Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ο Νεκτάριος Ταβερναράκης ανήκει στη μικρή κατηγορία των Ελλήνων επιστημόνων που μπορούν να μιλούν ταυτόχρονα από το εργαστήριο, από τη διοίκηση της έρευνας και από το ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων. Καθηγητής Μοριακής Βιολογίας Συστημάτων στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, με θητεία στην ηγεσία του ΙΤΕ, και αντίστοιχους ρόλους σε ευρωπαϊκούς θεσμούς της επιστήμης, όπως το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Καινοτομίας και Τεχνολογίας (ΙΕΤ) και το Επιστημονικό Συμβούλιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας (ERC), «διαβάζει» τις χρόνιες παθογένειες της ελληνικής έρευνας όχι ως συγκυριακές αστοχίες, αλλά ως συμπτώματα θεσμικής ασυνέχειας.

Η κατάρρευση του «Εμπιστοσύνη στα Αστέρια μας – Trust Your Stars», ενός προγράμματος του Υπουργείου Παιδείας που είχε παρουσιαστεί ως εργαλείο στήριξης νέων ερευνητών και συμπράξεων ΑΕΙ, ανέδειξε περαιτέρω το χάσμα μεταξύ φιλόδοξων εξαγγελιών και χρηματοδοτικής εμπλοκής, αναδεικνύοντας διοικητικές ανικανότητες και βαθαίνοντας το ρήγμα εμπιστοσύνης της ερευνητικής κοινότητας στην πολιτεία. Η συζήτηση που ακολουθεί επιχειρεί να κοιτάξει μπροστά. Τι πρέπει να αλλάξει ώστε η έρευνα στην Ελλάδα να αποκτήσει ορίζοντα και συνέχεια μέσω μίας στέρεης εθνικής στρατηγικής;

Διάβασα με ενδιαφέρον μια πρόσφατη συνέντευξή σας όπου αναφέρετε ότι οι όροι που επιτρέπουν την εξαιρετική επιστήμη, συγκεκριμένα χρηματοδοτικές αρχιτεκτονικές, πλαίσια κινητικότητας και πρόσβαση σε ερευνητικές υποδομές, δεν «πέφτουν από τον ουρανό», ούτε προκύπτουν αυθόρμητα. Αν σας ζητούσα να ιεραρχήσετε σήμερα το μεγαλύτερο έλλειμμα για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρώπη, ποιο θα βάζατε πρώτο και γιατί;

Η εξαιρετική, υψηλής ποιότητας επιστήμη δεν προκύπτει αυθόρμητα, δεν «πέφτει από τον ουρανό». Απαιτεί συνειδητή οικοδόμηση θεσμικών, χρηματοδοτικών και οργανωτικών προϋποθέσεων. Κι αν έπρεπε να ιεραρχήσω ένα μόνο έλλειμμα για την Ελλάδα, δεν θα έβαζα πρώτο την έλλειψη χρημάτων, αν και αυτή είναι πραγματική. Θα έβαζα πρώτο κάτι βαθύτερο και αυτό είναι η διαχρονική απουσία σταθερής, πολυετούς θεσμικής συνέχειας και συνέπειας στη χρηματοδότηση της έρευνας.

Το ζήτημα δεν είναι αποκλειστικά ποσοτικό. Είναι η έλλειψη σταθερής, προβλέψιμης βασικής χρηματοδότησης για τους ερευνητικούς φορείς και τα πανεπιστήμια. Είναι η αδυναμία του συστήματος να υποσχεθεί αξιόπιστα σε έναν νέο ερευνητή ή σε ένα ερευνητικό ίδρυμα ότι ο ορίζοντάς του αύριο θα είναι προβλέψιμος. Όταν ένα εργαστήριο σχεδιάζει τριετείς ή πενταετείς ερευνητικές στρατηγικές, αλλά η χρηματοδότησή του είναι συγκυριακή, ή αλλάζει ανάλογα βραχύβιες πολιτικές προτεραιότητες, τότε η αριστεία δεν μπορεί να ριζώσει. Ο επιστήμονας αναγκάζεται να λειτουργεί σε λογική επιβίωσης αντί δημιουργίας — και οι καλύτεροι, κυρίως οι νέοι, τελικά αποχωρούν.

«Για την Ελλάδα, δεν θα έβαζα πρώτο την έλλειψη χρημάτων, αν και αυτή είναι πραγματική. Θα έβαζα πρώτο κάτι βαθύτερο: τη διαχρονική απουσία σταθερής, πολυετούς θεσμικής συνέχειας και συνέπειας στη χρηματοδότηση της έρευνας»

Οι ανταγωνιστικές ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις (Horizon Europe, ERC, EMBO, HFSPO, κλπ.) είναι κρίσιμες και έχουν βοηθήσει σημαντικά, αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν έναν σταθερό θεσμικό πυρήνα. Δεν καλύπτουν καθημερινές λειτουργικές ανάγκες: μισθοδοσία, συντήρηση υποδομών, διοικητική υποστήριξη. Η απουσία αυτής της βάσης δημιουργεί χρόνιες αστάθειες που δεν επιτρέπουν μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό και ενισχύουν το brain drain. Επιπλέον, χωρίς ισχυρή εθνική βάση, η χώρα δεν μπορεί να αξιοποιήσει πλήρως τις ανταγωνιστικές ευκαιρίες που προσφέρει η Ευρώπη. Αυτό οδηγεί σε αδυναμία ουσιαστικής σύγκλισης με χώρες που παραδοσιακά επενδύουν στην έρευνα.

