Η ιδέα της προστασίας της φύσης είναι σχετικά πρόσφατη. Το πρώτο εθνικό πάρκο στον κόσμο, το Γέλοουστοουν, ιδρύθηκε το 1872, και ο θεσμός των βιοσφαιρικών αποθεμάτων της UNESCO (Man and the Biosphere – MAB) ξεκίνησε μόλις το 1971. Εκτοτε, ένα δίκτυο περίπου 30.000 προστατευόμενων περιοχών παγκοσμίως έχει αναλάβει το βάρος της διατήρησης αυτού που έχει απομείνει από τη μη ανθρωπογενή πανίδα και χλωρίδα του πλανήτη. Ορισμένες από αυτές τις περιοχές ξεχωρίζουν είτε για το μέγεθός τους είτε για τη βιοποικιλότητά τους είτε για κάποιο σπάνιο γεωγραφικό χαρακτηριστικό που τις καθιστά μοναδικές. Ακολουθεί μια επιλογή δέκα τέτοιων τοπίων, με τα στοιχεία που τα κάνουν αξιοσημείωτα.
Αφρική και Νότια Αμερική
Το Δέλτα του Οκαβάνγκο στη βόρεια Μποτσουάνα αποτελεί την πιο εντυπωσιακή περίπτωση αντιστροφής της λογικής που έχουμε για τα ποτάμια. Πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα μεγάλα εσωτερικά συστήματα δέλτα που δεν εκβάλλουν σε θάλασσα ή ωκεανό: τα νερά του εξαφανίζονται μέσα στις αχανείς εκτάσεις της λεκάνης της ερήμου Καλαχάρι. Η περιοχή ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO το 2014 ως η χιλιοστή εγγραφή στον παγκόσμιο κατάλογο.
Οι ετήσιες πλημμύρες φθάνουν στην Μποτσουάνα κατά τη διάρκεια της ξηρής χειμερινής περιόδου, τέσσερις έως πέντε μήνες μετά τις βροχές στην Ανγκόλα, με αποτέλεσμα να σχηματίζεται ένας υγρότοπος εμβαδού που κυμαίνεται από 6.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα μόνιμων ελών έως 15.000-22.000 τ.χλμ. μερικές φορές – μια έκταση συγκρίσιμη με το μισό Βέλγιο. Στην περιοχή διαβιούν 130 είδη θηλαστικών, 64 ερπετών, 89 ψαριών και 482 πτηνών, ενώ η Μποτσουάνα συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο πληθυσμό ελεφάντων στον κόσμο, περίπου 130.000 άτομα, με κέντρο ακριβώς το Δέλτα του Οκαβάνγκο. Το μεγαλύτερο σύγχρονο πρόβλημα είναι εξωγενές: η Ναμίμπια έχει προτείνει την εκτροπή υδάτων του ποταμού Οκαβάνγκο, κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τη λειτουργία του οικοσυστήματος.
Στην Ανατολική Αφρική, το Σερενγκέτι της Τανζανίας και το συνεχόμενο γεωγραφικά Μασάι Μάρα της Κένυας συνθέτουν ένα ενιαίο οικοσύστημα που φιλοξενεί τη μεγαλύτερη χερσαία μετανάστευση μεγάλων θηλαστικών στον πλανήτη. Πάνω από ένα εκατομμύριο γκνου, μαζί με εκατοντάδες χιλιάδες άλλα οπληφόρα, διασχίζουν κάθε χρόνο μια κυκλική διαδρομή χιλίων χιλιομέτρων που εκτείνεται και στις δύο χώρες, μέσα σε ένα σύνολο 25.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων από επίπεδα λιβάδια, βραχώδεις εξάρσεις, ποτάμια και δάση.
