Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

«Είμαστε κυβέρνηση επτά χρόνια και έχουμε διπλάσιο ποσοστό από το δεύτερο κόμμα». Η φράση ανήκει στον Κυριάκο Μητσοτάκη και είναι μια αλήθεια. Σε όλες τις δημοσκοπήσεις η ΝΔ καταγράφει μια διαφορά από το δεύτερο κόμμα, σχεδόν αξεπέραστη, αν δεν έλθουν τα πάνω, κάτω. Επίσης, θα μπορούσε να πει, ότι η δική του εικόνα, στο εκλογικό σώμα, είναι πολύ καλύτερη από αυτή των αντιπάλων του.

Δίπλα σε αυτή την αλήθεια ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ας προσθέσει και μια άλλη. Μέσα στα τελευταία τρία χρόνια η ΝΔ έχασε σχεδόν, τη μισή της δύναμη. Από το 40,56 % των εκλογών του 2023 και τους 2.115.322 ψηφοφόρους, στο 28,31% στις Ευρωεκλογές του 2024 και τους 1.125.510 ψηφοφόρους. Από τότε, σε όλες τις δημοσκοπήσεις, στην πρόθεση ψήφου δεν ξεπερνά το 24% και στην εκτίμηση κινείται σχεδόν στα ποσοστά των Ευρωεκλογών. Η κυβέρνηση εμφάνισε κάποια κέρδη στην αρχή του πολέμου τα οποία εξανεμίστηκαν από τα εσωτερικά μέτωπα, τις υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την ιστορία με τον Μακάριο Λαζαρίδη.

Αν ο πήχης της ΝΔ, είναι η διαφορά με το δεύτερο κόμμα, έχει καλώς. Αν όμως ο πήχης, είναι η αυτοδυναμία, τότε ο δρόμος που έχει να διαβεί είναι κακοτράχηλος. Οι επιπτώσεις του πολέμου, απειλούν με χρεοκοπία κάθε μέτρο στήριξης που ανακοινώνεται. Η καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Ακόμα δεν μπήκαμε στο καλοκαίρι και οι συζητήσεις αφορούν πώς θα βγάλουμε τον επόμενο (προεκλογικό αν οι εκλογές γίνουν την άνοιξη του 2027) χειμώνα.

Ο Πρωθυπουργός προσπαθεί να ρίξει την μπάλα μπροστά μιλώντας για την «Ελλάδα του 2030» και να αλλάξει την ατζέντα που, που όμως, επιμένει σε θέματα που ανεβάζουν την πολιτική αντιπαράθεση στο επίπεδο της τοξικότητας. Με ευθύνη των υπουργών του. Με ευθύνη και του ίδιου. Είναι πολύ βαρύ να κατηγορείς την αντιπολίτευση για το πρόβλημα υγείας του κ. Μυλωνάκη. Είναι σαν να κατηγορούν την κυβέρνηση όσοι παθαίνουν καρδιακά ή εγκεφαλικά επεισόδια από το άγχος που δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα. Το έργο «η τοξικότητα είναι μόνο όλοι οι άλλοι» δεν κόβει εισιτήρια.

Είπε ο Πρωθυπουργός ότι η ΝΔ θα πάει στις εκλογές με το επιχείρημα ότι κάναμε όσα λέγαμε, ή τα περισσότερα από αυτά. Όπως το 2019 κάναμε αυτά που λέγαμε, όπως το 2023 κάναμε αυτά που λέγαμε, έτσι και το 2027 θα κάνουμε αυτά που θα υποσχεθούμε. Υπάρχει ένα αλλά. Οι προσδοκίες που δημιούργησε, στο εκλογικό σώμα, η πρώτη τετραετία διακυβέρνησης της χώρας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, χαμήλωσαν.

Δεν είναι ίδιος ο βαθμός εμπιστοσύνης των πολιτών. Στην τετραετία αυτή, μέχρι στιγμής, αναδείχθηκαν περίτρανα οι αδυναμίες του επιτελικού κράτους, ο χειρισμός της τραγωδίας των Τεμπών υπήρξε προβληματικός, είχαμε υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ και Μακάριο Λαζαρίδη. Όλα αυτά έφεραν απόσταση από το χώρο του κέντρου. Επιπροσθέτως, φαίνεται να έχει πέσει στο κενό η προσπάθεια να φέρει στις εκλογικές της όχθες τους «καθαρόαιμους δεξιούς» που πήραν διαζύγιο με το κόμμα μετά την ψήφιση του νόμου για τα ομόφυλα ζευγάρια, εκπέμποντας ένα πιο δεξιό σήμα.

Κοντολογίς, η δεύτερη τετραετία Μητσοτάκη ευθύνεται για το αίτημα πολιτικής αλλαγής που είναι κυρίαρχο σε όλες τις δημοσκοπήσεις.

Το μεγάλο ζητούμενο για τη ΝΔ, πέραν της ανάκτησης των πρωτοβουλιών στο πολιτικό σκηνικό, είναι αν θα γίνει η όχι το «κόμμα Σαμαρά». Στην περίπτωση που «δεν» όλα καλά. Στην περίπτωση που υπάρξει, τότε θα πλήξει ευθέως τη ΝΔ, καθώς η πλειοψηφία αυτών που δηλώνουν πρόθυμοι να τον ψηφίσουν, προέρχονται από τους κόλπους της.

Αυτό είναι και το πρόβλημα των σημερινών δημοσκοπήσεων.

Περιγράφουν ένα σκηνικό, το οποίο δεν θα υφίσταται σε δύο μήνες. Και αυτό δεν αφορά κυρίως το σημείο εκκίνησης και τα εμπόδια που θα συναντήσει η κυβέρνηση στην πορεία προς τις εκλογές. Αφορά το σύνολο των πολιτικών συσχετισμών όταν θα αρχίσουν να καταγράφονται στην πρόθεση ψήφου τα (βέβαια) κόμματα του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού.

Δεν χωρά αμφιβολία, ότι το τοπίο θα είναι εντελώς διαφορετικό. Το κόμμα Τσίπρα αναμένεται να «καταπιεί» την Νέα Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Απώλειες θα υπάρξουν, μικρότερες, και στο ΠαΣοΚ. Θα φτάσουν για να εμφανιστεί ο πρώην πρωθυπουργός να διεκδικεί τη δεύτερη θέση; Η δυνητική ψήφος του νέου κόμματος υπολογίζεται κοντά στο διψήφιο. Θα αποκτήσει επιπλέον δυναμική όταν ανακοινωθεί και επισήμως;

Ορισμένοι δημοσκόποι και αναλυτές κάνουν λόγο για ένα παιχνίδι των «θέσεων 2-4» λέγοντας ότι είναι «παιχνίδι στο οποίο, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να παίξουν τρείς». Δεν υποτιμούν την παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού. Δηλαδή το ενδεχόμενο να μπει σφήνα ανάμεσα στο ΠαΣοΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ. Παρά το ότι έχει χάσει έδαφος εξακολουθεί να αντλεί από τη δεξαμενή όσων αποφεύγουν να αυτοπροσδιορίζονται πολιτικά, προτιμώντας στην σχετική ερώτηση το «πουθενά».

Εκτιμούν ακόμα ότι η γκρίζα ζώνη δεν είναι τόσο μεγάλη όση δείχνει, καθώς πολλοί από όσους τοποθετούνται σε αυτήν, επί της ουσίας, έχουν αποφασίσει ότι θέλουν ένα άλλο κόμμα. Και προσθέτουν ότι όσοι επιστρέψουν (αν επιστρέψουν) στις κάλπες το πιθανότερο είναι να δοκιμάσουν την τύχη τους είτε στο κόμμα του κ. Τσίπρα είτε σε αυτό της κυρίας Καρυστιανού.

Και προϊδεάζουν για ένα ρευστό περιβάλλον, στα αριστερά της ΝΔ, όπου ο δεύτερος των πρώτων εκλογών αποκτά προβάδισμα ενόψει της δεύτερης κάλπης και μελλοντικά στο θέμα της ανασύνθεσης αυτού που αποκαλείται προοδευτικός χώρος. Σαφές προβάδισμα έχει αυτή τη στιγμή το ΠαΣοΚ. Είναι ένα κόμμα συγκροτημένο, ασκεί χρέη αξιωματικής αντιπολίτευσης και έχει συγκεκριμένη ιστορία.

Και ο Αλέξης Τσίπρας, όμως έχει τα δικά του, προσωπικό χαρτιά, την «πρωθυπουργική ικανότητα». Δεν είναι τυχαίο, όπως λέγεται, ότι «εμφανίζεται στις αυθόρμητες απαντήσεις για την καταλληλότητα για πρωθυπουργός με διαφορά από τους αντιπάλους του». Το 9% υπολογίζεται ότι θα ανέβει και άλλο μετά την ανακοίνωση του κόμματος του. Παρόλα αυτά εξακολουθεί να μην διεισδύει στο κεντρώο ακροατήριο ενώ η Μαρία Καρυστιανού πλήττει ευθέως τη δυνατότητα του να αντλήσει από την «γκρίζα δεξαμενή».

Επιπτώσεις από τη δημιουργία των νέων κομμάτων αναμένεται να έχουν (μένει να δούμε σε τι βαθμό) και τα κόμματα του κ. Βελόπουλου και της κυρίας Κωνσταντοπούλου. Σε κάθε περίπτωση ας περιμένουμε να υποδεχθούμε ένα νέο πολιτικό σκηνικό και την απαρχή μιας εκλογικής μάχης που, ίσως, θυμίσει κάτι από τον «πολιτικό σεισμό» του 2012.