Άμεσα συνδεδεμένο με τα παραπάνω είναι ένα δεύτερο σοβαρό έλλειμμα: η περιορισμένη θεσμική ικανότητα να αξιολογούμε αξιοκρατικά και να αντέχουμε τα αποτελέσματα αυτής της αξιολόγησης. Χωρίς διαφανή, αξιοκρατική και ουσιαστική αξιολόγηση, τόσο των ιδρυμάτων όσο και των ερευνητών, οι πόροι δεν μεγιστοποιούν την επίδρασή τους, όσοι κι αν είναι. Το μάθημα από τα ώριμα ερευνητικά οικοσυστήματα διεθνώς είναι σαφές: πόροι χωρίς στρατηγική συχνά διαχέονται χωρίς ουσιαστικό όφελος, ενώ η συνεπής μακροπρόθεσμη στρατηγική μπορεί έχει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα ακόμη και με περιορισμένους πόρους. Στην Ελλάδα έχουμε εξαιρετικούς ανθρώπους, θύλακες αριστείας με διεθνή αναγνώριση, αλλά, δυστυχώς, αυτά δεν κλιμακώνονται συστημικά.

Για την Ευρώπη, το έλλειμμα είναι διαφορετικής φύσης. Η Ευρώπη παράγει κορυφαία επιστήμη, αλλά υστερεί στο να τη μετατρέπει, με ταχύτητα και αποφασιστικότητα, σε γεωπολιτική και τεχνολογική ισχύ, στα πεδία που κρίνουν την εποχή: τεχνητή νοημοσύνη, βιοτεχνολογία, κβαντική υπολογιστική, ενεργειακή μετάβαση. Υπάρχει υστέρηση έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας στην κλιμάκωση (scaling-up) των τεχνολογιών. Το πρόβλημα εδώ είναι ο υπερβολικός κατακερματισμός και η γραφειοκρατία. Η τάση να αντιμετωπίζεται η έρευνα ως εργαλείο συνοχής αντί επένδυση στην αριστεία, αποδυναμώνει ακριβώς εκεί που η Ευρώπη έχει το μεγαλύτερο ανταγωνιστικό της προτέρημα. Εργαλεία όπως το ERC πρέπει να παραμείνουν αμιγώς αξιοκρατικά. Η «νόθευση» τους με άλλα κριτήρια «ισορροπίας» υπονομεύει ακριβώς αυτό που τα κάνει πολύτιμα. Και στο επίπεδο της μετάβασης από ανακάλυψη σε εφαρμογή/καινοτομία, χρειαζόμαστε μια «αρχιτεκτονική τόλμης»: λιγότερους ελέγχους στη διαδικασία, περισσότερη εμπιστοσύνη στο αποτέλεσμα, αποδοχή ότι το ρίσκο και η αποτυχία είναι συστατικά μέρη της επένδυσης στη γνώση.

«Τα δύο αυτά ελλείμματα, εθνικό και ευρωπαϊκό, είναι σε μεγάλο βαθμό δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: της πολιτικής αδυναμίας να αντιμετωπιστεί η επιστήμη ως θεμελιώδες κοινό αγαθό με ορίζοντα γενεών, και όχι ως εκλογικό διακύβευμα»

Η συζήτηση για τις ερευνητικές υποδομές μένει συχνά στο κέλυφος των επενδύσεων. Τι σημαίνει, κατά τη γνώμη σας, πραγματική και δίκαιη πρόσβαση σε υποδομές για μια χώρα όπως η Ελλάδα; Περισσότεροι εθνικοί κόμβοι, ισχυρότερη συμμετοχή σε ευρωπαϊκές υποδομές ή ένα άλλο μοντέλο;

Συχνά όταν μιλάμε για ερευνητικές υποδομές η συζήτηση εξαντλείται σε μια ποσοτική λογική: πόσα εκατομμύρια επενδύθηκαν σε εξοπλισμό, πόσες εγκαταστάσεις κατασκευάστηκαν. Αυτή η λογική είναι αναγκαία αλλά ανεπαρκής. Μια επίσης σημαντική παράμετρος είναι η ύπαρξη κρίσιμης μάζας στην ερευνητική κοινότητα της χώρας για την ουσιαστική αξιοποίηση μιας υποδομής, υψηλότατου, πολλές φορές, κόστους. Αυτή η κρίσιμη μάζα πολλές φορές λείπει. Υπάρχουν περιπτώσεις που πανάκριβος εξοπλισμός κυριολεκτικά αραχνιάζει στα υπόγεια εργαστηρίων, γιατί απλά δεν υπάρχουν αρκετά ερευνητικά προγράμματα και ανάγκες για να χρησιμοποιηθεί και αποδώσει αυτά που πρέπει. Πρόκειται για ένα κλασικό παράδειγμα σημαντικής δαπάνης χωρίς πραγματική στρατηγική, χωρίς έλεγχο σκοπιμότητας και βιωσιμότητας.

Πραγματική πρόσβαση, και ωφέλεια για την ερευνητική κοινότητα, δεν σημαίνει απλώς ότι κάπου υπάρχει μια υποδομή. Σημαίνει ότι κάθε ικανός ερευνητής, ανεξαρτήτως ιδρύματος ή γεωγραφικής θέσης, μπορεί να τη χρησιμοποιήσει με τρόπο λειτουργικό, οικονομικά εφικτό και επιστημονικά παραγωγικό. Ότι ένας ερευνητής στα Ιωάννινα ή στην Κρήτη έχει τις ίδιες ευκαιρίες χρήσης κορυφαίου εξοπλισμού με έναν συνάδελφό του στη Χαϊδελβέργη. Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρότεινα ένα μοντέλο τριών αλληλοενισχυόμενων πυλώνων.

Πρώτον, εθνικά δικτυωμένες υποδομές και όχι απομονωμένες νησίδες εξοπλισμού. Η Ελλάδα δεν έχει την κλίμακα να αναπαράγει παντού τα πάντα. Χρειάζεται ένα «ομοσπονδιακό» μοντέλο: λίγοι ισχυροί κόμβοι αριστείας, δικτυωμένοι εθνικά, με ανοικτή πρόσβαση, κοινά πρότυπα, μηχανισμούς ανάκτησης κόστους, και επαγγελματική τεχνική υποστήριξη.