Το οικοσύστημα συντηρεί συνολικά δύο εκατομμύρια γκνου, 900.000 γαζέλες του Τόμσον και 300.000 ζέβρες μεταξύ πολλών άλλων. Το Σερενγκέτι ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς το 1981 και θεωρείται ένα από τα παλαιότερα οικοσυστήματα του πλανήτη, με χαρακτηριστικά κλίματος και πανίδας που παραμένουν σταθερά εδώ και πάνω από ένα εκατομμύριο χρόνια. Παράλληλα, φιλοξενεί έναν από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς λιονταριών στην Αφρική.
Στη Νότια Αμερική, το Παντανάλ αποτελεί τον μεγαλύτερο τροπικό υγρότοπο του πλανήτη. Εκτείνεται σε σχεδόν 195.000 τ.χλμ. ανάμεσα σε Βραζιλία, Βολιβία και Παραγουάη, με περίπου 80% των πλημμυρικών εκτάσεων να βρίσκεται σε βραζιλιάνικο έδαφος. Στο Παντανάλ ζουν τα «Big Five» της νοτιοαμερικανικής πανίδας: ιαγουάροι, μυρμηγκοφάγοι, βίδρες, χαιτοφόροι λύκοι και βραζιλιάνικοι τάπιροι. Η πυκνότητα του πληθυσμού των τζάγκουαρ είναι από τις υψηλότερες της Λατινικής Αμερικής, με ένα ζώο ανά περίπου 12 τ.χλμ., γεγονός που καθιστά την περιοχή από τα πιο δημοφιλή σημεία παρατήρησης του είδους παγκοσμίως.
Κατά την υγρή περίοδο, έως και το 78% της έκτασης μπορεί να βρίσκεται κάτω από νερό, και ο ετήσιος αυτός κύκλος πλημμύρας-αποστράγγισης είναι που τροφοδοτεί ολόκληρη τη βιοποικιλότητα. Η συνολική καταγραφή ξεπερνά τα 4.700 είδη φυτών και ζώων, ωστόσο μόνο περίπου το 5% του Παντανάλ είναι σήμερα τυπικά προστατευόμενο – μια ευαλωτότητα που κατέστη εμφανής με τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2020.
Από την Παταγονία στον Ισημερινό και τη ΝΑ Ασία
Νοτιότερα, στο κομμάτι της Παταγονίας που ανήκει στη Χιλή, το Τόρες ντελ Πάινε προσφέρει μια εντελώς διαφορετική εικόνα της άγριας φύσης: αυτή ενός γεωλογικού δράματος. Το πάρκο ιδρύθηκε το 1959 και ανακηρύχθηκε από την UNESCO Απόθεμα Βιόσφαιρας το 1978. Καλύπτει περίπου 2.500 τ.χλμ. ανάμεσα στην οροσειρά των Aνδεων και την παταγονική στέπα, και περιλαμβάνει κορυφογραμμές, παγετώνες, καταρράκτες, ποτάμια και λίμνες με τιρκουάζ ή σμαραγδί νερά.
Το κεντρικό αξιοθέατο είναι τρεις σχεδόν κατακόρυφοι γρανιτένιοι πύργοι που σχηματίστηκαν με την ώθηση μάγματος προς τα επάνω εδώ και περίπου δώδεκα εκατομμύρια χρόνια και μετά την αργή διάβρωση του υπερκείμενου ιζηματογενούς πετρώματος. Η πανίδα είναι ευδιάκριτα παταγονική: γουανάκος, που μοιάζουν με μικρόσωμα λάμα, βόσκουν στις πεδιάδες, πούμα κυνηγούν τα θηράματά τους, κόνδορες πετούν πάνω από τα φαράγγια και το ουεμούλ, ένα μικρό σπάνιο ελάφι των Aνδεων, αποτελεί σήμερα εθνικό σύμβολο της Χιλής.
