Οι πληθυσμοί στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ γερνούν ταχύτατα, καθώς αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής και μειώνονται οι ρυθμοί γονιμότητας. Το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω στο συνολικό πληθυσμό έχει περισσότερο από διπλασιαστεί από το 1960 κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ και προβλέπεται να φτάσει περίπου το 30% έως το 2060. Το να ζούμε περισσότερο και να γερνάμε σε καλύτερη υγεία αποτελούν μεγάλες επιτυχίες και θρίαμβο της προόδου.
Η ταχεία γήρανση του πληθυσμού ασκεί εντεινόμενη πίεση στα δημόσια οικονομικά. Οι δαπάνες που σχετίζονται με την ηλικία, κυρίως δημόσια χρηματοδοτούμενες, έχουν αυξηθεί τις τελευταίες δεκαετίες στις χώρες του ΟΟΣΑ και θα συνεχίσουν να αυξάνονται. Οι συνταξιοδοτικές δαπάνες από μόνες τους θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ κατά μέσο όρο έως το 2060, ξεπερνώντας το 10% του ΑΕΠ. Τα συνταξιοδοτικά συστήματα, ιδιαίτερα τα σχήματα “pay-as-you-go” με καθορισμένες παροχές, ήδη υφίστανται πιέσεις που θα ενταθούν, καθώς τα οικονομικά τους εξαρτώνται κρίσιμα από τις εισφορές, τα ποσοστά αναπλήρωσης και ηλικίες συνταξιοδότησης.
Ταυτόχρονα, οι δημόσιες δαπάνες υγείας ενδέχεται να φτάσουν το 9% του ΑΕΠ, ενώ τα κόστη μακροπρόθεσμης φροντίδας θα μπορούσαν σχεδόν να διπλασιαστούν τις επόμενες δύο δεκαετίες καθώς αυξάνεται ταχύτατα το ποσοστό του πληθυσμού άνω των 80 ετών. Χωρίς πολιτική δράση, το ήδη υψηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην περιοχή του ΟΟΣΑ κινδυνεύει να αυξηθεί περαιτέρω.
Αν και αυτές οι τάσεις είναι ανησυχητικές, κατάλληλα στοχευμένες πολιτικές μπορούν να βοηθήσουν τις οικονομίες να προσαρμοστούν στη γήρανση του πληθυσμού, αξιοποιώντας τα οφέλη της μακροζωίας και αντιμετωπίζοντας τις δημοσιονομικές πιέσεις. Ενώ η κλίμακα της δημογραφικής αλλαγής διαφέρει μεταξύ χωρών, μια ολοκληρωμένη πολιτική προσέγγιση, που συνδυάζει δημοσιονομικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, είναι απαραίτητη.
Από δημοσιονομικής πλευράς, τα συνταξιοδοτικά συστήματα πρέπει να προσαρμοστούν στις δημογραφικές πραγματικότητες μέσω μεταρρυθμίσεων στις πολιτικές συνταξιοδότησης που μειώνουν τις πρώιμες εξόδους και ευθυγραμμίζουν καλύτερα την ηλικία συνταξιοδότησης με τα μακρότερα προσδόκιμα ζωής. Η εξασφάλιση βιώσιμων συστημάτων υγείας είναι επίσης κρίσιμη. Η προώθηση της υγιούς γήρανσης μέσω πρόληψης, όπως η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και του καπνίσματος, είναι ζωτικής σημασίας για τον περιορισμό των δημόσιων δαπανών υγείας και για να παραμείνουν οι ηλικιωμένοι ενεργοί και παραγωγικοί.
Η μακροπρόθεσμη φροντίδα απαιτεί νέες προσεγγίσεις καθώς οι κοινωνίες γερνούν και οι δαπάνες εκτοξεύονται. Bιώσιμοι μηχανισμοί χρηματοδότησης είνα απαραίτητοι, μαζί με πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση στην παροχή υπηρεσιών. Η προώθηση της φροντίδας κατ’ οίκον (home care) μπορεί να βοηθήσει στον περιορισμό των δαπανών μακροπρόθεσμης φροντίδας, ικανοποιώντας παράλληλα την προτίμηση πολλών ηλικιωμένων με ανάγκες φροντίδας.
Οι δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις πρέπει να συνδυαστούν με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για να αυξηθεί η προσφορά εργασίας των ηλικιωμένων και άλλων υπο-εκπροσωπούμενων ομάδων και να καταστούν πιο παραγωγικοί. Εμπόδια στην απασχόληση ηλικιωμένων εργαζομένων, όπως η υποχρεωτική συνταξιοδότηση και η μισθοδοσία βάσει προϋπηρεσίας, πρέπει να καταργηθούν. Η ευελιξία στις μεταβάσεις εργασίας-συνταξιοδότησης είναι απαραίτητη για την παράταση του εργασιακού βίου, μαζί με τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και την προώθηση της δια βίου μάθησης. Η συμμετοχή στην κατάρτιση παραμένει χαμηλή μεταξύ των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας, που την χρειάζονται περισσότερο για να παραμένουν απασχολήσιμοι.
Οι προσομοιώσεις του ΟΟΣΑ δείχνουν τα οφέλη της πολιτικής δράσης. Ο συνδυασμός μεταρρυθμίσεων σε πολιτικές αγοράς εργασίας και συνταξιοδοτικά προγράμματα θα μείωνε τη δημοσιονομική πίεση το 2060 κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ για τη μέση χώρα του ΟΟΣΑ, σε σύγκριση με το βασικό σενάριο χωρίς αλλαγές πολιτικής, αυξάνοντας τα ποσοστά απασχόλησης και παρατείνοντας τον εργάσιμο βίο.
Οι πολιτικές γονιμότητας και μετανάστευσης πρέπει επίσης να αποτελέσουν μέρος μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών επιπτώσεων της γήρανσης του πληθυσμού, αν και τα σημερινά ποσοστά γονιμότητας θα αύξαναν το ποσοστό των εργαζομένων στον πληθυσμό μόνο σε περίπου δύο δεκαετίες. Η μετανάστευση είναι απίθανο να αντισταθμίσει πλήρως τη γήρανση του πληθυσμού, αλλά μπορεί να βοηθήσει στη μείωση των ελλείψεων εργατικού δυναμικού βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα, εφόσον οι μετανάστες ενσωματώνονται αποτελεσματικά.
Η γήρανση του πληθυσμού δεν χρειάζεται να είναι μια επερχόμενη κρίση αν αντιμετωπιστεί με έγκαιρη, ολοκληρωμένη πολιτική δράση που μπορεί να μετατρέψει τα μακρύτερα προσδόκιμα ζωής σε υπόσχεση και όφελος.
* Βασισμένο στο OECD Economics Department Working Paper «Ageing populations, their fiscal implications and policy responses» (2025), No. 1844, OECD Publishing, https://doi.org/10.1787/6aec03b3-en, που προετοιμαστήκε στο πλαίσιο του προγράμματος έρευνας του Κέντρου ΟΟΣΑ Κρήτης για τη Δημογραφική Δυναμική.
Η Βίβιαν Κουτσογεωργοπούλου είναι Senior Economist στο Τμήμα Οικονομικών του ΟΟΣΑ, Κέντρο Κρήτης του ΟΟΣΑ για τη Δυναμική των Πληθυσμών.