Δεύτερον, πλήρη ένταξη σε ευρωπαϊκές υποδομές και δίκτυα (ESFRI, ERICs). Για χώρες όπως η Ελλάδα, η συμμετοχή σε τέτοιες δομές δεν είναι απλώς συμπλήρωμα, είναι στρατηγική, πολλαπλασιαστική επιλογή. Η πρόσβαση δεν αφορά μόνο όργανα, αλλά και τεχνογνωσία, πρότυπα ποιότητας, διαχείριση/επεξεργασία δεδομένων και διεθνείς διασυνδέσεις. Η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει σε «κέντρα ικανοτήτων» που θα λειτουργούν ως πύλες προς την Ευρώπη.

Τρίτον, και αυτό παραλείπεται συχνά από τη συζήτηση, η πραγματική πρόσβαση σε μια υποδομή σημαίνει και πρόσβαση σε ανθρώπινη τεχνογνωσία και εξειδίκευση. Μια τεχνολογική πλατφόρμα αιχμής, ένα καινούργιο όργανο, ή μηχάνημα, χωρίς τους εξειδικευμένους επιστήμονες που θα το λειτουργήσουν, και θα υποστηρίζουν τους ερευνητές-χρήστες, δεν είναι πραγματική υποδομή. Είναι απλώς ακριβό μέταλλο: εξοπλισμός που θα περιέλθει σε αχρηστία και θα απαξιωθεί. Χρειαζόμαστε λοιπόν εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο όμως θα πρέπει να μπορούμε να συγκρατούμε και να εκπαιδεύουμε μακροπρόθεσμα.

«Μια τεχνολογική πλατφόρμα αιχμής, ένα καινούργιο όργανο ή μηχάνημα, χωρίς τους εξειδικευμένους επιστήμονες που θα το λειτουργήσουν, δεν είναι πραγματική υποδομή. Είναι απλώς ακριβό μέταλλο»

Το δίλημμα «εθνικοί κόμβοι ή ευρωπαϊκή συμμετοχή» είναι ψευδές. Το ορθό μοντέλο είναι, κατά τη διεθνή πρακτική, ένα έξυπνο «hub-and-spoke»: λίγοι εθνικοί κόμβοι υψηλής ποιότητας που λειτουργούν ως πύλες προς ευρωπαϊκές υποδομές, εξυπηρετώντας ταυτόχρονα ευρύτερα εθνικά δίκτυα. Κρίσιμη προϋπόθεση είναι η λειτουργική διακυβέρνηση, με διαφανή κριτήρια πρόσβασης, και η συστηματική αξιολόγηση της χρήσης. Χωρίς αυτά, ακόμη και οι καλύτερα εξοπλισμένες εγκαταστάσεις υπολειτουργούν. Και φυσικά, δίκαιη πρόσβαση σημαίνει επίσης ειδική μέριμνα για νέους ερευνητές και πόρους/μέτρα που αντισταθμίζουν το γεωγραφικό και οικονομικό μειονέκτημα, ώστε η ουσιαστική ανάγκη, και όχι η εγγύτητα, να καθορίζει ποιος χρησιμοποιεί τον εξοπλισμό.

Παρόλο που οι ανταγωνιστικές ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις είναι κρίσιμες, ωστόσο δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη σταθερή θεσμική στήριξη. Πώς ορίζετε εσείς μια υγιή χρηματοδοτική αρχιτεκτονική για ένα σύστημα όπως το ελληνικό; Ποια ισορροπία χρειάζεται ανάμεσα στη βασική χρηματοδότηση φορέων, στα ανταγωνιστικά χρηματοδοτικά εργαλεία αριστείας, στα proof-of-concept εργαλεία αλλά και σε πιο στοχευμένες παρεμβάσεις σε συγκεκριμένες περιοχές της έρευνας στις οποίες η Ελλάδα έχει ή θα μπορούσε να αποκτήσει ρεαλιστικά μιλώντας ανταγωνιστικό πλεονέκτημα;

Έχετε θίξει έναν κρίσιμο, νευραλγικό κόμβο. Μια υγιής εθνική χρηματοδοτική αρχιτεκτονική δεν είναι απλώς θέμα ύψους επένδυσης, αλλά σωστής σύνθεσης εργαλείων. Προσωπικά τη βλέπω ως χαρτοφυλάκιο τεσσάρων συνεργατικών επιπέδων.

Πρώτο, ισχυρή βασική θεσμική χρηματοδότηση. Αυτό είναι το θεμέλιο. Χωρίς αυτήν, τα ιδρύματα εξαρτώνται υπερβολικά από ερευνητικά προγράμματα, και λειτουργούν με βραχυπρόθεσμο σχεδιασμό. Μισθοδοσία, κρίσιμες υποδομές, και στρατηγική ανάπτυξη δεν μπορεί, και δεν πρέπει να εξαρτώνται αποκλειστικά από ανταγωνιστικές χρηματοδοτήσεις. Η υπερεξάρτηση ενός ερευνητικού οικοσυστήματος από ανταγωνιστικά χρηματοδοτικά εργαλεία, ακόμα και αν αυτά είναι αριστείας, δημιουργεί μια ιδιότυπη αστάθεια: επιστήμονες διεθνούς εμβέλειας αναλώνουν δυσανάλογο χρόνο σε γραφειοκρατία και αβεβαιότητα, ενώ το θεσμικό υπόστρωμα που τους συγκρατεί παραμένει αδύναμο.

Δεύτερο, υψηλού επιπέδου ανταγωνιστικά προγράμματα αριστείας, με λογική αξιολόγησης όπως αυτή του ERC. Η αριστεία χρειάζεται χώρο και ρίσκο. Ιδίως όμως ελεύθερη βασική έρευνα οδηγούμενη από ανεξάρτητες ερευνητικές ομάδες (investigator-driven, bottom-up), όχι χαοτικές κοινοπραξίες, χωρίς σαφή προσανατολισμό και στόχο. Οι μεγάλες και σημαντικές ανακαλύψεις σπάνια προκύπτουν από υπερ-προδιαγεγραμμένες χρηματοδοτικές προσκλήσεις.

