Η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί πλέον μελλοντική απειλή· είναι μια παρούσα και μετρήσιμη πραγματικότητα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εκτιμάται ότι θα χάσουν τη ζωή τους εξαιτίας των καυσώνων, ενώ οι οικονομικές απώλειες μόνο από τις παράκτιες πλημμύρες ενδέχεται να υπερβούν το 1 τρισεκατομμύριο ευρώ ετησίως (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, 2024). Στην Ευρώπη, οι περισσότεροι κλιματικοί κίνδυνοι προβλέπεται να ενταθούν κατά τον 21ο αιώνα, ακόμη και υπό αισιόδοξα σενάρια συμβατά με τη Συμφωνία των Παρισίων. Το εύρος και η ταχύτητα αυτών των μεταβολών θα εξαρτηθούν από τις παγκόσμιες προσπάθειες μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου· ωστόσο, η ανάγκη προσαρμογής είναι ήδη επιτακτική, καθώς οι επιπτώσεις είναι ορατές και βιώνονται άνισα, πλήττοντας πρωτίστως τους πλέον ευάλωτους.

Οι πόλεις βρίσκονται στο επίκεντρο αυτών των μετασχηματισμών. Αφενός, αποτελούν χώρους υψηλής συγκέντρωσης πληθυσμού, υποδομών και οικονομικής δραστηριότητας· αφετέρου, είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε πολλαπλούς και αλληλένδετους κινδύνους. Η εξάντληση των υπόγειων υδάτων, οι δασικές πυρκαγιές, η επισιτιστική ανασφάλεια, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, οι ενεργειακές αιχμές και η αυξανόμενη συχνότητα πλημμυρών, ξηρασιών και καταιγίδων συνθέτουν ένα σύνθετο πεδίο αστικών πιέσεων. Πάνω από το 90% των αστικών περιοχών παγκοσμίως βρίσκονται σε παράκτιες ζώνες, ενώ η άνοδος της στάθμης της θάλασσας επηρεάζει ήδη περισσότερες από 25 μεγαλουπόλεις (UN-Habitat).

Ιδιαίτερη σημασία έχει το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας, το οποίο εντείνει τις επιπτώσεις των καυσώνων. Η αστική μορφολογία —τα δομικά υλικά, η πυκνή δόμηση, η περιορισμένη βλάστηση— αυξάνει τις θερμοκρασίες και περιορίζει τη νυχτερινή ψύξη, καθιστώντας την ακραία ζέστη ιδιαίτερα επιβαρυντική για τους κατοίκους (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, 2021). Ωστόσο, η έκθεση στον κίνδυνο δεν είναι κοινωνικά ουδέτερη: ορισμένες ομάδες βιώνουν δυσανάλογα τις συνέπειες. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται το ερευνητικό έργο IMBRACE-ERC, το οποίο εξετάζει πώς οι μετανάστες από χώρες του Παγκόσμιου Νότου που ζουν σε έξι ευρωπαϊκές πόλεις βιώνουν, ερμηνεύουν και διαχειρίζονται την κλιματική ευαλωτότητα. Μεταξύ των πόλεων που βρίσκονται στο επίκεντρο της έρευνάς μας συγκαταλέγεται και η Αθήνα, μια μητρόπολη που τα τελευταία χρόνια βιώνει έντονες θερμικές εξάρσεις και αυξανόμενες πιέσεις από ακραία καιρικά φαινόμενα. Το ενδιαφέρον μας δεν περιορίζεται στην καταγραφή των επιπτώσεων· διερευνούμε επίσης τις μορφές γνώσης, εμπειρίας και προσαρμοστικότητας που οι ίδιοι οι μετανάστες φέρουν και ενεργοποιούν στην καθημερινότητά τους. Στόχος είναι η διαμόρφωση πιο αποτελεσματικών και κοινωνικά δίκαιων πολιτικών προσαρμογής.

Η διεθνής βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι οι μετανάστες συγκαταλέγονται μεταξύ των ομάδων που πλήττονται δυσανάλογα από την ακραία ζέστη και άλλα κλιματικά φαινόμενα. Στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα, οι επιπτώσεις αυτές διαπλέκονται με καθημερινές εμπειρίες θεσμικών και κοινωνικών διακρίσεων, οι οποίες επηρεάζουν συνολικά την υγεία και την ευημερία τους. Παράλληλα, οι φυλετικοποιημένοι μετανάστες

σπάνια αναγνωρίζονται ως ισότιμοι φορείς γνώσης και δράσης για το κλίμα, παρότι ζουν και εργάζονται στις ίδιες πόλεις και συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωσή τους.