Χιλιάδες χιλιόμετρα βορειότερα, τα νησιά Γκαλαπάγκος κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στην επιστημονική βιβλιογραφία. Πρόκειται για δεκατρία μεγάλα νησιά (και έξι μικρότερα) μαζί με τη γύρω θαλάσσια προστατευόμενη περιοχή, περί τα χίλια χιλιόμετρα δυτικά της ακτής του Ισημερινού στη Νότια Αμερική, στη συμβολή τριών ωκεάνιων ρευμάτων. Η ακραία απομόνωση και η συνεχιζόμενη ηφαιστειακή δραστηριότητα οδήγησαν στην εξέλιξη ασυνήθιστης πανίδας – ιγκουάνα, γιγάντιων χελωνών και των διαφορετικών ειδών σπίνου που ενέπνευσαν τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου μετά την επίσκεψή του στα νησιά τη δεκαετία του 1830.
Από τα 29 χερσαία είδη πτηνών της περιοχής, τα 22 απαντώνται μόνο εκεί. Στην ξηρά και στα γύρω νερά καταγράφονται περίπου 9.000 είδη, πολλά από αυτά ενδημικά, ενώ η Θαλάσσια Προστατευόμενη Περιοχή των Γκαλαπάγκος εκτείνεται σε 138.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και το Εθνικό Πάρκο καλύπτει σχεδόν το 97% της χερσαίας έκτασης. Από τις περίπου 250.000 γιγάντιες χελώνες που υπολογίζεται πως ζούσαν στα νησιά πριν από την άφιξη του ανθρώπου, σήμερα επιβιώνουν μόλις 15.000-20.000.
Στη Νοτιοανατολική Ασία, το Εθνικό Πάρκο Κομόντο στην Ινδονησία προστατεύει τη μεγαλύτερη σαύρα της Γης, τον δράκο του Κομόντο, ο οποίος μπορεί να φθάσει τα τρία μέτρα μήκος και τα 150 κιλά βάρος. Το πάρκο, που περιλαμβάνει τρία μεγάλα νησιά και δεκάδες μικρότερα, εντάχθηκε στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς το 1991 και είναι το μόνο μέρος στον κόσμο όπου το συγκεκριμένο είδος εξακολουθεί να ζει στη φύση, σε πληθυσμό που σήμερα υπολογίζεται σε λιγότερες από 4.000 σαύρες.
Πιο βόρεια, στο νησί Βόρνεο, το οποίο μοιράζονται Ινδονησία, Μαλαισία και Μπρουνέι, εκτείνεται ένα από τα παλαιότερα τροπικά δάση της Γης, ηλικίας περίπου 130 εκατομμυρίων ετών. Πρόκειται για το σημαντικότερο φυσικό καταφύγιο των ουρακοτάγκων, που πλέον περιορίζονται μόνο εκεί και στη Σουμάτρα. Τα τελευταία 25 χρόνια, ωστόσο, σχεδόν το ένα τρίτο της δασικής έκτασης του νησιού έχει χαθεί λόγω της εντατικής υλοτομίας και κυρίως της επέκτασης των φυτειών ελαιοφοίνικα. Ο πληθυσμός των συμπαθών αυτών θηλαστικών στη νήσο Βόρνεο έχει μειωθεί σε ποσοστό άνω του 50% μέσα σε λιγότερο από 60 χρόνια.
Από την Κροατία στη Ναμίμπια, μέσω ΗΠΑ
Στην Ευρώπη, ο πιο γνωστός υδάτινος προστατευόμενος τόπος βρίσκεται στην Κροατία: οι λίμνες Πλίτβιτσε, που ανακηρύχθηκαν Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς το 1979. Πρόκειται για ένα σύστημα 16 αλληλένδετων λιμνών διατεταγμένων σε διαφορετικά επίπεδα, ενωμένων με δεκάδες καταρράκτες, μέσα σε δάσος που καλύπτει σχεδόν 300 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι ότι τα φράγματα ανάμεσα στις λίμνες δεν είναι σταθερά: σχηματίζονται διαρκώς από εναποθέσεις τραβερτίνη, ενός είδους ασβεστόλιθου που δημιουργείται με βιολογική διαδικασία μέσω μικροοργανισμών και βρύων. Ετσι, το ίδιο το τοπίο τροποποιείται σε γεωλογικά γρήγορο χρόνο. Η περιοχή φιλοξενεί καφέ αρκούδες, λύκους και λύγκες, αν και η πυκνή τουριστική κίνηση – πάνω από ένα εκατομμύριο επισκέπτες ετησίως – έχει δημιουργήσει ζητήματα διαχείρισης.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Γέλοουστοουν παραμένει το αρχέτυπο της προστατευόμενης φύσης. Με έκταση περίπου 8.980 τετραγωνικών χιλιομέτρων, εκτεινόμενο κυρίως στην Πολιτεία του Ουαϊόμινγκ, βρίσκεται επάνω από ένα τεράστιο υπερηφαίστειο και φιλοξενεί περίπου τα 2/3 όλων των γκέιζερ του πλανήτη, με το Old Faithful να εκρήγνυται σε διαστήματα από 60 έως 90 λεπτά. Η γεωθερμική δραστηριότητα τροφοδοτεί και χαρακτηριστικούς σχηματισμούς όπως το Grand Prismatic Spring με τα ζωηρά χρώματα που προέρχονται από τα ανθεκτικά στις υψηλές θερμοκρασίες βακτήρια. Η πανίδα περιλαμβάνει αρκούδες γκρίζλι, λύκους – που επανεισήχθησαν με επιτυχία το 1995 μετά την εξαφάνισή τους από την περιοχή – βίσονες, μαύρες αρκούδες και ελάφια wapiti, γνωστά και ως elk. Παρά την προστασία του, το πάρκο δέχεται πάνω από τέσσερα εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως, κάτι που δημιουργεί τις δικές του προκλήσεις.
Τελευταίο στη λίστα, αν και πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα, το Ναμίμπ-Ναουκλούφτ στη Ναμίμπια αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προστατευόμενα φυσικά πάρκα της Αφρικής, με έκταση πάνω από 49.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η έρημος Ναμίμπ είναι η αρχαιότερη του κόσμου, με ηλικία τουλάχιστον 55 εκατομμυρίων ετών, και οι χαρακτηριστικοί κατακόκκινοι αμμόλοφοι του Sossusvlei είναι από τους ψηλότερους του πλανήτη, ξεπερνώντας σε ορισμένες περιπτώσεις σε ύψος τα 320 μέτρα. Στα δυτικά της, η έρημος συναντά τον παγωμένο Ατλαντικό στην Ακτή Skeleton, με την υγρασία από το ψυχρό ρεύμα του Μπενγκουέλα να τροφοδοτεί τη σπάνια πανίδα της – από το ενδημικό φυτό Welwitschia mirabilis, που μπορεί να ζήσει πάνω από 1.000-1.500 χρόνια, μέχρι τους ελέφαντες της ερήμου που έχουν προσαρμοστεί να επιβιώνουν με ελάχιστο νερό.
Ολα αυτά τα τοπία βρίσκονται σήμερα υπό διαφορετικού είδους πίεση: από την κλιματική αλλαγή και την αύξηση των επισκεπτών μέχρι την παράνομη υλοτομία, την υπεραλίευση, τις πυρκαγιές, την επέκταση της γεωργίας και τα διασυνοριακά υδρολογικά ζητήματα. Το πιο εντυπωσιακό όμως στατιστικό δεν αφορά τις απειλές αλλά τη χρονική κλίμακα της προστασίας: μετά από τόσες χιλιετίες ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη, η συστηματική προσπάθεια να αφεθεί τμήμα της γης ή της θάλασσας ανέγγιχτο είναι υπόθεση μόλις των τελευταίων 150 ετών. Σε αυτό το πλαίσιο, τα φυσικά καταφύγια του κόσμου δεν λειτουργούν απλώς ως τουριστικοί προορισμοί, αλλά ως ένα παγκόσμιο πείραμα διατήρησης/σωτηρίας, με αποτελέσματα που μένει να φανούν στις επόμενες δεκαετίες.