«Η αριστεία χρειάζεται χώρο και ρίσκο. Ιδίως όμως ελεύθερη βασική έρευνα οδηγούμενη από ανεξάρτητες ερευνητικές ομάδες, όχι χαοτικές κοινοπραξίες χωρίς σαφή προσανατολισμό και στόχο»

Το τρίτο επίπεδο, αυτό που συχνά λείπει από το ελληνικό σύστημα, είναι τα μεταφραστικά και proof-of-concept εργαλεία. Μεταξύ ανακάλυψης και εφαρμογής που θα φτάσει στην πραγματική οικονομία υπάρχει η λεγόμενη «κοιλάδα του θανάτου». Χρειαζόμαστε ευέλικτα κονδύλια για prototyping, ανάπτυξη πνευματικής ιδιοκτησίας, validation, ωρίμανση και στήριξη της νεοφυούς επιχειρηματικότητας, δηλαδή τη γέφυρα που θα επιτρέψει σε έναν επιστήμονα να ελέγξει αν μια ιδέα μπορεί να γίνει προϊόν, πριν βγει στην αγορά.

Το τέταρτο επίπεδο είναι οι στοχευμένες (top-down) στρατηγικές επενδύσεις σε τομείς δυνητικού συγκριτικού πλεονεκτήματος. Δεν πιστεύω ότι χώρες όπως η Ελλάδα, κερδίζουν προσπαθώντας να καλύψουν τα πάντα. Η έξυπνη εξειδίκευση είναι το κλειδί. Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρές βάσεις σε τομείς που συνδέονται με τα πραγματικά μας ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και έχουν υψηλή κοινωνικοοικονομική απόδοση.

Μια υγιής αρχιτεκτονική μοιάζει με πυραμίδα. Στη βάση βρίσκεται η σταθερή θεσμική χρηματοδότηση (core funding). Τα ερευνητικά κέντρα και τα πανεπιστήμια πρέπει να έχουν έναν εγγυημένο προϋπολογισμό για τη συντήρηση των βασικών τους λειτουργιών. Χωρίς αυτόν, η «καταδίωξη» των χρηματοδοτήσεων γίνεται αυτοσκοπός και εξαντλεί το προσωπικό. Μια τέτοια στρατηγική δεν πριμοδοτεί απλώς το τώρα, αλλά προετοιμάζει το μετά, εξασφαλίζοντας ότι το σύστημα δε θα καταρρεύσει αν μια χρονιά η απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων είναι χαμηλή.

Αυτή η ισορροπία εξασφαλίζει ότι η βασική χρηματοδότηση δημιουργεί σταθερότητα, τα ανταγωνιστικά χρηματοδοτικά εργαλεία οδηγούν σε αριστεία, και οι στοχευμένες παρεμβάσεις μετατρέπουν τη γνώση σε αξία και κινητήρια δύναμη ανάπτυξης. Χωρίς αυτήν την ισορροπία, το σύστημα παραμένει κατακερματισμένο και αναποτελεσματικό. Και ίσως το σημαντικότερο: χρηματοδοτική αρχιτεκτονική σημαίνει υψηλή ποιότητα αξιολόγησης, αλλά και ουσιαστική αποτίμηση της παραγόμενης αξίας. Όχι μόνο πόσα δίνεις, αλλά με ποια κριτήρια, με ποια ανεξαρτησία, με ποια συνέχεια, και τι μένει στο τέλος της ημέρας. Εκεί κρίνονται τελικά τα ερευνητικά οικοσυστήματα.

Η κινητικότητα των ερευνητών στην Ελλάδα συζητείται σχεδόν αποκλειστικά με όρους brain drain. Εσείς πώς θα περιγράφατε ένα ώριμο πλαίσιο κινητικότητας για τη χώρα; Τι χρειάζεται ώστε η κινητικότητα να παράγει επιστροφή γνώσης, συνεργασίες και θεσμική αναβάθμιση, αντί να καταλήγει σε μόνιμη διαρροή ανθρώπινου κεφαλαίου;

Ο όρος brain drain έχει γίνει ένα είδος αφηγηματικής φυλακής για την Ελλάδα. Νομίζω ότι έχουμε εγκλωβιστεί υπερβολικά σε μια στάση αμυντική και εν μέρει παρωχημένη. Δεν λέω ότι το φαινόμενο του brain drain δεν είναι πραγματικό — είναι, και η οικονομική κρίση της δεκαετίας 2010-2020 το επιδείνωσε δραματικά. Αλλά η αποκλειστική εστίαση στην παράμετρο της απώλειας μάς εμποδίζει να σκεφτούμε ωριμότερα τι σημαίνει κινητικότητα για ένα μικρό ευρωπαϊκό κράτος με φιλόδοξους επιστήμονες. Ένα στρατηγικό πλαίσιο κινητικότητας δεν στοχεύει στο να «κρατήσει όλους στην Ελλάδα». Αυτό δεν είναι εφικτό, ούτε επιθυμητό.

Η διεθνής συζήτηση έχει μεταβεί εδώ και χρόνια στην κινητικότητα του ερευνητικού προσωπικού (brain circulation): την κυκλοφορία γνώσης, εμπειριών, δικτύων. Αυτό είναι το κρίσιμο: να πάψουμε να βλέπουμε την κινητικότητα ως πλήγμα και να τη σχεδιάσουμε ως κυκλοφορία αξίας. Στην επιστήμη, η μετακίνηση στο εξωτερικό είναι συχνά απαραίτητη. Ένας ερευνητής που παραμένει στο ίδιο περιβάλλον από το πτυχίο μέχρι τη σύνταξη κινδυνεύει με επιστημονικό μαρασμό. Σε ένα σύγχρονο ερευνητικό οικοσύστημα, η κινητικότητα δεν είναι πρόβλημα προς περιορισμό αλλά μηχανισμός παραγωγής ποιότητας. Το ζητούμενο δεν είναι να μη φύγουν άνθρωποι. Είναι να μπορούν να φεύγουν, να επιστρέφουν, να συνδέονται, και να μεταφέρουν αξία.