Μεθοδολογικά, το έργο βασίζεται στις αρχές της εμπλεκόμενης έρευνας, της διεπιστημονικότητας και της επιστημολογικής δικαιοσύνης. Υιοθετούμε ένα πλαίσιο φεμινιστικής πολιτικής οικολογίας, συνδυάζοντας συμμετοχική εθνογραφία, κριτική ανάλυση πολιτικής και διεπιστημονική παραγωγή γνώσης. Σε αντίθεση με προσεγγίσεις που ορίζουν την ευαλωτότητα αποκλειστικά βάσει μετρήσιμων αποτελεσμάτων (π.χ. υψηλότερη θνησιμότητα ή μεγαλύτερες υλικές ζημιές), εστιάζουμε στις βαθύτερες κοινωνικές και θεσμικές διεργασίες που τη διαμορφώνουν: στις σχέσεις εξουσίας, στις ιστορικές ανισότητες, στην άνιση πρόσβαση σε πόρους, στέγη, εργασία, υγεία και γνώση. Έτσι, καθίσταται σαφές ότι η ευαλωτότητα δεν είναι στιγμιαίο αποτέλεσμα ενός ακραίου γεγονότος, αλλά προϊόν δομικών συνθηκών που προϋπάρχουν.

Κατά το πρώτο έτος του IMBRACE1, διαπιστώνουμε ότι οι μετανάστες βιώνουν μια σύνθετη «υπερευαλωτότητα», η οποία διαμορφώνεται ταυτόχρονα σε πέντε αλληλένδετους τομείς της αστικής ζωής: στέγαση, εργασία, υγεία, κοινωνική ένταξη και πολεοδομικό σχεδιασμό/κλιματική πολιτική.

Η στέγαση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι επισφαλείς και υποβαθμισμένες συνθήκες διαβίωσης —υπερπληθυσμός, ανασφαλείς μισθώσεις, κακή ποιότητα κατασκευών— είναι συχνές μεταξύ μεταναστών. Η χρηματιστικοποίηση της κατοικίας, η περιορισμένη ρύθμιση της αγοράς και η έλλειψη κοινωνικής στέγασης δυσχεραίνουν την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτές και υγιείς κατοικίες. Οι διακρίσεις από ιδιοκτήτες και μεσίτες επιτείνουν τον αποκλεισμό. Επιπλέον, η αυξημένη εξάρτηση από την ενοικίαση συνεπάγεται μεγαλύτερη έκθεση σε περιοχές υψηλού κινδύνου πλημμύρας, περιορισμένη πρόσβαση σε ασφάλιση και αποκλεισμό από προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης. Σε ακραίες περιπτώσεις, ο κίνδυνος αστεγίας καθίσταται άμεσος, ιδίως για αιτούντες άσυλο και παράτυπους μετανάστες που διαβιούν σε προσωρινές και επισφαλείς δομές, εκτεθειμένοι σε καταιγίδες, πλημμύρες ή ακραίο ψύχος.

Όλα τα παραπάνω αναδεικνύουν ένα ευρύτερο συμπέρασμα: η ευαλωτότητα αποτελεί καθολικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης συνθήκης, αλλά κατανέμεται άνισα. Η κλιματική κρίση δεν δημιουργεί από το μηδέν τις ανισότητες· τις αποκαλύπτει και τις εντείνει. Γι’ αυτό και η αντιμετώπισή της δεν μπορεί να περιοριστεί σε τεχνικές λύσεις.

Η αστική κλιματική δικαιοσύνη συνδέεται άρρηκτα με τους ευρύτερους αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη και το δικαίωμα στην πόλη. Προϋποθέτει δίκαιη κατανομή τόσο των βαρών της κλιματικής αλλαγής όσο και των ωφελειών των λύσεων, με προτεραιότητα στις κοινότητες που πλήττονται δυσανάλογα. Με άλλα λόγια, η κλιματική δράση στις πόλεις δεν είναι μόνο ζήτημα ανθεκτικότητας· είναι πρωτίστως ζήτημα ισότητας, αναγνώρισης και δημοκρατίας.

Η Παναγιώτα Κατσίλα είναι Καθηγήτρια και Κύρια Ερευνήτρια στο Εργαστήριο της Βαρκελώνης για την Αστική Περιβαλλοντική Δικαιοσύνη και Βιωσιμότητα του Ινστιτούτου Περιβαλλοντικής Επιστήμης και Τεχνολογίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης (ICTA-UAB).