Όταν ένα επιστημονικό κείμενο περιέχει βιωματικά στοιχεία, ιστορίες που έζησε ο συγγραφέας, τότε το κείμενο ενδέχεται να αποκτήσει γλαφυρότητα, αλλά, αν μη τι άλλο, διαθέτει μνήμη, δηλαδή ιστορία στην πράξη. Η ιστορία μας ξεκινά στις αρχές Σεπτεμβρίου 2007, λίγο μετά τη μετάθεσή μου από την Πρεσβεία στα Σκόπια στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στον ΟΗΕ στη Γενεύη.

Εκεί, σε ένα πολυεθνικό περιβάλλον, βρέθηκα ανάμεσα σε νέους φίλους: τον Γκέοργκ από την Αυστρία και τη Μίλα από τη Σερβία. Ενα βράδυ, ο Γκέοργκ μας έφερε νέα που είχε ακούσει από έναν συνάδελφο, Εσθονό. Τον Απρίλιο, η Εσθονία είχε υποστεί την πρώτη μεγάλη κυβερνοεπίθεση στην Ευρώπη. Είχε προηγηθεί το 2003, η μεγαλύτερη κυβερνοεπίθεση στις ΗΠΑ, η «Βροχή του Τιτάνα», που είχε πλήξει στρατηγικούς στόχους: Lockheed Martin, Sandia National Laboratories, Redstone Arsenal, NASA και FBI, μεταξύ άλλων! Ειδήσεις που τότε φάνταζαν μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Τελικά, η Εσθονία θα έβρισκε τον τρόπο να αμυνθεί. Στις 14 Μαΐου 2008, ιδρύθηκε η περίφημη Κ5 -για τους γνώστες της διεθνούς κατασκοπείας- ή επισήμως του Κέντρου Κυβερνοάμυνας του NATO.

Τα χρόνια πέρασαν και η Εσθονία έμελλε να βρεθεί ξανά στο προσκήνιο. Ενας φίλος και συνάδελφος στην Πρεσβεία μας στο Λουξεμβούργο με ενημέρωσε ότι η Εσθονία μόλις είχε δημιουργήσει «ψηφιακή πρεσβεία», την πρώτη τέτοιου είδους στον κόσμο. Μια καινοτομία που επέτρεπε σε ένα κράτος να συνεχίσει να λειτουργεί ακόμη και στην ακραία περίπτωση εδαφικής του απομόνωσης. Εκπληκτική καινοτομία, σε επίπεδο διεθνούς δικαίου και διπλωματίας! Βέβαια, είχε προηγηθεί μια ακόμα πρωτιά για την Εσθονία: η συγγραφή ενός εγχειριδίου για τον κυβερνο-πόλεμο, που έφερε το κομψό όνομα «Εγχειρίδιο του Ταλίν» κι είχα την τύχη να γνωρίσω δύο από τους εμπειρογνώμονες που το είχαν συντάξει. Αλλά, τι σχέση θα μπορούσαν να έχουν αυτές οι εμπειρίες με την τεχνητή νοημοσύνη και την οικονομική διπλωματία;

Η απάντηση προφανής: και τα δύο βρίσκονται εκεί που συναντώνται η τεχνολογία, η εξουσία, το δίκαιο και η διπλωματία. Ενας από τους περιεκτικότερους ορισμούς του όρου «οικονομική διπλωματία» αποδίδεται στην πρώην Αμερικανίδα υπουργό Εξωτερικών, τη Μαντλίν Ολμπράιτ: «Είναι η εφαρμογή οικονομικών μέσων για την υποστήριξη πολιτικών στόχων και εθνικής ασφάλειας».