«Το ζητούμενο δεν είναι να μη φύγουν άνθρωποι. Είναι να μπορούν να φεύγουν, να επιστρέφουν, να συνδέονται και να μεταφέρουν αξία»

Ένα, επωφελές για τη χώρα, πλαίσιο κινητικότητας έχει τέσσερα συστατικά:

Πρώτο, δομημένα μονοπάτια επιστροφής: θέσεις με προοπτική μονιμότητας, διάφανη και αξιοκρατική αξιολόγηση, ειδικές χρηματοδοτήσεις επαναπατρισμού (π.χ. τύπου ΕΜΒΟ Installation grants), δυνατότητα μερικής απασχόλησης κατά περίπτωση, και εξασφάλιση ανταγωνιστικών πακέτων στήριξης για τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας ενός νέου εργαστηρίου (start-up packages), κατά τα πρότυπα άλλων χωρών. Η Ελλάδα έχει κάνει κάποια βήματα, αλλά δεν αρκεί να καλέσεις μέλη της επιστημονικής διασποράς να επιστρέψουν. Πρέπει να τους προσφέρεις τις κατάλληλες απολαβές, και ένα περιβάλλον όπου να μπορούν να αποδώσουν.

Δεύτερο, ενίσχυση της κυκλικής κινητικότητας. Ένας ερευνητής μπορεί να βρίσκεται στις ΗΠΑ ή σε κάποια Ευρωπαϊκή χώρα και να συμβάλλει συστηματικά στο ελληνικό οικοσύστημα, μέσω ερευνητικών συνεργασιών (ακόμα και δημιουργίας συνεργατικών εργαστηρίων), από κοινού επίβλεψης διδακτορικών διατρίβων και μεταδιδακτόρων, σαββατικής άδειας σε ελληνικό ίδρυμα, ή/και δυνατότητα οργανικής σύνδεσης (joint appointment), χωρίς αυτά να συνεπάγονται παραίτηση από μια διεθνή καριέρα. Αυτές οι θεσμικές γέφυρες είναι πολύτιμες και σχεδόν ανύπαρκτες σήμερα.

Τρίτο, ουσιαστική ικανότητα απορρόφησης της εμπειρίας και της γνώσης. Δεν αρκεί να επιστρέψει κάποιος αν το σύστημα δεν μπορεί να αξιοποιήσει τις νέες κατευθύνσεις και πρακτικές, τα πρότυπα και την κουλτούρα που φέρνει μαζί του. Χρειάζεται ηγεσία που να εκτιμά και να ενθαρρύνει τη μεταφορά εμπειρίας και γνώσης. Είναι κρίσιμο να μετακινηθούμε από τη λογική «επιστροφής εγκεφάλων» στη λογική επιστημονικών δικτύων, με τη διασπορά ως συνιστώσα.

Τέταρτο (και αυτό είναι κριτήριο ωριμότητας), κινητικότητα προς την Ελλάδα διεθνούς ταλέντου. Συχνά μιλάμε μόνο για Έλληνες που φεύγουν, όχι όμως αρκετά για το πώς η Ελλάδα θα γίνει τόπος προσέλκυσης όχι μόνο Ελλήνων της διασποράς, αλλά και επιστημόνων από άλλες χώρες του κόσμου. Δυστυχώς, χωρίς ανοικτές διεθνείς προκηρύξεις, αξιοκρατική αξιολόγηση και ελκυστικά χρηματοδοτικά εργαλεία, η κινητικότητα θα παραμένει μονόδρομος.

Το ώριμο μοντέλο, τελικά, δεν μετρά πόσοι έφυγαν ή πόσοι γύρισαν. Μετρά αν η κινητικότητα παράγει συνεργασίες, κοινές δημοσιεύσεις, νέα πρότυπα αριστείας, μεταφορά γνώσης και θεσμική αναβάθμιση. Στοχεύει στο να μετατρέψει την κυκλοφορία ταλέντων σε εθνικό πλεονέκτημα. Δεν τη βλέπει ως απειλή. Η ελληνική επιστημονική διασπορά είναι μια, δυνάμει, υπερδύναμη της χώρας, κι ένα στρατηγικό πλεονέκτημα, όχι ένα τραύμα.

Οι Έλληνες επιστήμονες στο εξωτερικό δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως χαμένοι για την ερευνητική κοινότητα εντός της χώρας. Είναι δυνητικά ένα μεγάλο, άτυπο δίκτυο ερευνητικής συνεργασίας. Αρκεί να υπάρξει η πολιτική βούληση και οι θεσμικές δομές για να αξιοποιηθεί. Αν καταφέρουμε να το μετατρέψουμε σε οργανικό μέρος του εθνικού ερευνητικού ιστού, η κινητικότητα θα γίνει πλούτος. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει όμως ότι η κινητικότητα παράγει πραγματική αξία όταν υπάρχει ισχυρό εγχώριο οικοσύστημα που μπορεί να την απορροφήσει και να την αξιοποιήσει. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε ελκυστικό περιβάλλον και τις κατάλληλες συνθήκες.

Ο Πρωθυπουργός πρόσφατα εξέφρασε δημόσια την πρόθεση της κυβέρνησης για τη δημιουργία ενός νέου υπουργείου που θα συνδέει έρευνα, καινοτομία/τεχνολογία και τριτοβάθμια εκπαίδευση. Θα μπορούσε ένα τέτοιο σχήμα να «θεραπεύσει» τον σημερινό κατακερματισμό της πολιτικής για την έρευνα στην Ελλάδα ή υπάρχει κίνδυνος να αλλάξει απλώς η διοικητική επιγραφή; Ποιες αρμοδιότητες θα έπρεπε οπωσδήποτε να συνενωθούν και ποιες να παραμείνουν διακριτές;

Η πρόθεση δημιουργίας ενός ενιαίου υπουργείου που θα συνδέει έρευνα, καινοτομία/τεχνολογία και τριτοβάθμια εκπαίδευση κινείται σαφώς προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς επιχειρεί να αντιμετωπίσει έναν υπαρκτό και διαχρονικά δαπανηρό κατακερματισμό πολιτικής. Αυτοί οι τρεις τομείς διέπονται από φυσικές συνέργειες, και ο κατακερματισμός αρμοδιοτήτων σε διαφορετικά υπουργεία έχει οδηγήσει σε πολιτικές ασυνέχειες, ενίοτε αντιφάσεις, χαμένες ευκαιρίες και αδυναμία στρατηγικής συνοχής. Ωστόσο, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η θεσμική συγχώνευση, από μόνη της, δεν αρκεί. Χωρίς σαφή και μακροπρόθεσμη στρατηγική, σταθερούς μηχανισμούς χρηματοδότησης, κουλτούρα ουσιαστικής αξιολόγησης και λειτουργικές διεπαφές μεταξύ των επιμέρους πυλώνων, ο κίνδυνος να αλλάξει απλώς η «επιγραφή», όπως λέτε, είναι απολύτως πραγματικός.

«Χωρίς σαφή και μακροπρόθεσμη στρατηγική, σταθερούς μηχανισμούς χρηματοδότησης, κουλτούρα ουσιαστικής αξιολόγησης και λειτουργικές διεπαφές, ο κίνδυνος να αλλάξει απλώς η “επιγραφή” είναι απολύτως πραγματικός»

Το βασικό πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι μόνο οργανωτικό αλλά και λειτουργικό: διαφορετικοί φορείς εποπτεύονται από διαφορετικά υπουργεία, τα χρηματοδοτικά εργαλεία δεν συνδέονται σε ενιαία στρατηγική, ενώ πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα συχνά λειτουργούν παράλληλα αντί συνεργατικά. Το αποτέλεσμα είναι σπατάλη πόρων, διοικητική τριβή και αδυναμία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού.

Σε αυτό το πλαίσιο, ένα νέο υπουργείο έχει νόημα μόνο αν συγκεντρώσει κρίσιμες «οριζόντιες» αρμοδιότητες: τον ενιαίο εθνικό σχεδιασμό για έρευνα και καινοτομία, τα εργαλεία χρηματοδότησης (εθνικά και ευρωπαϊκά), την πολιτική ερευνητικών υποδομών, και τη συστηματική διασύνδεση πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και παραγωγικού ιστού. Εξίσου κρίσιμη είναι η ενοποίηση πολιτικών ανθρώπινου κεφαλαίου, από τη διδακτορική εκπαίδευση έως την ερευνητική σταδιοδρομία, ώστε να ευθυγραμμιστούν τα εκπαιδευτικά και ερευνητικά κίνητρα.

Την ίδια στιγμή, ορισμένες λειτουργίες πρέπει να παραμείνουν διακριτές για λόγους αποτελεσματικότητας και θεσμικής ισορροπίας. Η βασική έρευνα οφείλει να προστατευθεί από βραχυπρόθεσμες πιέσεις, και να χρηματοδοτείται με κριτήρια αριστείας και αυτονομίας. Η αξιολόγηση πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητη και διεθνώς προσανατολισμένη, ώστε να αποφεύγονται συγκρούσεις συμφερόντων. Παράλληλα, η διοικητική και ακαδημαϊκή αυτονομία των πανεπιστημίων δεν πρέπει να υπονομευθεί από υπερσυγκέντρωση εξουσίας.

Το κρίσιμο, τελικά, δεν είναι το οργανόγραμμα της σχεδιαζόμενης νέας δομής, αλλά η «αρχιτεκτονική λειτουργίας». Ένα επιτυχημένο μοντέλο προϋποθέτει έναν ισχυρό στρατηγικό πυρήνα που χαράσσει κατευθύνσεις και συντονίζει πόρους, αλλά ταυτόχρονα αφήνει την εκτέλεση σε αποκεντρωμένους, ευέλικτους φορείς. Χωρίς επαρκή στελέχωση, πολυετή χρηματοδοτική σταθερότητα και θεσμούς με συνέχεια, πέρα από κυβερνητικές θητείες, ακόμη και το πιο καλοσχεδιασμένο υπουργείο κινδυνεύει να εξελιχθεί σε έναν ακόμη γραφειοκρατικό ενδιάμεσο. Με άλλα λόγια, το ζητούμενο δεν είναι απλώς ένα νέο υπουργείο, αλλά μια νέα, συνεκτική διακυβέρνηση της γνώσης, που θα μετατρέψει τον σημερινό κατακερματισμό σε λειτουργικό οικοσύστημα.

Στην Ευρώπη γίνεται όλο και πιο έντονη η συζήτηση για το knowledge valorisation, δηλαδή για το πώς η έρευνα μετατρέπεται σε οικονομική και κοινωνική αξία. Σε ένα σύστημα όπως το ελληνικό, που συχνά μετρά κυρίως δημοσιεύσεις, έργα και απορρόφηση πόρων, τι θα έπρεπε να αλλάξει ώστε η παραγόμενη γνώση να φτάνει πιο ουσιαστικά στην οικονομία, στη δημόσια πολιτική και στην κοινωνία;

Η έννοια του knowledge valorisation βρίσκεται πλέον στον πυρήνα της ευρωπαϊκής πολιτικής, αλλά συχνά παρερμηνεύεται ως στενή «εμπορευματοποίηση» της έρευνας. Στην πραγματικότητα, αφορά ένα πολύ ευρύτερο φάσμα: από τη μεταφορά τεχνολογίας και τη δημιουργία επιχειρήσεων έως τη συμβολή στη δημόσια πολιτική και την ενίσχυση της κοινωνικής καινοτομίας.

