Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητά καινοτόμες λύσεις και εναλλακτικούς τρόπους διαχείρισης του προβλήματος των αναγκαστικών επιστροφών λόγω της αδυναμίας απομάκρυνσης από το ευρωπαϊκό έδαφος όσων πολιτών τρίτων χωρών δεν χρήζουν διεθνούς προστασίας.

Οι παραδοσιακές τακτικές των απελάσεων φαίνεται ότι δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα και ενδεικτικό της αναποτελεσματικότητας των Εθνικών Αρχών των κρατών μελών είναι ότι από το σύνολο των αποφάσεων επιστροφής για το 2025, μόλις το 21% έχει ολοκληρωθεί, γεγονός που σημαίνει ότι το 79% όσων δεν δικαιούνται άσυλο στην ΕΕ συνεχίζουν να διαμένουν σε αυτήν, πάρα ταύτα.

Ως απάντηση σε αυτό το άκρως προβληματικό σκηνικό αναδείχτηκε, με πρωτοβουλία Αυστρίας, Γερμανίας, Δανίας, Ελλάδας και Ολλανδίας η ιδέα της δημιουργίας και λειτουργίας των Κόμβων Επιστροφής (Return Hubs). Η προοπτική αυτή εξ αρχής προκάλεσε έντονες συζητήσεις με πολιτικές, νομικές και διπλωματικές προεκτάσεις, ενώ παράλληλα, υπήρξε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία αναφορικά με την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και την ανθρωπιστική της διάσταση.

Ειδικότερα, τα return hubs, σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιευτεί μέχρι σήμερα, θα είναι εγκαταστάσεις υποδοχής και φιλοξενίας σε τρίτες χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής ηπείρου όπου θα μεταφέρονται προσωρινά οι τελεσίδικα απορριφθέντες αιτούντες διεθνούς προστασίας, μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία επιστροφής τους στις χώρες καταγωγής τους. Εναλλακτικά, οι κόμβοι επιστροφής μπορεί να παίξουν το ρόλο του «διευκολυντή» μόνιμης ενσωμάτωσης στις τοπικές κοινωνίες των χωρών αυτών με την παροχή υπηρεσιών όπως η αναβάθμιση επαγγελματικών δεξιοτήτων, η εκμάθηση της εγχώριας γλώσσας, η κοινωνική στέγαση και η υποβοηθούμενη ένταξη στην αγορά εργασίας. Μολονότι δεν έχει ακόμη προκύψει επίσημη και οριστική συμφωνία με συγκεκριμένες χώρες, εικάζεται ότι αυτές γεωγραφικά δεν θα γειτνιάζουν με κάποιο κράτος μέλος της ΕΕ και το πιο πιθανό να βρίσκονται στην Αφρική και την Ασία.

Σε αντίθεση με το «σχέδιο Ρουάντα» του Ηνωμένου Βασιλείου που βασιζόταν στην ιδέα της εξωχώριας επεξεργασίας αιτημάτων διεθνούς προστασίας, στην προκειμένη περίπτωση τα return hubs προορίζονται μόνο για άτομα που τα αιτήματά τους έχουν απορριφθεί οριστικά και για τα οποία δεν κατέστη εφικτή η επιστροφή στις χώρες καταγωγής τους είτε λόγω άρνησης συνεργασίας των ίδιων των ατόμων ή των χωρών καταγωγής τους. Στην ουσία τα return hubs προκρίνονται ως ένας ενδιάμεσος μηχανισμός που θα επιτρέπει στα Κράτη Μέλη, εφόσον έχουν εξαντλήσει όλα τα υπάρχοντα μέσα για την επιστροφή των απορριφθέντων αιτούντων, να μεταβιβάζουν την ευθύνη επιστροφής σε τρίτες χώρες. Το κυρίαρχο μήνυμα, όμως,που θέλουν να εκπέμψουν είναι ότι πλέον η παραμονή στην Ευρώπη δεν είναι δεδομένη, λειτουργώντας ως φάρος αποτροπής της μαζικής παράνομης μετανάστευσης.

Ωστόσο, η ιδέα των κόμβων επιστροφής έχει δεχθεί στο παρελθόν και συνεχίζει να δέχεται δριμεία κριτική από φορείς της κοινωνίας των πολιτών και συγκεκριμένους πολιτικούς κύκλους. Η κριτική αυτή εμπεριέχει σαφείς υπαινιγμούς περί πιθανής παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και έλλειψης παροχής εγγυήσεων ασφάλειας σε όσους τελούν υπό απομάκρυνση από το ευρωπαϊκό έδαφος και οι οποίοι τελικά πρόκειται να μεταφερθούν στους συγκεκριμένους κόμβους. Πόσο δίκαιη, όμως, και νομικά συμπαγής είναι η κριτική αυτή;

Η αλήθεια είναι ότι στην παρούσα φάση το ισχύον πλαίσιο, δηλαδή η οδηγία 2008/115/ΕΚ που θεσπίζει κοινά πρότυπα και διαδικασίες για την επιστροφή παράτυπων μεταναστών, δεν προβλέπει τη μεταφορά απορριφθέντων αιτούντων διεθνούς προστασίας σε κέντρα επιστροφής εκτός της ΕΕ. Η πρόταση, όμως, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το νέο Κανονισμό επιστροφών όπως παρουσιάστηκε προσφάτως θεσπίζει μεταξύ άλλων τη νομική βάση για τη λειτουργία των συγκεκριμένων κόμβων. Βέβαια, προς το παρόν ο Κανονισμός βρίσκεται σε εξέλιξη στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, όταν όμως ψηφιστεί,τεθεί σε ισχύ και αρχίσει η εφαρμογή του, κι εφόσον δεν αλλάξει κάτι δραματικά ως προς τις σχετικές διατάξεις, τότε αναμένεται να ανοίξει το δρόμο για τη δημιουργία των return hubs εξασφαλίζοντας τα αναγκαία νομικά εχέγγυα.