Στην καθημερινή πρακτική, η οικονομική διπλωματία αποτελεί έργο των συμβούλων Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών: απαντήσεις σε επιχειρηματικά ερωτήματα, συναντήσεις με επιχειρηματίες και διπλωμάτες, διοργάνωση επιχειρηματικών αποστολών, εκπόνηση οικονομικών εκθέσεων και φυσικά ανάλυση της αγοράς, μια πραγματική τέχνη αξιοποίησης πληροφοριών και δράσης. Συνεπώς, η οικονομική διπλωματία δεν μπορεί να εγκλωβιστεί σε έναν νομικά αυστηρό ορισμό, και σε αυτό μοιάζει πολύ στο μάνατζμεντ: την τέχνη τη μαθαίνεις εμπειρικά ως σύνολο τεχνικών, και πολύ αργότερα αντιλαμβάνεσαι το όλον, δηλαδή τη στρατηγική και για να καταλήξεις τελικά σε επαγγελματικό ένστικτο…

Διευκρίνιση πρώτη: η αξιοποίηση της ΤΝ σε επίπεδο δημόσιας διοίκησης -όπως πράττει επιτυχώς η Εσθονία- δεν συνεπάγεται αυτόματα και την εφαρμογή της στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Κι όμως, πετυχημένη ψηφιακή διακυβέρνηση μεταφράζεται στο εξωτερικό σε ψηφιακή αξιοπιστία. Κι αυτό αρκεί! Θα μπορούσε, ένα κράτος χωρίς ισχυρή ψηφιακή υποδομή να καλλιεργήσει την οικονομική διπλωματία του, αξιοποιώντας τα μέσα της ΤΝ;

Η απάντηση είναι ναι, αλλά με τρεις προϋποθέσεις: Πρώτον, να αναθέσει τη συλλογή πληροφοριών σε διεθνείς πλατφόρμες cloud. Η Ρουάντα και η Ιορδανία αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα κρατών. Δεύτερον, αντί να μετασχηματίσει ολόκληρο τον δημόσιο τομέα, μπορεί να δημιουργήσει «νησίδες αριστείας τεχνητής νοημοσύνης» εντός του Υπουργείου Εξωτερικών και των Οργανισμών προώθησης εξαγωγών και επενδύσεων. Και τρίτον, να αξιοποιήσει την ΤΝ για τη χαρτογράφηση της αγοράς, τη συλλογή και αξιοποίηση πληροφοριών, την αναγνώριση επενδυτικών πρωτοβουλιών και φυσικά την ανάλυση κινδύνων, πολιτικών και οικονομικών.

Αυτές οι εφαρμογές είναι σχετικά «ελαφριές» (απαιτούν λιγότερη υπολογιστική μνήμη) και βασίζονται, επίσης, στο cloud. Διευκρίνιση δεύτερη: συνήθως η εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης στην εξωτερική πολιτική διαχέεται σε τρία πεδία: ασφάλεια, διακυβέρνηση και οικονομία. Ο συστηματικός τους συνδυασμός αποτελεί σπάνια υπόθεση, τουλάχιστον μέχρι σήμερα… Διευκρίνιση τρίτη: αρκετά κράτη κομπάζουν για τη χάραξη εθνικής στρατηγικής ΤΝ, αλλά ελάχιστα εφαρμόζουν την τεχνητή νοημοσύνη στη διπλωματία τους.

Συνεπώς, το ερώτημα της αφήγησής μας δεν είναι πώς η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην άσκηση της οικονομικής διπλωματίας. Αυτό είναι προφανές. Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι εάν ένα κράτος, χωρίς προηγμένες ψηφιακές υποδομές, θα μπορούσε να καλλιεργήσει την οικονομική διπλωματία του, αξιοποιώντας μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης.

Κι η απάντηση είναι ναι! Υπό τρεις όρους: να αναθέσει το «δύσκολο μέρος» σε άλλους, ειδικότερους, να αναπτύξει κατάλληλους θεσμούς οργάνωσης της διπλωματίας του και, τέλος, να εστιάσει σε διεθνείς συνεργασίες. Αυτό θα μπορούσε να έχει αποτέλεσμα σε ό,τι αποκαλούμε λειτουργική χωρητικότητα».

*Ο Ανδρέας Ν. Παπαστάμου είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Οικονομίας στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο