Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Οταν το CopenHill άνοιξε στην Κοπεγχάγη, τον Μάρτιο του 2017, ένα κομμάτι του διεθνούς Τύπου το υποδέχθηκε σαν να εγκαινιαζόταν μουσείο. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μονάδα καύσης απορριμμάτων, ένα από τα ακριβότερα έργα της περασμένης δεκαετίας, χτισμένο στη βιομηχανική προκυμαία του Amager με κόστος περίπου 3,5 δισεκατομμύρια δανικές κορόνες – αντιστοιχούν σε περίπου 470 εκατομμύρια ευρώ εκείνης της εποχής – και σχεδιασμένο από τον διάσημο δανό αρχιτέκτονα Μπιάρκε Ινγκελς και την εταιρεία του BIG. Στην οροφή του υπάρχει πίστα σκι 400 μέτρων, μονοπάτι πεζοπορίας, café και ο ψηλότερος τεχνητός τοίχος αναρρίχησης στον κόσμο (τα οποία άρχισαν να υποδέχονται το κοινό το 2019). Από κάτω, ωστόσο, δύο γραμμές αποτέφρωσης λειτουργούν αδιάκοπα, καίγοντας τα απορρίμματα πέντε δήμων.

Αυτό το οξύμωρο είναι που κατέστησε το κτίριο εμβληματικό. Αν πίνεις, για παράδειγμα, τον εσπρέσο σου στο Noma Kaffe και το βλέπεις από μακριά, είναι απίθανο να μην εντυπωσιαστείς από τον σχεδιασμό του, και ξαφνιάζεσαι όταν πληροφορείσαι ποια ακριβώς είναι η χρήση του. Ούτως ή άλλως, σχεδόν κανείς δεν θέλει ένα εργοστάσιο καύσης στη γειτονιά του, και η Δανία – που βασίζεται στην αποτέφρωση αποβλήτων εδώ και μισό αιώνα – χρειαζόταν κυριολεκτικά να ξανασκεφτεί τη μορφή που μπορεί να πάρει μια τέτοια υποδομή σε μια πόλη που φιλοδοξεί να γίνει κλιματικά ουδέτερη. Η απάντηση του Ινγκελς ήταν αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «ηδονιστική βιωσιμότητα»: η περιβαλλοντική υποδομή δεν χρειάζεται ούτε να κρύβεται ούτε να μοιάζει με τιμωρία. Μπορεί να διακρίνεται από μια παιγνιώδη διάθεση.

Σχεδιασμός, κατασκευή και ψυχαγωγία

Πίσω από αυτή την προσέγγιση κρύβεται μία από τις πιο σύνθετες κατασκευαστικά υποδομές που έχουν υλοποιηθεί στη Σκανδιναβία. H αρχιτεκτονική εταιρεία BIG κέρδισε τον διεθνή διαγωνισμό το 2011 ως μέρος ομάδας που περιλάμβανε τους μηχανικούς της AKT II για τη στατική μελέτη, το γραφείο διαμόρφωσης τοπίου SLA και τη γερμανική Realities:United για την καλλιτεχνική επιμέλεια. Το βασικό κτίριο στηρίζεται σε 2.400 πασσάλους οπλισμένου σκυροδέματος, τοποθετημένους βαθιά μέσα στο μαλακό έδαφος του Amager. Πάνω τους πατούν περίπου 7.500 τόνοι χάλυβα και 35.000 κυβικά μέτρα σκυροδέματος: ένας σκελετός που έπρεπε να αντέχει ταυτόχρονα τους κραδασμούς μιας έντονης βιομηχανικής δραστηριότητας και ένα πάρκο υπαίθριων δραστηριοτήτων 10.000 τ.μ. στην οροφή.

Η αρχική κίνηση της BIG ήταν απλή αλλά αποφασιστική. Αντί να κρύψει τον μηχανολογικό εξοπλισμό της μονάδας μέσα σε ένα ορθογώνιο «κουτί», τον ταξινόμησε κλιμακωτά από τον μεγαλύτερο προς τον μικρότερο όγκο, αφήνοντας το ίδιο το περιεχόμενο του εργοστασίου να καθορίσει την κλίση της στέγης του. Το ύψος των 85 μέτρων δεν αποτελεί αρχιτεκτονικό εφέ: είναι το ύψος που απαιτούν τα συστήματα επεξεργασίας των αποβλήτων και φιλτραρίσματος των καυσαερίων, ενώ η χαρακτηριστική κεντρική καμινάδα απαγωγής τους φτάνει σε συνολικό ύψος τα 125 μέτρα.

View this post on Instagram

A post shared by CopenHill Urban Mountain (@copenhilldk)

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του εξωτερικού κελύφους είναι η όψη των 30.000 τ.μ., σχεδιασμένη σε συνεργασία με το ελβετική κατασκευαστική εταιρεία Lüchinger+Meyer. Η BIG ξεκίνησε από μια αρχιτεκτονική μεταφορά – έναν τοίχο από γιγάντια τούβλα – και την απέδωσε ως διπλό δέρμα. Πάνω από μια εσωτερική στρώση από οπλισμένο πολυμερές με ίνες (FRP), με ενσωματωμένες περσίδες αερισμού και πετροβάμβακα για θερμομόνωση, ηχομόνωση και πυροπροστασία, τοποθετήθηκαν περισσότερες από 3.000 αλουμινένιες κασέτες/τούβλα, ύψους 1,2 και πλάτους 3,3 μ., σαν διπλωμένα φύλλα μετάλλου.

Αυτές, τοποθετημένες η μία πάνω από την άλλη με μικρή επικάλυψη, οδηγούν το νερό προς τα κάτω, προστατεύοντας έτσι το εξωτερικό του κτιρίου χωρίς την ανάγκη βαφών ή στεγανωτικών – το αλουμίνιο επιλέχθηκε επειδή ανακυκλώνεται απεριόριστα και αντέχει στη διάβρωση του θαλασσινού αέρα. Ανάμεσά τους, οριζόντιες γυάλινες ζώνες επιτρέπουν στο φως να εισχωρεί στο εργοστάσιο· σε ορισμένα σημεία οι λωρίδες αυτές διευρύνονται τόσο ώστε μετατρέπονται σε παράθυρα τεσσάρων ορόφων, φωτίζοντας τους διοικητικούς χώρους και επιτρέποντας στους περαστικούς να δουν τις γραμμές παραγωγής. Η BIG σχεδίασε επίσης τις κασέτες έτσι ώστε με τον χρόνο να μπορούν να λειτουργήσουν ως γλάστρες. Η πρόθεση είναι σταδιακά ολόκληρο το κτίριο να πρασινίσει και να μοιάζει με τεχνητό βουνό.

Η πιο φιλόδοξη ιδέα της BIG – η καμινάδα να εκπέμπει δαχτυλίδια ατμού κάθε φορά που η μονάδα παράγει έναν τόνο διοξειδίου του άνθρακα, ως καθημερινή υπενθύμιση των εκπομπών στην πόλη – δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Για χρόνια η εταιρεία συνεργάστηκε με τη Realities:United και με μηχανικούς πάνω στο πρωτότυπο – σε ένα από τα πιο παράξενα παρασκήνια του αρχιτεκτονικού κόσμου, όπου συμμετείχε ακόμη και ο Δανός εφευρέτης Πέτερ Μάντσεν (πριν από τη γνωστή υπόθεση δολοφονίας). Το σχέδιο εγκαταλείφθηκε τελικά λόγω κόστους. Η καμινάδα σήμερα καπνίζει διακριτικά.

Η οροφή αποτελεί ουσιαστικά ένα δεύτερο έργο μέσα στο έργο, σχεδιασμένο από τη δανική SLA και τον Ράσμους Αστρουπ. Το ζητούμενο ήταν σχεδόν παράλογο: ένα δημόσιο πάρκο 10.000 τ.μ. με κλίσεις που σε ορισμένα σημεία φτάνουν το 45%, σε ύψος 85 μ., με ισχυρούς ανέμους και θερμοκρασίες που, εξαιτίας των καυστήρων από κάτω, μπορούν να αγγίξουν τους 60°C. Η SLA αντιμετώπισε το πρόβλημα οικολογικά. Αντί για έναν διακοσμητικό κήπο, σχεδίασε έναν βιότοπο. Επέλεξε 400 είδη φυτών – όλα ανθεκτικά – και τα οργάνωσε σε διακριτές ζώνες με 7.000 θάμνους και 300 δέντρα συνολικά.

Το υπόστρωμα χώματος κυμαίνεται σε μήκος από 10 εκ. έως 1,2 μ. Δεν πρόκειται για διακοσμητική επιλογή· ο χώρος έχει σχεδιαστεί ώστε να φιλοξενεί πουλιά, μέλισσες και πεταλούδες, ενώ η SLA παρακολουθεί επιστημονικά τη βιοποικιλότητα της οροφής όλα αυτά τα χρόνια. Πάνω σε αυτό το ζωντανό υπόβαθρο αναπτύσσονται ένα μονοπάτι 490 μ. που κατεβαίνει σπειροειδώς και η πίστα σκι, καλυμμένη με συνθετικό υλικό που μιμείται την υφή του χιονιού. Η πίστα διαθέτει τρεις διαφορετικές κλίσεις, αναβατήρα τύπου «magic carpet» και έναν γυάλινο ανελκυστήρα που κινείται στο πλάι του κτιρίου, επιτρέποντας στους επισκέπτες να βλέπουν τους καυστήρες πριν φτάσουν στην κορυφή.

