Η πολιτική συμμαχία ανάμεσα σε Ναφτάλι Μπένετ και Γιαΐρ Λαπίντ, που εξαγγέλθηκε την περασμένη Κυριακή (26/04) σηματοδοτεί ουσιαστικά την έναρξη της προεκλογικής περιόδου για το Ισραήλ. Οι δύο πρώην πρωθυπουργοί έχουν διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές – δεξιός ο Μπένετ, κεντρώος ο Λαπίντ- και τα πρώτα δημοσκοπικά ευρήματα δεν επιβεβαιώνουν τις αρχικές προσδοκίες, που ήθελαν ενωμένες τις δυνάμεις των δύο ανδρών να αμφισβητούν τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ο Όρι Γουέρτμαν, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Ουαλίας και αρθρογράφος της Jerusalem Post μίλησε στο «Βήμα» για τις πολιτικές ισορροπίες εντός του Ισραήλ, την πολιτική γεωγραφία της αντιπολίτευσης και το φαινόμενο Μπένιαμιν Νετανιάχου.
Σε πρόσφατο άρθρο σας αναφέρατε ότι ο Νετανιάχου πιθανόν να ευνοείται από τη συμμαχία Μπένετ-Λαπίντ. Πώς μπορεί να επωφεληθεί ο ισραηλινός πρωθυπουργός κατά τη γνώμη σας;
Δεδομένου ότι η συμμαχία μεταξύ Μπένετ —που θεωρείται πρόσωπο της Δεξιάς — και του Γιαΐρ Λαπίντ —που ταυτίζεται με την κεντροαριστερά— δεν εκλαμβάνεται από μερίδα της κοινής γνώμης ως μια φυσική ιδεολογική συνεργασία, υπάρχει η γνήσια ανησυχία ότι οι δυό τους μπορεί να εξασφαλίσουν λιγότερες έδρες από ό,τι θα εξασφάλιζαν ξεχωριστά στις επερχόμενες εκλογές. Οι αρχικές δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν ήδη ότι το ενιαίο κόμμα προβλέπεται να λάβει μεταξύ δύο και τεσσάρων λιγότερων εδρών από το συνολικό σύνολο των δύο κομμάτων που θα συμμετείχαν αν κατέρχονταν στις εκλογές ανεξάρτητα.
Αυτή η πτώση μπορεί να αποδοθεί, εν μέρει, στους δεξιόστροφους υποστηρικτές του Μπένετ, οι οποίοι διστάζουν να υποστηρίξουν μια συμμαχία με τον Λαπίντ, ο οποίος στο παρελθόν υποστήριζε τον σχηματισμό κυβέρνησης σε συνεργασία με αραβικά κόμματα που δεν αποκυρρήτουν με σαφή τρόπο τη Χαμάς ως τρομοκρατική οργάνωση. Για αυτούς τους ψηφοφόρους ο Νετανιάχου ή ο Λίμπερμαν είναι μια εναλλακτική. Ταυτόχρονα, οι υποστηρικτές του Λαπίντ, οι οποίοι ταυτίζονται με την Κεντροαριστερά και ανησυχούν για τη συνεργασία με τον Μπένετ —ο οποίος έχει προηγουμένως εκφράσει την υποστήριξή του για την προσάρτηση μεγάλων τμημάτων της Δυτικής Όχθης και έχει ασκήσει έντονη κριτική στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ— δεν αποκλείεται να προτιμήσουν άλλες κεντροαριστερές εναλλακτικές λύσεις, όπως το κόμμα Yashar, με επικεφαλής τον Γκάντι Άιζενκοτ. Υπάρχει λοιπόν διπλό πρόβλημα για τον συνασπισμό, γεγονός που ευνοεί αφενός τον Νετανιάχου και αφετέρου τον Λαπίντ. Τον πρώτο γιατί βλέπει πιθανές διαρροές να κατευθύνονται προς αυτόν και να απομακρύνονται από τον κύριο αντιπολιτευτικό πόλο και τον δεύτερο να εξασφαλίζει ρόλο υπαρχηγού στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ενώ πριν λίγους μήνες αυτός και το κόμμα του έδιναν μάχη για την είσοδό τους στην Κνέσετ.
Πόσο θα επηρεάσει η τραγωδία της 7ης Οκτωβρίου το εκλογικό αποτέλεσμα;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου θα αποτελέσουν κεντρικό ζήτημα στις επερχόμενες εκλογές. Ταυτόχρονα, αναμένεται επίσης ότι και άλλα ζητήματα – όπως η δικαστική μεταρρύθμιση και ο νόμος περί στρατολόγησης των υπερορθόδοξων Χαρεντίμ – θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην προεκλογική εκστρατεία. Η οικονομία από την άλλη πλευρά δεν είναι ενεργό πεδίο αντιπαράθεσης κατά τη γνώμη μου, το σέκελ είναι ισχυρότερο από ότι πριν τον πόλεμο και γενικά υπάρχει η πεποίθηση ότι η οικονομία δείχνει μεγάλη ανθεκτικότητα στους κραδασμούς του πολέμου. Ο ίδιος ο πόλεμος εξάλλου κατέστησε το Ισραήλ παράδειγμα προς μίμηση, όλοι προστρέχουν στο Ισραήλ για στρατιωτική τεχνολογία και συστήματα άμυνας.