Στην Ελλάδα, το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη επιστημονικής παραγωγής, αλλά η αδυναμία του συστήματος να τη μετατρέψει σε απτό αντίκτυπο. Στην κατάταξη των χωρών της Ευρώπης σε ότι αφορά την καινοτομία, όπως δείχνει το European Innovation Scoreboard,

η Ελλάδα βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από τον Ευρωπαϊκό μέσο ορό, κάτω από χώρες όπως η Κύπρος, η Μάλτα, η Σλοβενία, η Πορτογαλία, η Λιθουανία, η Εσθονία. Η τάση μάλιστα είναι πτωτική. Τι φταίει; Η υπερ-έμφαση σε δείκτες όπως δημοσιεύσεις, αριθμός έργων και απορρόφηση κονδυλίων έχει δημιουργήσει ένα «κλειστό κύκλωμα» ακαδημαϊκής παραγωγής, με περιορισμένη διασύνδεση με την πραγματική οικονομία και την κοινωνία. Για να αλλάξει αυτή η ισορροπία, απαιτούνται βαθιές και συντονισμένες παρεμβάσεις.

Πρώτο, πρέπει να αλλάξουν τα κίνητρα. Όσο η ακαδημαϊκή εξέλιξη εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από το δημοσιευμένο έργο, η συμπεριφορά των ερευνητών θα παραμένει προσανατολισμένη σε αυτό. Τα συστήματα αξιολόγησης οφείλουν να ενσωματώσουν συστηματικά τον αντίκτυπο της έρευνας: πατέντες, συνεργασίες με επιχειρήσεις, δημιουργία spin-offs, συμβολή σε δημόσιες πολιτικές και κοινωνική διάχυση της γνώσης.

Δεύτερο, απαιτείται σοβαρή επένδυση σε ενδιάμεσους μηχανισμούς «μετάφρασης» της γνώσης. Γραφεία μεταφοράς τεχνολογίας, ταμεία χρηματοδότησης proof-of-concept, τεχνολογικά πάρκα και κόμβοι καινοτομίας (innovation hubs) δεν είναι γραφειοκρατικές προσθήκες αλλά κρίσιμες υποδομές. Στην Ελλάδα υπάρχουν αυτά, αλλά είναι αποσπασματικά, παραμένουν υποστελεχωμένα και χωρίς επαγγελματική επάρκεια. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η επιτυχία έγκειται στην κλίμακα και στην εξειδίκευση. Είναι χαρακτηριστικά τα παράδειγμα του Τεχνολογικού Πανεπιστήμιου του Eindhoven, ή του Πανεπιστήμιου KU Leuven, που διαθέτουν γραφεία μεταφοράς τεχνολογίας με εκατοντάδες εξειδικευμένους επαγγελματίες, δικηγόρους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, διαχειριστές καινοτομίας, μεσίτες επενδύσεων (investment brokers), κλπ., που μετατρέπουν ακαδημαϊκή γνώση σε αξία, συστηματικά.

Τρίτο χρειάζεται ενεργή γεφύρωση με τον παραγωγικό ιστό. Η ελληνική οικονομία, με κυρίαρχες τις μικρομεσαίες και μεταπρατικές επιχειρήσεις, δεν μπορεί να απορροφήσει εύκολα υψηλής έντασης γνώση χωρίς ενδιάμεσους μηχανισμούς, όπως συστάδες καινοτομίας ή συνεργατικά ερευνητικά σχήματα. Ταυτόχρονα, απαιτούνται κίνητρα για κοινά βιομηχανικά μεταπτυχιακά προγράμματα, και συνεργατική έρευνα.

Τέταρτο, πρέπει να ενισχυθεί η σύνδεση της έρευνας με τη δημόσια πολιτική. Η τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής (evidence-based policymaking) παραμένει περιορισμένη, παρά τη μεγάλη διαθεσιμότητα επιστημονικής γνώσης. Θεσμοθετημένοι μηχανισμοί που να φέρνουν την επιστήμη στο τραπέζι της λήψης αποφάσεων είναι απαραίτητοι.

Τέλος, εξίσου σημαντική είναι η αλλαγή κουλτούρας. Η αξιοποίηση της γνώσης δεν αντιτίθεται στην ακαδημαϊκή ελευθερία. Αποτελεί τη φυσική της προέκταση και μια βασική κοινωνική της νομιμοποίηση. Αυτό προϋποθέτει εκπαίδευση των ερευνητών σε ζητήματα επιχειρηματικότητας, πνευματικής ιδιοκτησίας και διεπιστημονικής συνεργασίας, αλλά και ενίσχυση της εμπιστοσύνης μεταξύ ακαδημαϊκού χώρου, βιομηχανίας και κοινωνίας.

«Το ζητούμενο δεν είναι να γίνει κάθε εργαστήριο start-up. Είναι να συμπληρώσουμε ένα σύστημα παραγωγής γνώσης με αποδοτικούς μηχανισμούς που υποστηρίζουν συστηματικά και τη διάχυσή της»

Συνολικά, η μετάβαση από ένα σύστημα που μετρά παραγωγή γνώσης σε ένα σύστημα που σχεδιάζει τον αντίκτυπό της δεν είναι τεχνική προσαρμογή αλλά βαθιά συστημική μεταρρύθμιση. Απαιτεί ευθυγράμμιση κινήτρων, θεσμών και νοοτροπίας και, κυρίως, συνέπεια σε βάθος χρόνου. Το ζητούμενο δεν είναι να γίνει κάθε εργαστήριο start-up. Είναι να συμπληρώσουμε ένα σύστημα παραγωγής γνώσης, με αποδοτικούς μηχανισμούς που υποστηρίζουν συστηματικά και τη διάχυσή της.