Το ότι το εγχείρημα θα αντιμετώπιζε προβλήματα φάνηκε γρήγορα. Ηδη από το 2021 το συνθετικό υλικό της πίστας παρουσίασε σοβαρή φθορά, πολύ ταχύτερα από το αναμενόμενο. Το Ιδρυμα Amager Bakke βρέθηκε σε δικαστική διαμάχη με την ασφαλιστική εταιρεία για το κόστος αντικατάστασης, ενώ επισκέπτες ανέφεραν επανειλημμένα ολισθηρές επιφάνειες και ασυνεπή συντήρηση. Το CopenHill είναι και ένα μάθημα για το πώς η αρχιτεκτονική επίδειξη συναντά τη φθορά της καθημερινής χρήσης.

Ενα πρωτοποριακό μοντέλο διαχείρισης απορριμμάτων

Κάτω από αυτή τη θεαματική επιφάνεια, ωστόσο, η μονάδα συνεχίζει να κάνει τη δουλειά της. Το CopenHill ανήκει στο ARC (Amager Resource Center), τη διαδημοτική εταιρεία πέντε δήμων της Κοπεγχάγης: της πρωτεύουσας, του Φρέντερικσμπεργκ, του Τάρνμπι, του Ντράγκερ και του Χβιντόβρε. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για ιδιωτικό παραχωρησιούχο αλλά για κοινόκτητη υποδομή. Κατά προσέγγιση και με βάση τα δεδομένα του 2024, επεξεργάζεται ετησίως μέσω καύσης 610.000 τόνους απορριμμάτων, παράγοντας 298 GWh ηλεκτρικής ενέργειας – όση καταναλώνουν περίπου 99.000 νοικοκυριά – και 1.383 GWh τηλεθέρμανσης για 92.000 διαμερίσματα, με 250 έως 300 φορτηγά να καταφθάνουν καθημερινά.

Τα απορρίμματα καταλήγουν σε έναν εσωτερικό κάδο χωρητικότητας 22.000 τόνων. Η διπλή γραμμή επεξεργασίας επιτρέπει τη συντήρηση της μίας μονάδας χωρίς να διακόπτεται η λειτουργία της άλλης. To ARC υποστηρίζει ότι η μονάδα διαθέτει από τα πλέον σύγχρονα συστήματα φιλτραρίσματος, με ηλεκτροστατικό καθαρισμό, φίλτρα και «πλύσιμο» καυσαερίων με ανακυκλούμενο νερό, ενώ το 60% των εκπομπών της θεωρείται βιογενούς προέλευσης. Το CopenHill ανακτά πάνω από το 90% του µετάλλου και επαναχρησιµοποιεί την τέφρα ως υλικό οδοποιίας.

Υπάρχει φυσικά και αντίλογος. Οι επικριτές του έργου σημειώνουν ότι για κάθε τόνο απορριμμάτων που καίγεται παράγεται περίπου ένας τόνος διοξειδίου του άνθρακα. Παράλληλα, η Δανία έχει αναπτύξει μεγαλύτερη ικανότητα καύσης από όση μπορούν να τροφοδοτήσουν τα εγχώρια απορρίμματα, γεγονός που, σύμφωνα με τους επικριτές, δημιουργεί ένα σύστημα που τιμωρεί την πρόληψη: όταν οι μονάδες δεν έχουν αρκετά σκουπίδια, αναζητούν απορρίμματα αλλού.

Είναι σημαντικό, ωστόσο, να διαχωρίσει κανείς δύο πράγματα που στην Ελλάδα συχνά συγχέονται. Το CopenHill δεν λειτουργεί μόνο του μέσα στο δανέζικο σύστημα διαχείρισης απορριμμάτων. Στην Κοπεγχάγη υπάρχουν πολλές μονάδες ανακύκλωσης και ο δήμος διατηρεί πέντε μεγάλα κέντρα επανάχρησης και δεκαπέντε μικρότερους σταθμούς. Η καύση αναλαμβάνει – θεωρητικά – το υπόλειμμα.

Το CopenHill, παρά τις φθορές και τις περιβαλλοντικές αντιρρήσεις, παραμένει σημαντικό. Διότι απαντά στο ερώτημα: Τι ζητούμε από μια βιομηχανική υποδομή όταν την εντάσσουμε στην πόλη; Ζητούμε να τη βλέπουμε, να ανεβαίνουμε επάνω της, να την ενσωματώνουμε στην καθημερινή δημόσια ζωή. Δεν εξαφανίζει το πρόβλημα, αρνείται να το κρύψει. Και ίσως αυτό, σε μια εποχή όπου η περιβαλλοντική συζήτηση συχνά καταλήγει σε αόριστες γενικότητες, να είναι το πιο τίμιο πράγμα που μπορεί να κάνει ένα κτίριο.