Οι αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν υιοθετήσει, επί της αρχής, την παραγωγή πράσινου χάλυβα ωστόσο, οι παραγωγοί του περιμένουν χειροπιαστές «αποδείξεις» και νομοθετικές διατάξεις πριν επενδύσουν δισεκατομμύρια στην παραγωγή του, ένας «κόμπος» που θα λυθεί με την εξειδίκευση των μέτρων.

Σε ό,τι αφορά την πραγματική εικόνα, σύμφωνα με δειγματοληπτική έρευνα της Transport & Environment, η Volvo ανακηρύσσεται πρωταθλήτρια στην αξιοποίηση πράσινου χάλυβα στα αυτοκίνητά της με «σκορ» 55% , ακολουθεί η Mercedes με 24% ενώ τις πρώτες θέσεις αλλά με ακόμη χαμηλότερα ποσοστά ακολουθούν η Tesla, η Ford, η GM και η Geely.

Παρόλο που οι περισσότερες αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν δεσμευτεί για τη χρήση χάλυβα χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος, η «πραγματική χρήση χάλυβα χαμηλών εκπομπών παραμένει μάλλον περιορισμένη», αναφέρει η περιβαλλοντική οργάνωση Transport & Environment.

Πάντως οι χαλυβουργίες αισιοδοξούν ότι η επιλογή της αντιστάθμισης εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα μέσω του πράσινου χάλυβα θα βοηθήσει στην απόσβεση των δαπανηρών επενδύσεων σε τεχνολογίες που, μέχρι στιγμής, δεν έχουν αποδώσει καρπούς.

«Αυτό θα δώσει την απαραίτητη ώθηση και θα διασφαλίσει στις αυτοκινητοβιομηχανίες ότι το προϊόν θα είναι διαθέσιμο μακροπρόθεσμα», δήλωσε ο Thomas Hörnfeldt, αντιπρόεδρος βιωσιμότητας της SSAB, η οποία συνεργάζεται, μεταξύ άλλων, με τη Mercedes-Benz. Ο ίδιος εκτίμησε ότι έως το 2050, ο πράσινος χάλυβας θα αποτελεί την δεδομένη επιλογή στην Ευρώπη. «Στο άμεσο μέλλον, η λειτουργία μιας υψικαμίνου με χρήση ορυκτών καυσίμων όπως ο άνθρακας θα είναι οικονομικά ασύμφορη», πρόσθεσε.

Η γερμανική GMH Gruppe, η οποία προμηθεύει τη Volkswagen και διαθέτει ένα ευρύ φάσμα προϊόντων χαμηλών ή μηδενικών εκπομπών, υποστηρίζει ότι η αυτοκινητοβιομηχανία μπορεί να αποτελέσει τον βασικό μοχλό για την επέκταση της χρήσης τους.

«Ο πράσινος χάλυβας μπορεί ήδη να παραχθεί σε μεγάλη κλίμακα, αλλά τα μηνύματα από την πλευρά της ζήτησης παραμένουν αδύναμα», ανέφερε σε μήνυμά του ο Alexander Becker, διευθύνων σύμβουλος της GMH. «Απαιτούνται σαφείς “οδηγίες» κυρίως στον κλάδο του αυτοκινήτου και των δημόσιων συμβάσεων για να περάσουμε από τα πιλοτικά προγράμματα στη μαζική παραγωγή».

Η GMH προμηθεύει ήδη τη VW με το «Green Power Steel» για την κατασκευή εξαρτημάτων μετάδοσης. Πρόκειται για ένα προϊόν που παράγεται σε ηλεκτρικούς κλιβάνους με χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, επιτυγχάνοντας έως και 98% χαμηλότερες εκπομπές CO2 σε επίπεδο παραγωγής.

Πόσο κοστίζει ο «πράσινος» χάλυβας

Αν και οι υπολογισμοί ποικίλλουν, οι ειδικοί εκτιμούν ότι η ενσωμάτωση του πράσινου χάλυβα στην παραγωγική διαδικασία θα έχει ελάχιστη επίπτωση στην τελική τιμή των οχημάτων.

Σύμφωνα με τον Georg Bieker, επικεφαλής εφοδιαστικής αλυσίδας στο Διεθνές Συμβούλιο Καθαρών Μεταφορών (ICCT), η χρήση χάλυβα με μηδενικό ανθρακικό αποτύπωμα σε ποσοστό 100% θα επιβάρυνε το κόστος παραγωγής ενός αυτοκινήτου (που περιέχει περίπου 800 κιλά χάλυβα) κατά 160 έως 200 ευρώ.

