Πάντα δηλαδή αισθανόμουνα ότι οι συνάδελφοι είναι καλύτεροι απ’ ό,τι εγώ», λέει. «Το χαιρόμουνα όμως γιατί πάλευα να γράψω κάτι. Όχι, να τους ξεπεράσω, αλλά να φτάσω σε αυτό το οποίο μέσα μου ήθελα να φτάσω. Ήταν πολύ ψηλά. Αισθανόμουν πάντα ότι λογοδοτούσα. Ακόμα το αισθάνομαι. Ναι, ακόμα λογοδοτώ στον Σαββόπουλο, στον Ξαρχάκο, στον Χατζιδάκι».
Τρεις και πλέον δεκαετίες πριν, πόσο διαφορετικά θα ένιωθε μέσα σε εκείνο το βανάκι στην Μπολόνια κρατώντας στα χέρια του το σκονισμένο, παλιό μαντολίνο;
Αγοράστε εισιτήρια για τη συναυλία του Χρήστου Θηβαίου από το InTickets.






