Καλό ψάρι έχω φάει σε πολύ διαφορετικά μεταξύ τους μέρη. Πάνω στο κύμα, σε ακριβά αστικά εστιατόρια, σε μικρές ψαροταβέρνες στα νησιά μας και σε γειτονιές που δεν τις πιάνει το μάτι σου. Το τελευταίο όμως μέρος που θα περίμενα να με κερδίσει είναι η Λαχαναγορά του Ρέντη. Ή πιο σωστά, ένας χώρος ακριβώς απέναντι από την κεντρική της πύλη.

Σε ένα μαγαζί που, αν δεν προσέξεις, το προσπερνάς και τις περισσότερες φορές για να το προσεγγίσεις χρειάζεται να κάνεις «σλάλομ» ανάμεσα σε τζιπ και λιμουζίνες. Κι αυτό γιατί όσοι ξέρουν από καλό ψάρι δεν διστάζουν να φτάσουν μέχρι εκεί, από ολόκληρη την Αττική για να το απολαύσουν.

Ο λόγος για το Polpo, το οποίο είναι μεν το αποτέλεσμα εμπειρίας δύο δεκαετιών και πλέον, αλλά ξεκίνησε κάπως τυχαία, όταν το κατάστημα δίπλα από εκείνο του Νίκου Κατσικάκη, προμηθευτή ψαριών, έμεινε χωρίς ενοικιαστές. 

«Συζήτησα με τα παιδιά μου για το αν ήθελαν να νοικιάσουμε τον χώρο για να κάνουμε ένα εστιατόριο», μας λέει ο κ. Κατσικάκης. «Είναι μεγάλα πια και έπρεπε να δουν κι εκείνα τι ήθελαν να κάνουν. Συμφώνησαν και τα δύο. Ο γιος μου έχει αναλάβει το εστιατόριο και η κόρη μου το μαγαζί δίπλα».

Ο ίδιος ασχολείται με το ψάρι σχεδόν όλη του τη ζωή. Ξεκίνησε ως ψαράς στο ιδιαίτερο νησί του στη Σάμο και σιγά-σιγά έφτασε να κάνει χονδρική και να συνεργάζεται με δεκάδες καΐκια που δίνουν σε εκείνον πρώτα ό,τι καλύτερο και πιο φρέσκο βγάζουν από την θάλασσα. Με τη σειρά του, εκείνος προμηθεύει κορυφαία εστιατόρια και ξενοδοχεία της χώρας, όπως είναι η Cookovaya, το Τραβόλτα, το Four Seasons. Για τις ανάγκες των Milos και Nammos, συσκευάζει και στέλνει την πρώτη ύλη του καθημερινά σε Νέα Υόρκη και Ντουμπάι.

Θυμάται την πρώτη του συνεργασία με τον εστιατόριο Milos, τότε που ακόμη ήταν στο ξενοδοχείο Hilton: «Υπήρχε η νοοτροπία εκείνα τα χρόνια, στα καλά εστιατόρια να σερβίρουν μόνο μεγάλα, λευκά ψάρια. Εκείνη τη μέρα είχα σαργούς και όταν τους πήγα, τους απέρριψε ο υπεύθυνος. Τότε του είπα να τα πάρει όλα χωρίς να πληρώσει και να τα δοκιμάσει. Σε δύο ώρες με πήρε τηλέφωνο και μου έδωσε παραγγελία. Από τότε δεν έχουμε σταματήσει τη συνεργασία». 

Η λιτή μαγειρική της εξαιρετικής πρώτης ύλης

Από όλα αυτά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το ψάρι στο Polpo είναι διαλεχτό. Από το πιο μεγάλο που ψήνεται μαστόρικα και στο οποίο μετά βίας προστίθεται λαδολέμονο -«είναι τόσο καλό το ψάρι που το χαλάει ότιδήποτε κι αν προστεθεί», υποστηρίζει ο κ. Κατσικάκης-, μέχρι τις δημοφιλέστατες μακαρονάδες θαλασσινών και τα σουβλάκια με τηγανητό μπακαλιάρο ή τηγανητές γαρίδες. 

Εκείνο όμως που είναι επίσης αξιοσημείωτο είναι ότι έμφαση δε δίνεται μόνο στην ποιότητα των ψαριών και των θαλασσινών, αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα. Έξοχο παράδειγμα είναι ένα πιάτο σήμα κατατεθέν του καταστήματος, η ντομάτα. Χοντρές ροδέλες από κατακόκκινες μεγάλες και ζουμερές ντομάτες, πασπαλίζονται με αλάτι Μεσολογγίου που έχει μαζευτεί με το χέρι και ρίγανη από την Άνδρο.

«Προμηθεύομαι τη ρίγανη από την Άνδρο αλλά μόνο συγκεκριμένες μέρες τον χρόνο, τότε που ακόμη έχουν τα άνθη τους και γι’ αυτό είναι πανάκριβη», μας λέει ο ίδιος, δείχνοντας το ευδιάκριτο μοβ από τα λουλουδάκια στην τριμμένη ρίγανη που έχει στο βάζο. Το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο ολοκληρώνει τη σύνθεση. Σε αυτή τη λογική κυμαίνονται όλα τα πιάτα. 

Την ημέρα που επισκεφθήκαμε το κατάστημα δοκιμάσαμε το σεβίτσε με ψάρι ημέρας, το οποίο ήταν πολύ ισορροπημένο, χωρίς τις έντονες σάλτσες που δεν αφήνουν το ψάρι να αναδειχθεί. Οι ψητές γαρίδες Κοιλάδας ήταν ζουμερές και γλυκές και τα τηγανητά καλαμαράκια χρυσαφένια χωρίς λαδίλα ή βαριά γεύση. Η ταραμοσαλάτα ήταν πεντανόστιμη, όπως η μακαρονάδα θαλασσινών, με γαρίδες, καλαμάρι, μύδια και μπόλικη σαλτσούλα. Ξεχωρίσαμε μία θαυμάσια σφυρίδα τατάκι, καψαλισμένη τόσο όσο στην επιφάνειά της. Θα εκπλαγείτε από τη νοστιμιά. 

Φυσικά, ο απόλυτος πρωταγωνιστής είναι το ψητό ψάρι, ψημένο με μαστοριά. Εδώ, θα αφεθείτε σε ό,τι έχουν πιάσει τα καΐκια εκείνη τη μέρα, αλλά ο κατάλογος μπορεί να περιλαμβάνει από στήρα, συναγρίδα και ροφό, μέχρι γλώσσα, λαυράκι, φαγκρί και τσιπούρα.  

Εκτός από αυτά, υπάρχουν μικρά ψαράκια τηγανητά, όπως και μπαρμπούνια και κουτσομούρες, αλλά και ψαρόσουπα και όστρακα. Τα άπαντα συνοδεύονται από μια λίστα κρασιών με ελληνικές ετικέτες, τσίπουρο, ούζο, αλλά και μπίρες. Ανάλογα με την ώρα και την διάθεση. Εσείς, εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι στη Λαχαναγορά πάμε μόνο για λαχανικά;