Επίσης, θα πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο η μεταφορά σε κόμβους επιστροφής συνιστά παραβίαση των απαρέγκλιτων δικαιωμάτων για εκείνους τους πολίτες τρίτων χωρών που ενώ έχουν εξαντλήσει όλες τις νόμιμες διαδικασίες εξακολουθούν να παραμένουν παράνομα σε ευρωπαϊκό έδαφος. Πρόκειται, υπενθυμίζω, για άτομα που κατά την είσοδο τους στην ΕΕ είχαν απρόσκοπτη πρόσβαση στο εθνικό σύστημα ασύλου, δεν στερήθηκαν του δικαιώματος της προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης ή του δικαιώματος άσκησης των λοιπών ένδικων μέσων, και τους επικοινωνήθηκε αμέσως μετά την οριστική απόρριψη του αιτήματος τους η δυνατότητα οικειοθελούς αναχώρησης με ιδία μέσα. Μάλιστα, εφόσον δεν διέθεταν τέτοια τους δόθηκε εναλλακτικά η δυνατότητα συμμετοχής σε προγράμματα οικειοθελούς επιστροφής στη χώρα τους με την παροχή οικονομικού βοηθήματος αλλά και υλικών μέσων επανένταξης σε αυτή. Με άλλα λόγια το σύνολο των θεσμικών εργαλείων παρασχέθηκε πλήρως με απόλυτο σεβασμό στα θεμελιώδη δικαιώματά τους και συνεπώς η άρνηση τους να αποχωρήσουν όπως και η συνεχιζόμενη παράνομη παραμονή τους σηματοδοτούν, από πλευράς τους, συστηματική εκμετάλλευση και παρελκυστική κατάχρηση των διαθέσιμων διαδικασιών.

Τέλος, κι ως προς το σκέλος των εγγυήσεων ασφαλείας και των ανησυχιών που εγείρονται αναφορικά με τις συνθήκες υποδοχής και φιλοξενίας στις χώρες λειτουργίας των κόμβων επιστροφής, θεωρείται ότι τα λάθη του παρελθόντος σε ανάλογες προσπάθειες θα λειτουργήσουν διδακτικά για το παρόν εγχείρημα. Συνεπώς, είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι χώρες που πρόκειται να λειτουργήσουν ως προορισμοί φιλοξενίας αναμένεται να επιλεγούν σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια, ήτοι:να είναι ασφαλείς, να τηρούν το διεθνές δίκαιο και κυρίως την αρχή της μη επαναπροώθησης, να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα έχοντας κυρώσει διεθνείς συμβάσεις, να διαθέτουν επαρκείς υποδομές, διοικητική ικανότητα και να αποδέχονται, με εποπτεία από διεθνείς οργανισμούς, τη φιλοξενία των επιστρεφόμενων στο πλαίσιο αναπτυξιακής υποστήριξης ή οικονομικών ανταλλαγμάτων από ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενα προγράμματα.

Υπό το πρίσμα αυτό, και εφόσον διασφαλιστεί ότι τα return hubs λειτουργήσουν με τις προβλεπόμενες νομικές εγγυήσεις, την αναγκαία διεθνή εποπτεία και τον πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων των φιλοξενούμενων, τότε αρκετές από τις ανησυχίες μπορεί να αποδειχθούν υπερβολικές έως αβάσιμες.

Εν κατακλείδι, τα return hubs αποτελούν μια φιλόδοξηκαι καινοτόμα αλλά αμφιλεγόμενη ως προς την εφαρμογή της πρόταση. Είναι προϊόν της αδυναμίας και του ελλείμματος των υφιστάμενων συμβατικών μεθόδων να αντιμετωπίσουν ένα ζήτημα κοινής λογικής, δηλαδή της απομάκρυνσης όσων καταχρώνται τις διαδικασίες και τη φιλοξενία των κρατών μελών. Απομένει να αποδειχθεί στην πράξη εάν θα αποτελέσει σανίδα σωτηρίας ή ένα ακόμα πολλά υποσχόμενο project στα συρτάρια των Βρυξελλών και των Υπηρεσιών των κρατών μελών.

*Ο Μάριος Καλέας είναι Διοικητής της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου και Πρόεδρος του ΔΣ του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για το Άσυλο (EUAA). – Με το παρόν άρθρο εκφράζονται προσωπικές απόψεις του γράφοντος και όχι η επίσημη θέση της Ελληνικής Πολιτείας, της Δημόσιας Διοίκησης και του EUAA