Κάτι τελευταίο που θα θέλατε να μοιραστείτε με τους αναγνώστες του «Βήματος»;

Θα ήθελα να τονίσω κάτι που συχνά απουσιάζει από τις συζητήσεις για έρευνα: μιλάμε πολύ για εργαλεία και μηχανισμούς, όχι όμως αρκετά για το μακροπρόθεσμο όραμα. Η Ελλάδα τείνει να προσεγγίζει την επιστημονική πολιτική με όρους κάλυψης ελλειμμάτων: πώς να κλείσουμε κενά, πώς να διορθώσουμε αδυναμίες. Αυτή η συζήτηση είναι απαραίτητη αλλά ανεπαρκής. Χρειάζεται και ένα πιο φιλόδοξο αφήγημα: που θέλουμε να φτάσουμε; σε ποια πεδία θέλουμε η Ελλάδα να είναι συνδιαμορφωτής κι όχι απλώς συμμετέχων;

Η χώρα διαθέτει ανθρώπινο κεφάλαιο πολύ ανώτερο από αυτό που συχνά πιστεύουμε, ερευνητικούς φορείς διεθνούς στάθμης, ισχυρή επιστημονική διασπορά, γεωπολιτική θέση, δυνατότητες σε βιοεπιστήμες, ψηφιακές τεχνολογίες, ενέργεια, θάλασσα, κλπ. Αυτό που μας λείπει δεν είναι το ταλέντο. Αυτό που μας λείπει είναι η εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, και η θεσμική σοβαρότητα να στηρίξουμε αυτό το ταλέντο σε βάθος χρόνου.

Κάτι που σπάνια λέγεται δημόσια, αλλά θεωρώ θεμελιωδώς σημαντικό: η Ελλάδα χρειάζεται να αναπτύξει έναν πολιτισμό εμπιστοσύνης προς τους επιστήμονές της. Στις χώρες που διαθέτουν ισχυρά ερευνητικά συστήματα (Δανία, Φινλανδία, Ολλανδία, κ.α.) οι επιστήμονες συμμετέχουν ενεργά στον δημόσιο διάλογο, συμβουλεύουν την κυβέρνηση, διαμορφώνουν πολιτικές. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Προκύπτει από τη δομική θέση της επιστήμης στη δημόσια σφαίρα. Στην Ελλάδα διαχρονικά παρατηρούμε δύο παθολογίες: την υποτίμηση των επιστημόνων ως «ακαδημαϊκών που δεν ξέρουν την πραγματική ζωή», και ενίοτε την εργαλειοποίηση τους για νομιμοποίηση προαποφασισμένων πολιτικών επιλογών. Και οι δύο είναι καταστρεπτικές για τη σχέση επιστήμης-κοινωνίας.

Θα ήθελα επίσης να τονίσω τη διάσταση της επιστημονικής διπλωματίας. Σε μια εποχή γεωπολιτικής αστάθειας, η επιστήμη παραμένει μία από τις λίγες παγκόσμιες γλώσσες επικοινωνίας. Η συμμετοχή της Ελλάδας σε οργανισμούς όπως το CERN, ο EMBO ή ο ESA, δεν είναι απλώς τυπική υποχρέωση. Είναι ισχυρός παράγοντας αναβάθμισης του κύρος της χώρας, ως σοβαρού συνομιλητή στο διεθνές γίγνεσθαι. Είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω αυτό ιδίοις όμμασι, υπηρετώντας στη θέση του Προέδρου του ΕΙΤ και του EMBC, καθώς και του Αντιπροέδρου του ERC.

Κλείνοντας, η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει μεγαλύτερα οικοσυστήματα άλλων χωρών. Χρειάζεται να σχεδιάσει με αυτοπεποίθηση το δικό της μοντέλο επιστημονικής αριστείας, έναν μακροπρόθεσμο, υπερκομματικό εθνικό οδικό χάρτη για έρευνα, καινοτομία και ανώτατη εκπαίδευση. Η εμπειρία δείχνει ότι η πρόοδος έρχεται όταν συνδυάζουμε ποιότητα στην έρευνα, με θεσμική συνεργασία και πολιτική βούληση. Η επένδυση στην έρευνα είναι η καλύτερη απάντηση στις προκλήσεις του μέλλοντος, είτε αυτές είναι πανδημίες, είτε η κλιματική κρίση, είτε η ενεργειακή μετάβαση, είτε η εθνική ασφάλεια. Η επιστήμη δεν είναι μια πολυτέλεια για τις πλούσιες χώρες. Είναι ο τρόπος για να γίνει μια χώρα ευημερούσα, είναι στοιχείο κυριαρχίας και ανθεκτικότητας.

«Η επιστήμη δεν είναι μια πολυτέλεια για τις πλούσιες χώρες. Είναι ο τρόπος για να γίνει μια χώρα ευημερούσα, είναι στοιχείο κυριαρχίας και ανθεκτικότητας»

Θα πρόσθετα επίσης και κάτι κρίσιμο για την Ευρώπη, μια που είναι σε εξέλιξη η συζήτηση για το επόμενο πρόγραμμα πλαίσιο που θα διαδεχτεί το Horizon Europe στο τέλος του 2027: ζούμε σε μια στιγμή όπου η επένδυση στη γνώση δεν μπορεί να νοείται μόνο ως ανταγωνιστικότητα. Είναι και υπεράσπιση κοινωνικών και δημοκρατικών αρχών. Η ανοιχτή επιστήμη, η διεθνής συνεργασία, η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν είναι τεχνικά ζητήματα, είναι αξίες από τις οποίες προκύπτει τελικά και η ανταγωνιστικότητα. Και αυτό είναι που ίσως συνδέει όλα όσα συζητήσαμε.