Από την πλευρά της, η οργάνωση Transport & Environment (T&E) υπολογίζει ότι έως το 2040, ένα αυτοκίνητο που κατασκευάζεται με 40% πράσινο χάλυβα θα κοστίζει μόλις 57 ευρώ περισσότερο από ένα αντίστοιχο με συμβατικό χάλυβα. Άλλες μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η επιβάρυνση για τον αγοραστή δεν θα ξεπερνούσε το 1%.

«Η επίπτωση για τους καταναλωτές θα είναι αμελητέα», σημειώνει ο Zachary Azdad της T&E. «Για τις αυτοκινητοβιομηχανίες αποτελεί αναμφίβολα μια επένδυση, ωστόσο το επιπλέον κόστος θα είναι χαμηλότερο από τα πρόστιμα που θα καλούνταν να πληρώσουν για τις εκπομπές CO2».

Οι κατασκευαστές, από την πλευρά τους, προσδοκούν ότι η τιμή του πράσινου χάλυβα θα υποχωρήσει σημαντικά μόλις η παραγωγή περάσει σε επίπεδο μαζικής κλίμακας.

Εκπρόσωπος του ομίλου Volkswagen σημείωσε ότι ο πράσινος χάλυβας αποτελεί «σημαντικό μοχλό» για τη μείωση των εκπομπών, επεσήμανε όμως ότι η διαθεσιμότητα παραμένει περιορισμένη και η ανταγωνιστικότητα των τιμών χαμηλή, καθώς η μετάβαση της χαλυβουργίας εξελίσσεται πιο αργά από το αναμενόμενο.

Η VW έχει ήδη υπογράψει μνημόνια συνεργασίας με τους κολοσσούς Salzgitter και Thyssenkrupp για την προμήθεια χάλυβα χαμηλού άνθρακα από το 2026.

Αντίστοιχα, η BMW επιβεβαίωσε ότι εστιάζει στον χάλυβα και το αλουμίνιο για την μείωση του αποτυπώματος άνθρακα των πρώτων υλών που χρησιμοποιεί, χαιρετίζοντας τις πρωτοβουλίες ενσωμάτωσης των «πράσινων» υλικών στους κανονισμούς εκπομπών ρύπων.

Ωστόσο, η υιοθέτηση του πράσινου χάλυβα παραμένει σε χαμηλά επίπεδα λόγω ενός φαύλου κύκλου: «Οι χαλυβουργίες δεν μπορούν να δικαιολογήσουν επενδύσεις δισεκατομμυρίων χωρίς συμβόλαια, ενώ οι αυτοκινητοβιομηχανίες δεν υπογράφουν συμβόλαια χωρίς εγγυημένη προσφορά», εξηγεί ο Georg Bieker του ICCT. Η επιβολή υποχρεωτικών ποσοστώσεων θα μπορούσε να καταστήσει την αυτοκινητοβιομηχανία τον «ηγέτη» που θα ξεκλειδώσει αυτές τις επενδύσεις, συμπαρασύροντας και άλλους κλάδους, όπως οι κατασκευές.

Τι ορίζεται ως «πράσινος» χάλυβας

Παρά τις ευρωπαϊκές προτροπές για την χρήση του «πράσινου» χάλυβα, η ΕΕ δεν έχει ακόμη ορίσει επακριβώς τι λογίζει ως τέτοιο και αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής νομοθέτησης και συζήτησης.

Στην παραδοσιακή μέθοδο παραγωγής πάντως, το σιδηρομετάλλευμα μετατρέπεται σε λιωμένο χάλυβα σε υψικαμίνους με καύση άνθρακα, εκλύοντας τεράστιες ποσότητες CO2.

Οι καθαρότερες σε επίπεδο διοξειδίου του άνθρακα μέθοδοι παραγωγής χάλυβα  περιλαμβάνουν ηλεκτρικούς κλιβάνους (EAF) που λειτουργούν με ανανεώσιμη ενέργεια ή/και χρησιμοποιούν ανακυκλωμένο χάλυβα (σκραπ) ως πρώτη ύλη ή και κλιβάνους όπου την ενέργεια παρέχει το υδρογόνο αντί του άνθρακα.