Eκτός όμως από την κριτική που ασκείται στην πολιτική ηγεσία για την 7η Οκτωβρίου, έντονη κριτική ασκείται και στην στρατιωτική ηγεσία, ακριβώς γιατί δεν προέβλεψε ένα τέτοιο σενάριο. Αυτές τις παραμέτρους η Ευρώπη δείχνει να μην τις αντιλαμβάνεται, όπως και την πραγματικότητα επί του πεδίου. Είναι δύσκολο στους Ευρωπαίους να αντιληφθούν ότι ο πόλεμος ήταν επιλογή της Χαμάς, ότι η Χαμάς χαίρει ισχυρής στήριξης σε Γάζα και Δυτική Όχθη, εκτίμηση που επιβεβαιώνεται κι από δημοσκοπήσεις μεταξύ των Παλαιστινίων. Παρόμοια στάση βλέπουμε και στην περίπτωση του Ιράν, όπου ο γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς φτάνει στο σημείο να ισχυρίζεται ότι η Τεχεράνη κερδίζει τον πόλεμο, την ίδια στιγμή που ένα από τα επιχειρήματα της κυβέρνησης Νετανιάχου είναι ότι έχει καταστρέψει πολιτικά το Ιράν, όχι μόνο σε ό,τι αφορά τις πυρηνικές του δυνατότητες αλλά γενικότερα την ικανότητά του να διεξάγει πόλεμο.
Δεν προβληματίζει την κοινή γνώμη η κριτική που δέχεται το Ισραήλ για την επέμβαση στη Γάζα και τον εποικισμό της Δυτικής Όχθης;
Κανείς δεν θέλει τον πόλεμο, δεν είναι μια φυσιολογική και ευχάριστη συνθήκη. Αλλά θα επιμείνω στην διαπίστωση ότι είναι ένας πόλεμος που δεν διάλεξε το Ισραήλ αλλά η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και το Ιράν. Πρέπει να αποσαφηνιστεί το εξής, με αφορμή και τον πόλεμο: η πλειοψηφία των πολιτών θεωρεί την αντίδραση του Νετανιάχου ορθή, πολλοί μάλιστα θα έβλεπαν θετικά μια σκληρότερη αντίδραση κατά της Χαμάς στη Γάζα. Στην περίπτωση της Γάζας, ήταν η Χαμάς διέπραξε φρικαλεότητες με την αρωγή πρωτίστως της Τεχεράνης και σε δεύτερο χρόνο του Κατάρ και της Τουρκίας. Στην περίπτωση της Δυτικής Όχθης, οι έποικοι στην πλειονότητά τους είναι φιλειρηνικοί πολίτες κι οι ακρότητες που προέρχονται από μειοψηφικές, ριζοσπαστικές ομάδες είναι και καταδικαστέες και τιμωρούνται από τις αρχές. Υπάρχουν μάλιστα περιστατικά που στρατιώτες των IDF προστατεύουν τους Παλαιστίνιους από εβραίους εξτρεμιστές. Το πρόβλημα στην περίπτωσή μας έχει να κάνει με την συμπεριφορά των οργανώσεων που εκπροσωπούν τους Παλαιστίνιους, δεν πρόκειται για μια μάχη ανάμεσα σε Εβραίους και Μουσουλμάνους. Οι μη παλαιστίνιοι μουσουλμάνοι της Μέσης Ανατολής θα υποδείξουν το Ισραήλ ως την καλύτερη χώρα για να ζει κανείς, ακριβώς γιατί είναι η μόνη δημοκρατία στη Μέση Ανατολή. Το γεγονός μάλιστα ότι Μπαχρέιν, ΗΑΕ και Μαρόκο αναγνώρισαν επίσημα το Ισραήλ και ότι η Σαουδική Αραβία έχει πράξει το ίδιο de facto, φέρνει τους Παλαιστίνιους στη δύσκολη θέση να θεωρούνται εμπόδιο για την ειρήνη.
Επιστρέφω στο εκλογικό μέτωπο. Μια ακόμη ιδιότητα σας είναι αυτή του συγγραφέα, έχετε γράψει μάλιστα βιβλίο σχετικά με την κατάρρευση του Εργατικού Κόμματος. Πως εξηγείται αυτό το πολιτικό κενό;
Ο κύριος λόγος για την παρακμή του Ισραηλινού Εργατικού Κόμματος είναι ότι εξελίχθηκε από ένα κυβερνών κόμμα που εκπροσωπούσε το κυρίαρχο ρεύμα της ισραηλινής κοινωνίας σε ένα περιθωριακό αριστερό κόμμα, του οποίου η ιδεολογική πλατφόρμα απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από το κοινωνικό κέντρο. Μέχρι τη δεκαετία του ’90 το κόμμα ήταν ισχυρός παίκτης του πολιτικού συστήματος. Από την υπογραφή των Συμφωνιών του Όσλο και έπειτα άρχισε η μετατόπιση του σε όλο και αριστερότερες θέσεις. Οι σημερινοί «Δημοκράτες», που αποτελούν συνένωση του Εργατικού Κόμματος και του αριστερού Μερέτζ κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση. Ήταν λοιπόν η ίδια η αριστερή ιδεολογική μετατόπιση του κόμματος που το αποξένωσε από το κυρίαρχο ρεύμα της ισραηλινής κοινωνίας. Και το γεγονός ότι φυσικά, στην πορεία του χρόνου έκαναν την εμφάνισή τους ανταγωνιστές προερχόμενοι από τον χώρο του φιλελεύθερου Κέντρου όπως ο Λαπίντ ή ο Γκαντζ, που έσπευσαν να καλύψουν το κενό στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Η κυριαρχία του Νετανιάχου πάντως δεν σχετίζεται με την κατάρρευση των Εργατικών, η τελευταία έχει βασικά ενδογενή χαρακτηριστικά.