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ενεργειακής Οικονομίας (IEEFA), η παραδοσιακή παραγωγή χάλυβα σε υψικαμίνους εκλύει 2,2 τόνους CO2 ανά τόνο χάλυβα. Η χρήση ηλεκτρικού κλιβάνου μειώνει τις εκπομπές στους 1,4 τόνους, ενώ η συνδυαστική χρήση σκραπ τις περιορίζει κατά ακόμα 0,3 τόνους. Η μέθοδος με πράσινο υδρογόνο οδηγεί σε σχεδόν μηδενικούς ρύπους.

Μια αλλαγή χωρίς… αλλαγές

Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της μετάβασης είναι ότι ο πράσινος χάλυβας δεν απαιτεί αλλαγές στον σχεδιασμό των αυτοκινήτων. «Είναι ακριβώς το ίδιο υλικό», αναφέρει ο Thomas Hörnfeldt της SSAB. Με δεδομένο ότι η παραγωγή χάλυβα αντιπροσωπεύει περίπου το 10% των συνολικών εκπομπών στον κύκλο ζωής ενός οχήματος, η αντικατάστασή του θεωρείται ο ευκολότερος δρόμος για την μείωση των εκπομπών, με κόστος που περιορίζεται σε μερικές εκατοντάδες ευρώ ανά όχημα. Επίσης η εξοικονόμηση σε εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα εκτιμάται ότι φτάνει έως και το 30%.

Πού χρησιμοποιείται ο «πράσινος» χάλυβας

Σύμφωνα με τον Alexander Becker, διευθύνοντα σύμβουλο της GMH, ο πράσινος χάλυβας της εταιρείας του αξιοποιείται κυρίως σε συστήματα μετάδοσης κίνησης όσο και κινητήρες τα οποία απαιτούν χάλυβα υψηλής ποιότητας υπό την μορφή ράβδων.

«Πρόκειται για εξαρτήματα μετάδοσης και σφυρήλατα τμήματα κινητήρα που κατασκευάζονται από τα εργοστάσια των αυτοκινητοβιομηχανιών. Ο πράσινος χάλυβας θα αποφέρει άμεσα οφέλη περίπλοκες υλοποιήσεις και εξαρτήματα που σχετίζονται με το πλαίσιο, παρά στα τμήματα του αμαξώματος».

Αντιθέτως, ο Thomas Hörnfeldt της SSAB επισημαίνει ότι η υποκατάσταση του συμβατικού χάλυβα σε απλές κατασκευές μπορεί να αποφέρει «γρήγορες νίκες». Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Volvo Trucks, η οποία χρησιμοποίησε τον χάλυβα «SSAB Zero» (προϊόν ανακύκλωσης με βιώσιμη ενέργεια) για το πλαίσιο 12.000 φορτηγών οχημάτων πέρυσι, «εξοικονομώντας» έως και 6.000 τόνους εκπομπών CO2.

Η Volvo χρησιμοποιεί τον ίδιο χάλυβα στο νέο EX60, επιτυγχάνοντας μειωμένο αποτύπωμα άνθρακα κατά 70% σε σύγκριση με τον συμβατικό χάλυβα.

Η Vanessa Butani, επικεφαλής βιωσιμότητας της Volvo, δήλωσε ότι η εταιρεία διερευνά επίσης την περαιτέρω και εκτεταμένη χρήση χάλυβα χαμηλών ή μηδενικών εκπομπών σε συνεργασία με την SSAB.

Αν και όπως σημειώνει η ίδια, με το πλάνο της Volvo για πλήρη εξηλεκτρισμό της γκάμας της, «Μέχρι το 2035, δεν θα υπάρξει  ανάγκη να αντισταθμίσουμε εκπομπές ρύπων μέσω του πράσινου χάλυβα ή ανανεώσιμων καυσίμων, ο πράσινος χάλυβας θα παραμείνει κεντρικός πυλώνας της στρατηγικής μας για την μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των αυτοκινήτων μας». Εξάλλου ο στόχος της Volvo είναι η χρήση χάλυβα χαμηλού αποτυπώματος σε ποσοστό 50% με ορίζοντα το 2030, ελπίζοντας «ότι ο μηχανισμός αντιστάθμισης θα βοηθήσει στην τόνωση της ζήτησης και των σχετικών επενδύσεων από τις χαλυβουργίες».